Τελευταία νέα
ΠΑΣΟΚ: «Ο κ. Μαρινάκης είναι σε μόνιμη φάση… ”κατ’ εξακολούθηση ψεύτη”» Λιβανός: Η αντιπολίτευση ζητά την προανακριτική για μικροπολιτικούς λόγους Ανδρουλάκης για τραγωδία στη Marfin: Ευθύνη η απόδοση δικαιοσύνης στη μνήμη τους Σαν να μην πέρασε μια μέρα: Κομπρεμί ΠΑΣΟΚ – ΝΔ και πρόεδρος ξανά ο Παναγόπουλος στην ΓΣΕΕ Ανδρουλάκης:Δεκαέξι χρόνια από την δολοφονική επίθεση στη Marfin,το συλλογικό τραύμα παραμένει ανοιχτό Θάνος Τζήμερος: Από το ντοκιμαντέρ του 2015… στη νοσταλγία της θανατικής ποινής Τσουκαλάς: Θεσμική εκτροπή η επίκληση του άρθρου 144 για να μην συσταθεί Εξεταστική για τις υποκλοπές Μαρινάκης για Ανδρουλάκη: Είχε πάνω από 20 επικοινωνίες με τον Χατζηδάκη για τις Ανεξάρτητες Αρχές – Φοβήθηκε και υπαναχώρησε Απόφαση υπέρ της, αλλά η γραφειοκρατία δεν έχει πει την τελευταία λέξη… Έφεση της ΑΑΔΕ στη δικαίωση Τυχεροπούλου προκαλεί πολιτικές και νομικές αντιδράσεις Ανδρουλάκης για Marfin: “Η μνήμη τους είναι ευθύνη. Χρέος απέναντι στη Δημοκρατία.” Ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος τιμήθηκε με το χρυσό μετάλλιο της Βουλής Πατριάρχης Βαρθολομαίος: Τιμήθηκε με το χρυσό μετάλλιο της Βουλής- Η ιστορική ομιλία του 
Thepressproject.gr

Ινστιτούτο Αλέξη Τσίπρα: Μύθοι και Αλήθειες για τους «αριθμούς» της ΔΕΗ

Με αφορμή την ανάρτηση του Αλέξη Τσίπρα για τη συμμετοχή του Δημοσίου με 1,3 δισεκατομμύρια ευρώ στην επικείμενη αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της ΔΕΗ, το Ινστιτούτο Αλέξη Τσίπρα (ΙΝΑΤ) προχώρησε σε ανάλυση με την οποία επιχειρεί να καταρρίψει τρεις βασικούς μύθους που, όπως υποστηρίζει, καλλιεργούνται γύρω από την επιχείρηση.Υπενθυμίζεται πως ο πρώην πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας, έκανε πρόσφατα ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, χαρακτηρίζοντας την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου που ανακοινώθηκε παράλληλα με τις επενδύσεις σε άλλες χώρες ως «το μεγάλο κόλπο».
Μεταξύ άλλων, ο Αλ. Τσίπρας ανέφερε πως «στην προηγούμενη ΑΜΚ (αύξηση μετοχικού κεφαλαίου) το Δημόσιο δεν είχε καν συμμετάσχει, με την αιτιολογία ότι θα αποτελούσε μεγάλη σπατάλη η απώλεια 650 εκατομμυρίων ευρώ. Ετσι χάθηκε βέβαια η πλειοψηφία του στη ΔΕΗ, ώστε να μπορεί πλέον η επιχείρηση να λειτουργεί με αποκλειστικό κριτήριό της την αύξηση της κερδοφορίας της και την τιμή της μετοχής της».
«Τότε τα 650 εκατομμύρια ήταν σπατάλη, σήμερα το 1,3 δισ. είναι επένδυση στο μέλλον. Δεν μας χρειάζονται άλλα νοσοκομεία και σχολεία ή δημόσιες επενδύσεις για να αντιμετωπιστεί η στεγαστική κρίση στην πατρίδα μας. Προτεραιότητά μας είναι οι επενδύσεις Στάσση – Μητσοτάκη στη Ρουμανία και την Ουγγαρία. Ενα επενδυτικό ρίσκο χωρίς κανένα εχέγγυο ανταπόδοσης για τους Ελληνες καταναλωτές» προσέθεσε στην ανάρτησή του.
Η Ευγενία Φωτονιάτα, Συντονίστρια Επιστημονικού Συμβουλίου ΙΝΑΤ, και ο Δημήτρης Τσέκερης, Συνεργάτης ΙΝΑΤ, σε συνέχεια της ανάρτησης του Αλ. Τσίπρα, ανέφεραν ότι το επενδυτικό πλάνο της ΔΕΗ αποφέρει κοινωνική ανταπόδοση, υπενθυμίζοντας ότι το 2025 η λιανική τιμή ρεύματος για τα νοικοκυριά ήταν αυξημένη κατά 46% σε σχέση με το 2019, ενώ η Ελλάδα είναι η 4η ακριβότερη χώρα στην Ευρώπη σε όρους αγοραστικής δύναμης. Παράλληλα, το 18,1% των νοικοκυριών δήλωνε αδυναμία επαρκούς θέρμανσης.
«Το Δημόσιο δεν συμμετέχει ως παθητικός χρηματοδότης ιδιωτικών αποδόσεων, αλλά ως στρατηγικός επενδυτής σκοπού», αναφέρεται, και τίθενται τρία κρίσιμα ερωτήματα: αν η επένδυση θα μειώσει το ενεργειακό κόστος, αν θα ενισχύσει την ενεργειακή αυτονομία και αν θα δημιουργήσει ποιοτικές θέσεις εργασίας.
Επιπλέον, αμφισβητούν την προοπτική μερισμάτων 1,4 ευρώ ανά μετοχή, σημειώνοντας ότι η ΔΕΗ μοίρασε 0,4 ευρώ το 2025. Το βασικό ερώτημα, όπως τονίζεται, δεν είναι η λογιστική απόσβεση της συμμετοχής του Δημοσίου, αλλά αν το Δημόσιο πρέπει να λειτουργεί ως μέτοχος που προσδοκά μερίσματα ή ως εγγυητής χαμηλού ενεργειακού κόστους.
«Όταν η κερδοφορία αρχίζει να εξαρτάται από τη διατήρηση υψηλών τιμών ενέργειας, τότε η σύγκρουση ανάμεσα στο δημόσιο συμφέρον και στη χρηματοοικονομική μεγέθυνση γίνεται πραγματική», καταλήγουν.
Αναλυτικά η ανάλυση των συνεργατών του ΙΝΑΤ:
«Σε απάντηση της ανάρτησης του Αλέξη Τσίπρα στα social media με θέμα “Το Μεγάλο Κόλπο”, αναφορικά με τη συμμετοχή του Δημοσίου με 1,3 δισ. ευρώ στην επικείμενη Αύξηση Μετοχικού Κεφαλαίου της ΔΕΗ προκειμένου να χρηματοδοτηθούν επενδύσεις-μαμούθ ύψους 24 δισ. ευρώ έως το 2030, υπήρξαν αναφορές στον Τύπο αλλά και δηλώσεις κυβερνητικών στελεχών με τις οποίες επιχειρήθηκε η στήριξη του επενδυτικού αφηγήματος της ΔΕΗ.
Οι αναφορές επανέλαβαν ένα πλέγμα μύθων και στηρίχτηκαν στην επιλεκτική παρουσίαση λογιστικών καταστάσεων και στοιχείων της επιχείρησης, αποσιωπώντας οτιδήποτε αφορά τη διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος και τον στρατηγικό στόχο που πρέπει να υπηρετεί η συμμετοχή του Δημοσίου στη ΔΕΗ.
Mύθος 1: “Το επενδυτικό πρόγραμμα της ΔΕΗ 24 δισ. ευρώ έως το 2030 διασφαλίζει και ικανοποιεί τους στρατηγικούς στόχους του Δημοσίου”
Αλήθεια: Η ΔΕΗ ορθώς διαθέτει επενδυτική πολιτική, δεδομένου, μάλιστα, ότι δεν διανύουμε περίοδο οικονομικής κρίσης. Βασική προϋπόθεση όμως για συμμετοχή και χρηματοδοτική στήριξη του Δημοσίου σε οποιοδήποτε επενδυτικό πρόγραμμα οφείλει να είναι η επιστροφή αξίας προς την κοινωνία. Ειδικότερα, πρέπει να είναι κοινός τόπος ότι το Δημόσιο δεν συμμετέχει στην Εταιρεία ως παθητικός χρηματοδότης ιδιωτικών αποδόσεων, αλλά ως στρατηγικός επενδυτής σκοπού, ο οποίος οφείλει να εξασφαλίζει μετρήσιμη κοινωνική ανταπόδοση όταν αναλαμβάνει επενδυτικό ρίσκο – διαφορετικά πρόκειται για κοινωνικοποίηση του ρίσκου και ιδιωτικοποίηση της απόδοσης.
Πόσο αισιόδοξος μπορεί να είναι κανείς για την κοινωνική ανταπόδοση του νέου επενδυτικού πλάνου, όταν η επενδυτική στρατηγική που ακολουθείται τα τελευταία τέσσερα χρόνια συνοδεύεται από μια ιδιαίτερα επιβαρυμένη κοινωνική εικόνα το 2025;
• Η λιανική τιμή ηλεκτρικού ρεύματος για τα νοικοκυριά εμφανίζεται αυξημένη κατά 46% σε σχέση με το 2019 σε απόλυτα μεγέθη, ενώ η Ελλάδα κατατάσσεται ως η 4η ακριβότερη χώρα στην Ευρώπη ως προς το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας με όρους αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών (βλ. παρεμβάσεις ΙΝΑΤ).
• Παράλληλα, σύμφωνα με τον δείκτη της Eurostat “Inability to keep home adequatelywarm” (“Αδυναμία επαρκούς θέρμανσης κατοικίας”), το 18,1% των ελληνικών νοικοκυριών δήλωνε ότι αδυνατεί να διατηρήσει το σπίτι του επαρκώς ζεστό.
Τα στοιχεία αυτά δεν αποτυπώνουν απλώς μια προσωρινή συγκυρία πίεσης στην αγορά ενέργειας. Αναδεικνύουν ένα πολύ βαθύτερο ζήτημα: κατά πόσο οι επενδύσεις της ΔΕΗ, οι οποίες χρηματοδοτούνται άμεσα ή έμμεσα με σημαντική δημόσια στήριξη, παράγουν ουσιαστική κοινωνική ανταπόδοση για την ελληνική κοινωνία.
Όταν οι Έλληνες φορολογούμενοι βλέπουν:
– συμμετοχή του Δημοσίου ύψους €1,3 δισ. στη νέα ΑΜΚ,
– ενώ έχει ήδη προηγηθεί στήριξη περίπου €2 δισ. μέσω πόρων του Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας,
είναι απολύτως εύλογο να θέτουν ορισμένα κρίσιμα ερωτήματα, που μέχρι σήμερα παραμένουν χωρίς σαφείς και μετρήσιμες απαντήσεις:
–Θα οδηγήσει αυτή η νέα επένδυση σε πραγματική μείωση του ενεργειακού κόστους για τα ελληνικά νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις; Και αν ναι, μέσα από ποιόν συγκεκριμένο μηχανισμό;
– Θα ενισχύσει ουσιαστικά την ενεργειακή αυτονομία και ανθεκτικότητα της χώρας;
– Θα δημιουργήσει σταθερές και ποιοτικές νέες θέσεις εργασίας εντός της ελληνικής οικονομίας;
Μύθος 2: “Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ 2015-2019 οδήγησε στη χρεοκοπία της ΔΕΗ και την εκτίναξη του καθαρού χρέους της”
Αλήθεια: To καθαρό χρέος της ΔΕΗ το 2014 ήταν 4,9 δισ. ευρώ και το 2019 μειώθηκε στα 3,6 δισ. ευρώ. Αυτή η μείωση επιτεύχθηκε ενώ παράλληλα στηρίχτηκαν αποτελεσματικά τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις από πρόσθετη ενεργειακή επιβάρυνση, διατηρώντας τους λογαριασμούς ρεύματος σε βιώσιμα για τους καταναλωτές επίπεδα, με αποτέλεσμα τη σταδιακή μείωση των ληξιπρόθεσμων οφειλών αλλά και τη μείωση της ενεργειακής φτώχειας. Σήμερα η ΔΕΗ με την επενδυτική της στρατηγική καταγράφει σχεδόν διπλάσιο καθαρό χρέος, 6,5 δισ. ευρώ) σε απόλυτα μεγέθη σε σχέση με το 2019.
Το 2019 η ΔΕΗ ήταν μια εταιρεία που έβγαινε από μια βαθιά κρίση πολλών ετών (κρίση που ξεκινάει πολύ πριν το 2015), αλλά όχι μια τυπικά χρεοκοπημένη επιχείρηση. Παρά τις μεγάλες ζημιές, τη στενότητα ρευστότητας και την πίεση από το κόστος των δικαιωμάτων CO₂ και τον λιγνίτη, διατηρούσε θετική καθαρή θέση άνω των 3 δισ. ευρώ, συνολικό ενεργητικό περίπου 13,6 δισ. ευρώ και μία από τις μεγαλύτερες βιομηχανικές και ενεργειακές υποδομές στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Η διατήρηση της δημόσιας πλειοψηφίας σε καμία περίπτωση δεν ήταν ασύμβατη με την εξυγίανση και τον μετασχηματισμό της επιχείρησης. Άλλωστε, η ευρωπαϊκή εμπειρία δείχνει ότι δημόσιες ενεργειακές εταιρείες μπορούν να είναι επενδυτικά δυναμικές και κερδοφόρες, λειτουργώντας ταυτόχρονα με όρους κοινωνικής ανταπόδοσης. Το κρίσιμο ζήτημα δεν ήταν αν θα υπάρξει εξυγίανση και αναδιάρθρωση της εταιρείας, αλλά ο ρυθμός, η ένταση και ο τρόπος εφαρμογής της εξυγίανσης μέσω της πράσινης μετάβασης με ευρεία διάχυση των ωφελειών της μετάβασης (θέσεις εργασίας, θωράκιση απέναντι σε κρίσεις).Έτσι κι αλλιώς, ο ΣΥΡΙΖΑ είχε ήδη πριν από τις εκλογές του 2019 θέσει ως στρατηγικό στόχο για τη ΔΕΗ τον πράσινο μετασχηματισμό, με έμφαση στην ανάπτυξη των ΑΠΕ και των δικτύων διανομής του ΔΕΔΔΗΕ.
Η σημαντική ενίσχυση των χρηματοοικονομικών επιδόσεων της ΔΕΗ τα τελευταία χρόνια συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με την ταχεία απο επένδυση από τις λιγνιτικές μονάδες, οι οποίες, λόγω του υψηλού κόστους παραγωγής και των αυξημένων επιβαρύνσεων από τα δικαιώματα εκπομπών CO₂, ασκούσαν συστηματική πίεση στη λειτουργική κερδοφορία της εταιρείας.
Οι επιλογές αυτές συνοδεύτηκαν από ένα ιδιαίτερα βαρύ κοινωνικό και οικονομικό κόστος, τόσο σε τοπικό όσο και σε περιφερειακό επίπεδο — ένα κόστος που δεν μπορεί να αποσιωπάται πίσω από τους θετικούς χρηματοοικονομικούς δείκτες.
Τα “εντυπωσιακά” αποτελέσματα στο EBITDA και η άνοδος της χρηματιστηριακής αξίας της ΔΕΗ δεν προέκυψαν σε κοινωνικό κενό. Στηρίχθηκαν σε μια περίοδο έντονης ενεργειακής πίεσης για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, με το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας να συμπιέζει την καθημερινότητα και την παραγωγική δραστηριότητα, αλλά και σε μια βίαιη αποδιάρθρωση των τοπικών οικονομιών των πρώην λιγνιτικών περιοχών.
Ιδιαίτερα στη Δυτική Μακεδονία, η βίαιη και χωρίς σχέδιο απολιγνιτοποίηση συνοδεύτηκε από απώλεια εισοδήματος, παραγωγικής δραστηριότητας και θέσεων εργασίας, δημιουργώντας συνθήκες οικονομικού και κοινωνικού μαρασμού που εξακολουθούν να επηρεάζουν την περιοχή. Έτσι, πίσω από τη βελτίωση των εταιρικών μεγεθών παραμένει ανοιχτό το ερώτημα του ποιος τελικά επωμίστηκε το πραγματικό κόστος αυτού του μετασχηματισμού.
Ας περάσουμε, λοιπόν, στο σήμερα και ας δούμε πώς αποτυπώνεται η νέα αυτή επένδυση μέσα από βασικούς χρηματοοικονομικούς δείκτες και τα οικονομικά δεδομένα της εταιρείας.Αν εστιάσουμε στον δείκτη Καθαρό Χρέος / EBITDA, προκειμένου να ληφθεί υπόψη και η κερδοφορία της επιχείρησης στην δυνατότητα αποπληρωμής του χρέους της, παρατηρούμε ότι ο δείκτης αυτός αυξάνεται συνεχώς από το 2022 μέχρι σήμερα (από 1,46x το 2022 έχει φτάσει στο 3,2x το 2025). Η ΔΕΗ δεν βρίσκεται σε άμεσο σημείο χρηματοοικονομικής ασφυξίας, καθώς ο δείκτης Καθαρό Χρέος / EBITDA παραμένει κάτω από το όριο του 3,5x που θέτει η ίδια η εταιρεία. Βρίσκεται, όμως, πλέον πολύ πιο κοντά σε αυτό το όριο σε σχέση με το 2022, γεγονός που εξηγεί γιατί η διοίκηση επιδιώκει νέα κεφάλαια μέσω ΑΜΚ ώστε να συνεχίσει το επιθετικό επενδυτικό της σχέδιο χωρίς να υπερβεί τα όρια μόχλευσης.
Στην πραγματικότητα, η ΔΕΗ δεν φαίνεται πλέον να κινείται με βασικό στόχο τη σταθεροποίηση και τη μακροπρόθεσμη ισορροπία της εταιρείας, αλλά με τη λογική μιας επιθετικής χρηματοοικονομικής μεγέθυνσης, που στηρίζεται σε αυξανόμενο δανεισμό και διαρκή ανάληψη νέου επιχειρηματικού ρίσκου. Και όλα αυτά, χωρίς να προκύπτει μέχρι σήμερα μια αντίστοιχα σαφής και μετρήσιμη κοινωνική ανταπόδοση για τα νοικοκυριά και την πραγματική οικονομία.
Μύθος 3: “Το μεγάλος όφελος του Δημοσίου από τη νέα επένδυση της ΔΕΗ είναι η είσπραξη υψηλών μερισμάτων μέσα στα επόμενα χρόνια”
Αλήθεια: Η ΔΕΗ, στο επενδυτικό πλάνο των 24 δισ. ευρώ που παρουσίασε στις 23 Απριλίου, υπόσχεται μερίσματα ύψους 1,4 ευρώ ανά μετοχή. Θυμίζουμε ότι η ΔΕΗ μοίρασε το 2025 μέρισμα 0,4 ευρώ ανά μετοχή. Στο σημείο αυτό μπορούν να γίνουν διάφοροι υπολογισμοί για την εκτίμηση του χρόνου απόσβεσης της δημόσιας συμμετοχής αλλά για μας η ουσία βρίσκεται αλλού. Το βασικό ερώτημα δεν είναι μόνο σε πόσα χρόνια μπορεί λογιστικά να αποσβεστεί η συμμετοχή του Δημοσίου στη νέα ΑΜΚ, αλλά αν το Δημόσιο πρέπει να περιορίζεται στον ρόλο του μετόχου που προσδοκά μερίσματα ή αν οφείλει να διασφαλίζει χαμηλότερο ενεργειακό κόστος και στρατηγικό έλεγχο.
Η στρατηγική επιλογή της ΔΕΗ να λειτουργεί με μοναδικό γνώμονα την αύξηση της χρηματιστηριακής της αξίας και της υψηλής κερδοφορίας όχι μόνο δεν ωφελεί το Δημόσιο αλλά συχνά μιλάμε για αντικρουόμενα συμφέροντα. Και αυτό συμβαίνει γιατί εδώ εντοπίζεται μια δομική αντίφαση: η μετοχική αξία και τα μερίσματα της εταιρείας τείνουν να αυξάνονται σε συνθήκες ενεργειακής κρίσης, όταν την ίδια στιγμή οι συνθήκες αυτές οδηγούν σε ασφυξία με τους υψηλούς λογαριασμούς τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.
Το παραπάνω δεν αποτελεί πολιτική εκτίμηση του Ινστιτούτου Αλέξη Τσίπρα, αλλά μια πραγματικότητα που επιβεβαιώνεται όλο και πιο καθαρά από τις ίδιες τις εξελίξεις. Όταν η διοίκηση της ΔΕΗ επικαλείται τις υψηλές τιμές χονδρικής ηλεκτρικής ενέργειας ως βασικό επιχείρημα για τη νέα ΑΜΚ, ουσιαστικά παραδέχεται ότι ένα σημαντικό μέρος της αναπτυξιακής στρατηγικής και των μελλοντικών αποδόσεων της εταιρείας προϋποθέτει τη διατήρηση αυτής της ακριβής ενεργειακής πραγματικότητας. Εξαιτίας της δεσπόζουσας θέσης της στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας — ως ο μεγαλύτερος παραγωγός της χώρας — η ΔΕΗ μοιάζει να στέλνει ένα σαφές μήνυμα προς νυν και μελλοντικούς μετόχους: ότι η κερδοφορία και η αναπτυξιακή της στρατηγική βασίζονται στη διατήρηση ενός περιβάλλοντος υψηλών τιμών ενέργειας. Όμως το ίδιο μήνυμα, όταν φτάνει στους καταναλωτές, ακούγεται εντελώς διαφορετικά: ως μια έμμεση παραδοχή ότι νοικοκυριά και επιχειρήσεις δεν μπορούν να περιμένουν ουσιαστική αποκλιμάκωση του ενεργειακού κόστους που συνεχίζει να πιέζει ασφυκτικά την καθημερινότητα και την παραγωγική δραστηριότητα της χώρας.
Το πολιτικό δίλημμα είναι ξεκάθαρο και δεν μπορεί να κρύβεται πίσω από υψηλά EBITDA και χρηματιστηριακές επιδόσεις: Το Δημόσιο συμμετέχει σε μια στρατηγική επιχείρηση ενέργειας για να μεγιστοποιούνται οι αποδόσεις των μετόχων ή για να διασφαλίζεται προσιτή ενέργεια, κοινωνική ευημερία και μια δίκαιη ενεργειακή μετάβαση;
Γιατί όταν η κερδοφορία αρχίζει να εξαρτάται από τη διατήρηση υψηλών τιμών ενέργειας, τότε η σύγκρουση ανάμεσα στο δημόσιο συμφέρον και στη χρηματοοικονομική μεγέθυνση γίνεται πραγματική και άμεσα αισθητή σε κάθε νοικοκυριό και επιχείρηση.
Και όταν αυτά τα δύο συγκρούονται, η επιλογή οφείλει να είναι ξεκάθαρα υπέρ της κοινωνίας.
Ευγενία Φωτονιάτα – Συντονίστρια Επιστημονικού Συμβουλίου ΙΝΑΤ
Δημήτρης Τσέκερης – Συνεργάτης ΙΝΑΤ
Περισσότερους Μύθους, Αλήθειες και Κινδύνους για τη ΔΕΗ θα βρείτε στη νέα επεξεργασία του ΙΝΑΤ που θα δημοσιευτεί σε λίγες μέρες».

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...