Τελευταία νέα
Βορίδης: Πολιτική η τοποθέτηση της Κοβέσι στους Δελφούς – Μεγάλη κατάκτηση το επιτελικό κράτος Μιχαηλίδου: Εντυπωσιακή η ανταπόκριση στις “Νταντάδες της Γειτονιάς” Δ. Μιχαηλίδου: Εντυπωσιακή η ανταπόκριση στις «Νταντάδες της Γειτονιάς» – Πάνω από 48.000 επισκέψεις στην πλατφόρμα Ανδρουλάκης τη Marfin: Η μνήμη είναι ευθύνη – Χρέος η αλήθεια και η δικαιοσύνη ΠΑΣΟΚ: «Ο κ. Μαρινάκης είναι σε μόνιμη φάση… ”κατ’ εξακολούθηση ψεύτη”» Λιβανός: Η αντιπολίτευση ζητά την προανακριτική για μικροπολιτικούς λόγους Ανδρουλάκης για τραγωδία στη Marfin: Ευθύνη η απόδοση δικαιοσύνης στη μνήμη τους Σαν να μην πέρασε μια μέρα: Κομπρεμί ΠΑΣΟΚ – ΝΔ και πρόεδρος ξανά ο Παναγόπουλος στην ΓΣΕΕ Ανδρουλάκης:Δεκαέξι χρόνια από την δολοφονική επίθεση στη Marfin,το συλλογικό τραύμα παραμένει ανοιχτό Θάνος Τζήμερος: Από το ντοκιμαντέρ του 2015… στη νοσταλγία της θανατικής ποινής Τσουκαλάς: Θεσμική εκτροπή η επίκληση του άρθρου 144 για να μην συσταθεί Εξεταστική για τις υποκλοπές Μαρινάκης για Ανδρουλάκη: Είχε πάνω από 20 επικοινωνίες με τον Χατζηδάκη για τις Ανεξάρτητες Αρχές – Φοβήθηκε και υπαναχώρησε
Moneypress.gr

Τράπεζα της Ελλάδος: Θετικές οι προοπτικές του ελληνικού τραπεζικού τομέα – Ανάγκη για εγρήγορση λόγω Μέσης Ανατολής

Θετικές χαρακτηρίζει τις προοπτικές του ελληνικού τραπεζικού τομέα η Τράπεζα της Ελλάδος στην Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας. Προειδοποιεί, ωστόσο, ότι εάν ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή συνεχιστεί για καιρό,  θα μπορούσε να επηρεάσει δυσμενώς τη χρηματοοικονομική κατάσταση των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών στην Ελλάδα, καθώς και την ποιότητα χαρτοφυλακίου των τραπεζών και την επίτευξη των στόχων τους για πιστωτική επέκταση.
Στο πλαίσιο αυτό, αποτελεί προτεραιότητα η περαιτέρω θωράκιση του χρηματοπιστωτικού συστήματος και επιβάλλεται εγρήγορση από όλους τους εμπλεκόμενους φορείς, τονίζει η ΤτΕ.
Ειδικότερα, η έκθεση αναφέρει ότι οι προοπτικές του τραπεζικού τομέα παραμένουν θετικές, καθώς τα ισχυρά θεμελιώδη μεγέθη, λειτουργούν ως αντίβαρο στην αυξημένη αβεβαιότητα και τους εξωγενείς κινδύνους.
Το 2025, οι ελληνικοί τραπεζικοί όμιλοι κατέγραψαν κέρδη μετά από φόρους και διακοπτόμενες δραστηριότητες ύψους 4,7 δισ. ευρώ, έναντι κερδών 4,2 δισ. ευρώ το 2024. Στην εξέλιξη αυτή συνέβαλαν η αύξηση των εσόδων από μη τοκοφόρες εργασίες και η μείωση των προβλέψεων για τον πιστωτικό κίνδυνο. Αρνητικά συνέβαλαν η μείωση των εσόδων από χρηματοοικονομικές πράξεις και η αύξηση των λειτουργικών δαπανών, κυρίως εξαιτίας της αύξησης των διοικητικών εξόδων.
Η κεφαλαιακή επάρκεια των ελληνικών τραπεζικών ομίλων παρέμεινε σε ικανοποιητικό επίπεδο. Συγκεκριμένα, ο Δείκτης Κεφαλαίου Κοινών Μετοχών της Κατηγορίας 1 (Common Equity Tier 1 ratio – CET1 ratio) σε ενοποιημένη βάση μειώθηκε σε 15,3% τον Δεκέμβριο του 2025, από 16% τον Δεκέμβριο του 2024, και ο Συνολικός Δείκτης Κεφαλαίου (Total Capital Ratio – TCR) υποχώρησε οριακά σε 19,7%, από 19,8% τον Δεκέμβριο του 2024.
Η ποιότητα του δανειακού χαρτοφυλακίου των πιστωτικών ιδρυμάτων βελτιώθηκε. Τον Δεκέμβριο του 2025 ο λόγος των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ) προς το σύνολο των δανείων διαμορφώθηκε σε 3,3% (από 3,8% τον Δεκέμβριο του 2024), καθώς η πιστωτική επέκταση συνδυάστηκε με μείωση των ΜΕΔ. Το ποσοστό αυτό είναι το χαμηλότερο από την ένταξη της Ελλάδος στη ζώνη του ευρώ και έχει συγκλίνει σημαντικά με τον μέσο όρο των σημαντικών τραπεζών στην Τραπεζική Ένωση.
Δείτε εδώ την Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας της ΤτΕ
Οι κίνδυνοι για την παγκόσμια και την ευρωπαϊκή οικονομία έχουν ενταθεί. Η άνοδος του προστατευτισμού στο διεθνές εμπόριο, η όξυνση των γεωπολιτικών εντάσεων, ιδίως στη Μέση Ανατολή, και οι συνεχιζόμενες διαταραχές των αλυσίδων εφοδιασμού επιβαρύνουν τις προοπτι-κές ανάπτυξης. Η αύξηση της αβεβαιότητας στις διεθνείς αγορές ενέργειας έχει προκαλέσει ά-νοδο των τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, με αποτέλεσμα να εντείνονται οι πλη-θωριστικές πιέσεις και να αυξάνεται η μεταβλητότητα στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Στο πε-ριβάλλον αυτό, ο κίνδυνος απότομης ανατιμολόγησης των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων διεθνώς παραμένει υψηλός και επιπλέον αναδεικνύεται ο κίνδυνος εμφάνισης στασι-μοπληθωριστικών πιέσεων. Η επίπτωση στα μακροοικονομικά μεγέθη και στη χρηματοοικονο-μική κατάσταση επιχειρήσεων και νοικοκυριών θα καθοριστεί σε μεγάλο βαθμό από τη διάρκεια και την ένταση της σύρραξης.
Η ελληνική οικονομία αναπτύχθηκε με ικανοποιητικό ρυθμό και το 2025, παρά τις προκλήσεις που απορρέουν από το διεθνές περιβάλλον. O ετήσιος ρυθμός αύξησης του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος διαμορφώθηκε σε 2,1% (στο ίδιο επίπεδο με το 2024) και υψηλότερα σε σχέση με τον μέσο όρο της ευρωζώνης (1,4%). Η μεγέθυνση της οικονομικής δραστηριότητας στηρίχθηκε κυρίως στην άνοδο των επενδύσεων (που κατέγραψαν σχεδόν διπλάσιο ρυθμό αύξη-σης σε σχέση με το 2024) και της ιδιωτικής κατανάλωσης, ενώ θετική ήταν και η συμβολή του εξωτερικού τομέα. Η σημαντική ενίσχυση της επενδυτικής δραστηριότητας βελτίωσε τον λόγο επενδύσεων προς ΑΕΠ, υποδηλώνοντας τη σταδιακή εξάλειψη του επενδυτικού κενού της προη-γούμενης περιόδου. Παράλληλα, οι ξένες άμεσες επενδύσεις κατέγραψαν ιστορικώς υψηλό επί-πεδο, αντανακλώντας τη βελτίωση του επενδυτικού κλίματος και της εμπιστοσύνης των διεθνών επενδυτών προς την ελληνική οικονομία. Επιπρόσθετα, η απασχόληση ενισχύθηκε το 2025, με ηπιότερο όμως ρυθμό σε σχέση με το 2024. Ο πληθωρισμός, όπως μετρείται από τον Εναρμονι-σμένο Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (ΕνΔΤΚ), υποχώρησε οριακά στο 2,9% το 2025, έναντι 3,0% το 2024, παραμένοντας σημαντικά υψηλότερος από τον μέσο όρο των χωρών της ζώνης του ευρώ (2,1%).
Το 2025 ο ελληνικός τραπεζικός τομέας ενίσχυσε περαιτέρω τα θεμελιώδη μεγέθη του. Η κερδοφορία και η ποιότητα χαρτοφυλακίου βελτιώθηκαν περαιτέρω, ενώ η κεφαλαιακή επάρκεια των ελληνικών τραπεζικών ομίλων διατηρήθηκε σε ικανοποιητικό επίπεδο. Επιπρόσθετα, η ρευ-στότητα παραμένει σε υψηλό επίπεδο, πάνω από τον μέσο όρο των χωρών της Τραπεζικής Ένω-σης. Οι διαδοχικές αναβαθμίσεις της πιστοληπτικής αξιολόγησης των τραπεζών κατά τη διάρκεια του 2025 προσέδωσαν νέα δυναμική και προσέλκυσαν επενδυτικό ενδιαφέρον, καθώς όλες οι ελληνικές σημαντικές τράπεζες βρίσκονται εντός της επενδυτικής κατηγορίας.
Το 2025 οι συνθήκες ρευστότητας των ελληνικών τραπεζικών ομίλων παρέμειναν ευνοϊκές, με τις εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης να ενισχύονται περαιτέρω. Οι δείκτες ρευστότητας των ελληνικών τραπεζικών ομίλων παραμένουν σε επίπεδο σημαντικά υψηλότερο από τις εποπτικές απαιτήσεις. Ειδικότερα, ο Δείκτης Κάλυψης Ρευστότητας (Liquidity Coverage Ratio – LCR) διαμορφώθηκε σε 200,0% και ο Δείκτης Καθαρής Σταθερής Χρηματοδότησης (Net Stable Funding Ratio – NSFR) σε 136,3% τον Δεκέμβριο του 2025. Η ρευστότητα που διαθέτουν τα ελληνικά πιστωτικά ιδρύματα και η απρόσκοπτη πρόσβασή τους στη διατραπεζική αγορά και τις αγορές κεφαλαίων έχουν ενισχύσει την ανθεκτικότητά τους σε πιθανές διαταραχές.
Η ποιότητα του δανειακού χαρτοφυλακίου των πιστωτικών ιδρυμάτων βελτιώθηκε. Τον Δεκέμβριο του 2025 το απόθεμα των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ) σε ατομική βάση διαμορφώθηκε σε 5,7 δισεκ. ευρώ, μειωμένο κατά 5,2% σε σχέση με τον Δεκέμβριο του 2024, κυρίως λόγω εισπράξεων, πωλήσεων και διαγραφών δανείων. Ο λόγος των ΜΕΔ προς το σύνολο των δανείων διαμορφώθηκε σε 3,3% τον Δεκέμβριο του 2025 (από 3,8% τον Δεκέμβριο του 2024), καθώς η πιστωτική επέκταση συνδυάστηκε με μείωση των ΜΕΔ. Το ποσοστό αυτό είναι το χαμηλότερο από την ένταξη της Ελλάδος στη ζώνη του ευρώ και έχει συγκλίνει σημαντικά με τον μέσο όρο των σημαντικών τραπεζών στην Τραπεζική Ένωση.
Το 2025 οι ελληνικές τράπεζες σημείωσαν πρόοδο στην ενίσχυση του πλαισίου διαχείρισης λειτουργικού κινδύνου. Ο ψηφιακός μετασχηματισμός, οι αυξημένες και εξελιγμένες κυβερνο-απειλές, καθώς και η σημαντική εξάρτηση από τρίτους παρόχους Τεχνολογιών Πληροφοριών και Επικοινωνιών καθιστούν αναγκαία τη μετάβαση σ’ ένα σύγχρονο μοντέλο ψηφιακής επιχειρη-σιακής ανθεκτικότητας.
Η κερδοφορία των ελληνικών τραπεζικών ομίλων βελτιώθηκε περαιτέρω. Το 2025 οι ελληνικοί τραπεζικοί όμιλοι κατέγραψαν κέρδη μετά από φόρους και διακοπτόμενες δραστηριότητες ύψους 4,7 δισεκ. ευρώ, έναντι κερδών 4,2 δισεκ. ευρώ το 2024. Αναλυτικότερα, το 2025 τα λει-τουργικά έσοδα των ελληνικών τραπεζικών ομίλων αυξήθηκαν κατά 0,5% σε σχέση με το 2024. Τα καθαρά έσοδα από τόκους μειώθηκαν κατά 3,8% παρά την πιστωτική επέκταση, επηρεαζό-μενα από τη σταδιακή μείωση των βασικών επιτοκίων της ΕΚΤ, η οποία ξεκίνησε στα μέσα του 2024 και συνεχίστηκε έως και το πρώτο εξάμηνο του 2025. Αντίθετα, τα καθαρά έσοδα από προμήθειες ενισχύθηκαν κατά 12,3%. Ως αποτέλεσμα των παραπάνω, τα έσοδα από κύριες τρα-πεζικές εργασίες (δηλαδή τα καθαρά έσοδα από τόκους και προμήθειες) μειώθηκαν κατά 0,7%. Παράλληλα, τα έσοδα από χρηματοοικονομικές πράξεις μειώθηκαν, ενώ τα λοιπά λειτουργικά αποτελέσματα παρουσίασαν ανοδική πορεία. Επιπρόσθετα, τα λειτουργικά έξοδα αυξήθηκαν κατά 7,2%, κυρίως εξαιτίας της αύξησης των διοικητικών εξόδων, ενώ οι προβλέψεις για τον πιστωτικό κίνδυνο μειώθηκαν κατά 26,4%. Οι δείκτες αποδοτικότητας του ενεργητικού (Return on Assets – RoA) και των ιδίων κεφαλαίων (Return on Equity – RoE) των τραπεζικών ομίλων ανήλθαν σε 1,3% και 11,8% αντίστοιχα.
Η κεφαλαιακή επάρκεια των ελληνικών τραπεζικών ομίλων διατηρήθηκε σε ικανοποιητικό επίπεδο το 2025. Ο Δείκτης Κεφαλαίου Κοινών Μετοχών της Κατηγορίας 1 (Common Equity Tier 1 ratio – CET1 ratio) σε ενοποιημένη βάση μειώθηκε σε 15,3% τον Δεκέμβριο του 2025, από 16% τον Δεκέμβριο του 2024, και ο Συνολικός Δείκτης Κεφαλαίου (Total Capital Ratio – TCR) υποχώρησε οριακά σε 19,7%, από 19,8% τον Δεκέμβριο του 2024. Η διαφοροποίηση στην εξέλιξη των δεικτών αυτών οφείλεται κυρίως στην έκδοση κεφαλαιακών μέσων τα οποία προσμετρούνται μεν στα εποπτικά ίδια κεφάλαια, αλλά δεν αποτελούν μέρος του Κεφαλαίου Κοινών Μετοχών της Κατηγορίας 1 (CET1). Επίσης, αν και οι οριστικές και εκκαθαρισμένες αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις (Deferred Tax Credits – DTCs) εξακολουθούν να αντιπροσωπεύουν σημαντικό ποσοστό των Κεφαλαίων Κοινών Μετοχών της Κατηγορίας 1 (Δεκέμ-βριος 2025: 40,1%, Δεκέμβριος 2024: 47%), η σταδιακή απόσβεσή τους έχει επιταχυνθεί λόγω της υλοποίησης του εθελοντικού προγράμματος ταχύτερης απομείωσής τους.

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...