Τελευταία νέα
Κωνσταντοπούλου για υποκλοπές: Να έρθουν στη Βουλή ο Τζαβέλλας και ο διοικητής της ΕΥΠ Σύνταγμα: Νέα και Καθημερινή υποβιβάζουν τις προτάσεις Μητσοτάκη Κ. Μητσοτάκης σε Βαρθολομαίο: Στεκόμαστε πάντα δίπλα στο Πατριαρχείο Τι δείχνει το Ευρωβαρόμετρο για το πώς σκέφτονται Ευρωπαίοι και Έλληνες Συνάντηση Κυριάκου Μητσοτάκη με Οικουμενικό Πατριάρχη: Στο επίκεντρο Θεολογική Σχολή της Χάλκης και χριστιανοί της Μέσης Ανατολής Κωστής Χατζηδάκης: Παραγωγικότητα, επενδύσεις και αξιολόγηση στο επίκεντρο των νέων μεταρρυθμίσεων Μητσοτάκης σε Βαρθολομαίο: H ελληνική Πολιτεία στέκεται πάντα δίπλα στο Πατριαρχείο Χατζηδάκης: Θα μείνουμε στο πεδίο του ρεαλισμού και της κοινής λογικής- Νέα γενιά μεταρρυθμίσεων σε πέντε άξονες Politico: Ο Μητσοτάκης ποντάρει πολλά στο MAGA, ενώ η Ευρώπη απομακρύνεται από τις ΗΠΑ Υπεγράφη η Κοινή Υπουργική Απόφαση για το on-bill financing Γ. Φλωρίδης στα εγκαίνια Πρωτοδικείου Κορωπίου: Η Δικαιοσύνη πιο κοντά στους πολίτες Χαρίτσης για εκτίναξη πληθωρισμού: «Να το πούμε με το όνομά του. Είναι φτωχοποίηση και όξυνση των ανισοτήτων»
Elculture.gr

Μου λείπουν οι εφημερίδες

Η είδηση του θανάτου του Δημήτρη Γκιώνη, αρχισυντάκτη του πολιτιστικού ρεπορτάζ της «Ελευθεροτυπίας» και συνεργάτη στη συνέχεια της «Εφημερίδας των Συντακτών», συνοδεύεται με αναρτήσεις και άρθρα για την πολύ σημαντική παρουσία του, τόσο μέσα στην «Ελευθεροτυπία» από την ίδρυσή της ως και το φινάλε της, όσο και στον χώρο του πολιτισμού, της δημοσιογραφίας και της μεταξύ τους διάδρασης.  

Και με φέρνουν πίσω σε μια όχι και τόσο μακρινή χρονικά εποχή, κατά την οποία οι εφημερίδες έδιναν κάθε μέρα ένα στίγμα, σήμαιναν κάτι, ήταν επιδραστικοί φορείς πολιτισμού και πολιτικού λόγου. Έχω διαβάσει πολύ λιγότερα βιβλία από ό,τι θα έπρεπε στη ζωή μου, έχω όμως μεγαλώσει ξεκοκαλίζοντας και αγαπώντας τις εφημερίδες, από την πρώτη ως την τελευταία τους σελίδα. Ή μάλλον το αντίθετο, γιατί τις διάβαζα πάντα από το τέλος προς την αρχή. Μέσα από τις εφημερίδες μορφώθηκα, καλλιεργήθηκα, πλούτισα, κάθε ανάγνωση εφημερίδας ήταν ένα ταξίδι που στο τέλος του σε άφηνε με τα δάχτυλα κατάμαυρα απ’ το μελάνι, αλλά με το κεφάλι σου και συχνά πυκνά και την καρδιά σου λίγο περισσότερο γεμάτα από πριν. 

Κάτι συνέβαινε κάθε μέρα στις εφημερίδες, τις πολιτικές και τις αθλητικές, κάτι συνέβαινε στα ένθετα, κάτι συνέβαινε κατεξοχήν στα σαββατιάτικα φύλλα, για να μην μιλήσουμε καν για την υπερπαραγωγή των κυριακάτικων. Και δεν ήταν μιας κατεύθυνσης, δεν ήταν μονομερές. Γιατί συνέβαινε κι ένας διάλογος, ακόμη κι αν από την πλευρά σου δεν αρθρωνόταν σε γραπτό ή προφορικό λόγο, ακόμη κι αν ήταν ένας διάλογος μόνο με τις σκέψεις που σου γεννούσαν τα άρθρα, οι συνεντεύξεις, τα αφιερώματα, τα ρεπορτάζ, οι ειδησούλες, τα κείμενα. Δεν μπορούσες να μιλήσεις και να παρέμβεις επί τόπου με σχόλιο, το περισσότερο που μπορούσες να κάνεις θα ήταν να συντάξεις κάποια επιστολή προς την εφημερίδα, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα. Διάβαζες. Σκεφτόσουν. Διαμορφωνόσουν. Επικρατούσε μια πολύτιμη σιωπή. Ένας ακόμη πιο πολύτιμος χρόνος επώασης. 

Αγαπούσα και διάβαζα τις εφημερίδες όχι μόνο για όσα αυτοτελώς μου παρείχαν, αλλά δευτερευόντως κι επειδή στο μυαλό μου αποτελούσαν έναν διαφορετικό κόσμο κι ένα διαφορετικό πολιτισμικό περιβάλλον από εκείνα της σαρωτικά επελαύνουσας ιδιωτικής τηλεόρασης. Στην πορεία βέβαια κάπου οι κόσμοι μπερδεύτηκαν, αλλά αυτό είναι μια διαφορετική κουβέντα. Χρόνια αργότερα ήρθε το ίντερνετ, τα σόσιαλ, όλα όσα λάτρεψα σε αυτά και όλα όσα με απορρόφησαν, η διαρκής αλληλεπίδραση και η διαρκής ροή ερεθισμάτων και ανταμοιβών την οποία ερωτεύτηκα και η οποία άρχισε ταυτόχρονα να με μεταμορφώνει και να μου καίει τον εγκέφαλο.

Είχα βρεθεί μια δυο φορές στα γραφεία της «Ελευθεροτυπίας» το 2013, όταν είχε κλείσει και γινόταν μια απόπειρα αναβίωσής της, ο χώρος ήταν τεράστιος αλλά άδειος σαν στοιχειωμένος, μπορούσες όμως πάρα πολύ εύκολα να τον κάνεις εικόνα γεμάτο, να τον φανταστείς μια κανονική ημέρα μιας παλιότερης, κανονικής χρονιάς να σφύζει από ζωή, βαβούρα, άγχος, φωνές, να ζέχνει πιθανώς τσιγαρίλα, μπορούσες να φανταστείς ότι εδώ τότε έβγαινε κάθε μέρα ένα φύλλο το οποίο την επόμενη μέρα θα διάβαζες εθιστικά. Μπορούσες ακόμα – ακόμα να ακούσεις τον ήχο της γραφομηχανής του Ντάστιν Χόφμαν και του Ρόμπερτ Ρέντφορντ να χτυπά μανιωδώς στο «Όλοι οι Άνθρωποι του Προέδρου». 

Μου λείπουν οι εφημερίδες. Πώς γίνεται όμως να σου λείπει κάτι που είναι ακόμα διαθέσιμο; Δεν έχουν πάψει να κυκλοφορούν. Και καθημερινές και κυριακάτικες κι απ’ όλα. Με εμποδίζει κανείς να τις διαβάζω; Όχι. Αλλά ακόμα κι όταν τύχει πια να πάρω για κάποιον ειδικό λόγο μία ή να βρω μπροστά μου μία, απλά θα την ξεπετάξω χωρίς ενθουσιασμό. Μου λείπει κάτι που μπορώ να έχω. Είναι τρελοί αυτοί οι άνθρωποι.  
The post Μου λείπουν οι εφημερίδες appeared first on ελculture – Θέατρο, Μουσική, Τέχνη & Πολιτισμός.

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...