Όταν κυκλοφόρησε το μυθιστόρημα της Οτέσα Μόσφεγκ Η χρονιά της ξεκούρασης και της χαλάρωσης το 2018, σημείωσε μεγάλη εκδοτική επιτυχία και δίχασε κοινό και κριτικούς. Πολλοί απολάμβαναν να επιδεικνύουν το μίσος τους, αρκετοί για το ίδιο το βιβλίο, αλλά ακόμα περισσότεροι προς την πρωταγωνίστρια και αφηγήτρια. Βλέπετε, η Μόσφεγκ δεν ενδιαφέρθηκε να καταστήσει την αφηγήτριά της συμπαθή ή αρεστή. Κατά τη γνώμη μου, μαγκιά της. Από πού κι ως πού πρέπει ντε και καλά μια θηλυκή πρωταγωνίστρια να είναι γλυκούλα και αρεστή σε όλους; Πρέπει οπωσδήποτε οι γυναίκες στη μυθοπλασία να αποτελούν στερεότυπα, έστω κι αν αυτά τα στερεότυπα είναι θετικά; Δεν μπορεί το προφίλ ενός αρνητικού αντιήρωα να ταιριάξει και σε μια γυναίκα; Αλλά τελικά, είναι πράγματι η αφηγήτρια της Μόσφεγκ τόσο αρνητική;
Εκ πρώτης όψεως συμπαθητική πάντως δεν την λες. Η νεαρή πρωταγωνίστρια του βιβλίου φαινομενικά τα έχει όλα. Εμφάνιση σαν μοντέλο, καταγωγή wasp, χρήματα στην τράπεζα, διαμέρισμα στο upper east side του Μανχάταν, πτυχίο στην ιστορία τέχνης από το Κολούμπια. Κι όμως, αποφασίζει να αποτραβηχτεί εντελώς από τον κόσμο και να περάσει έναν ολόκληρο χρόνο σαν ωραία κοιμωμένη, επιλέγοντας να ναρκώνει τον εαυτό της με δεκάδες ηρεμιστικά και υπνωτικά καθημερινά ώστε να κοιμάται συνέχεια, διακόπτοντας τον ύπνο της απλά για λίγο φαγητό και μερικές ταινίες στο βίντεο. Η συμπεριφορά της προς όλους είναι ψυχρή και προσβλητική, επιδεικνύοντας μια πλήρη αδιαφορία για οποιασδήποτε μορφής ενσυναίσθηση, σε βαθμό που να αγγίζει τα όρια της μισάνθρωπης. (Αυτό ομολογώ ότι με έλκει. Πάντα είχα αδυναμία σε μισανθρωπικούς χαρακτήρες, είναι κατά βάση πολύ ενδιαφέροντες). Μόνο η φίλη της η Ρίβα έρχεται και την επισκέπτεται, αλλά και εκείνη γίνεται αποδέκτης της αδιαφορίας της αφηγήτριας, συχνά και των μειωτικών της σχολίων.
Έτσι, πολλοί αναγνώστες και κριτικοί ρίχνουν τόνους μίσους προς την ανώνυμη αφηγήτρια: πώς τολμάει, η κακομαθημένη, έχοντας γαλουχηθεί σε μια ζωή προνομίων, να γυρνάει την πλάτη της στα πάντα και να αποφασίζει να αφήσει τον εαυτό της να χαθεί, ενώ τόσοι άλλοι πασχίζουν να βγάζουν το μεροκάματο; Αναρωτιέμαι, δεν αντιλήφθηκαν όλοι αυτοί ότι η Μόσφεγκ μεταξύ άλλων σατιρίζει και αυτό: δηλαδή την αυτοκαταστροφική τάση εντός της άρχουσας τάξης; Αλλά ακόμη και σε πιο κυριολεκτικό επίπεδο, μπορεί σοβαρά κάποιος να ισχυριστεί ότι η κατάθλιψη είναι προνόμιο μονάχα της εργατικής τάξης; Το αντίθετο θα έλεγα. Επίσης, η προσωπική ιστορία της αφηγήτριας είναι κάθε άλλο παρά παραμυθένια: έχει χάσει και τους δύο γονείς της, με τη μητέρα της μάλιστα να έχει αυτοκτονήσει με υπερβολική δόση χαπιών.
Τους δίνω ομολογουμένως ένα δίκιο σε ένα σημαντικό κομμάτι της κριτικής τους: το όλο υπαρξιακό angst της κακομαθημένης και εγωκεντρικής ανορεξικής λευκής είναι κάπως κοινότοπο και παραπέμπει σε μια μετεφηβική αδιαφορία και έναν εξυπνακισμό που κουράζει τους υπόλοιπους αναγνώστες. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο το ότι το μυθιστόρημα έκανε γκελ σε ένα νεανικό – κατά βάση – κοινό. Αλλά το πασπάλισμα με σαρδόνιο χιούμορ αμβλύνει αυτές τις εντυπώσεις, και ταιριάζει στον χαρακτήρα της πρωταγωνίστριας.
Όμως, μήπως έχει και κάποια θετικά αυτό το κορίτσι; Εύκολα βρίσκω ένα: η πλήρης απουσία κάθε είδους υποκρισίας. Έχοντας αποδεχθεί κάθε αδυναμία του χαρακτήρα της, έχοντας ρίξει βίαια κάθε μανδύα ψέματος ή αυταπάτης, δεν υποδύεται πλέον κανένα ρόλο, δεν δίνει μαθήματα σε κανένα, δεν κρύβει καμία κρυφή ατζέντα.
Και, τελικά, το πείραμά της στέφεται από επιτυχία. Είναι ενδιαφέρουσα ως έννοια η ιδέα του να αλλάξει κάποιος δέρμα μέσα από τον ύπνο, έστω κι αν αυτός ο ύπνος είναι φαρμακευτικός. Ο λόγος αυτού του εγχειρήματος ήταν κατά βάθος ο λόγος που οδηγεί σε κάθε μορφής κατάθλιψη: ο πόνος. Μόνο που η αναιδής πρωταγωνίστρια μας βγαίνει αναγεννημένη σαν φοίνικας που ενσαρκώνεται μέσα από τις στάχτες του, έχοντας καταφέρει πια να τιθασεύσει τον πόνο, έχοντας μάθει πάλι να αισθάνεται, πάλι να εκτιμάει τη ζωή γύρω της. Η όλη πορεία μεταμόρφωσης της αφηγήτριας πήρε περίπου ενάμιση χρόνο, μέσα από το κουκούλι ξεπετάχτηκε ίσως όχι μια πεταλούδα, αλλά έστω μια κάμπια, με την προοπτική να ανοίξει φτερά και να γίνει πεταλούδα.
Παράλληλα, δεν είναι τυχαίο που το μυθιστόρημα τελειώνει την 11η Σεπτεμβρίου του 2001. Είναι μια απόπειρα της Μόσφεγκ να μας μεταφέρει από το προσωπικό στο συλλογικό, δίνοντας, σε όποιον αναγνώστη το επιθυμεί, και μια ευρύτερη διάσταση ερμηνείας. Είναι αυτό ένα σχόλιο για την Αμερική ως σύνολο; Το σημείο που η αφηγήτρια υπερβαίνει τον προσωπικό της πόνο είναι το σημείο που μια ολόκληρη χώρα καλείται να αντιμετωπίσει τις δικές της ουλές; Δεν ξέρω. Πάντως το μυθιστόρημα της Μόσφεγκ είναι στιλάτο και όμορφο.
The post «Η χρονιά της ξεκούρασης και της χαλάρωσης» της Οτέσα Μόσφεγκ: Πετάγομαι για έναν υπνάκο, θα τα πούμε του χρόνου appeared first on ελculture – Θέατρο, Μουσική, Τέχνη & Πολιτισμός.
Διαβάστε περισσότερα
