Σε μια εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη, ο υφυπουργός παρά τω Πρωθυπουργώ και κυβερνητικός εκπρόσωπος, Παύλος Μαρινάκης, προχώρησε σε μια αναλυτική χαρτογράφηση της κυβερνητικής στρατηγικής, των οικονομικών μεταρρυθμίσεων και των ιδεολογικών θεμελίων της παράταξης.
Μιλώντας στην ενημερωτική ιστοσελίδα protothema.gr, ο κ. Μαρινάκης παρουσίασε με λεπτομερή τρόπο τις θέσεις της κυβέρνησης για το σύνολο της επικαιρότητας.
Οι βουλευτικές εκλογές του 2027 και το διακύβευμα της άμεσης διακυβέρνησης
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος άνοιξε τη συζήτηση θέτοντας το πολιτικό πλαίσιο για τις επόμενες εθνικές κάλπες, απορρίπτοντας κατηγορηματικά κάθε σενάριο που θέλει τη χώρα να εισέρχεται σε έναν κύκλο παρατεταμένης εκλογικής αστάθειας ή διαδοχικών αναμετρήσεων. Ο κ. Μαρινάκης κατέστησε σαφές ότι η Νέα Δημοκρατία προσέρχεται στη μάχη με μοναδικό γνώμονα τη διασφάλιση της σταθερότητας από την πρώτη κιόλας στιγμή.
«Δεν υπάρχουν δεύτερες εκλογές. Αλίμονο αν ξεκινούσαμε με αυτό το δεδομένο. Θα πρέπει να είναι κάτι το οποίο θα είναι αναπόφευκτο και θεωρώ ότι πρέπει να το αποφύγουμε. Θεωρώ ότι το βράδυ των εκλογών των βουλευτικών εκλογών του 2027, ο τόπος πρέπει να έχει κυβέρνηση.»
Ο κ. Μαρινάκης εξέφρασε την αισιοδοξία του, βασιζόμενος στη «δυναμική των γεγονότων», ότι η Νέα Δημοκρατία θα καταφέρει να κερδίσει μια νέα, καθαρή αυτοδύναμη εντολή με πρωθυπουργό τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Αναγνώρισε ότι υπάρχει ακόμη σημαντική απόσταση να διανυθεί μέχρι το 2027, ωστόσο επέμεινε ότι η συζήτηση για επαναληπτικές κάλπες είναι εσφαλμένη και επιζήμια για τη χώρα και την οικονομία της. Ακόμη και στην περίπτωση που οι πολίτες επιλέξουν ένα διαφορετικό σκηνικό, ο ίδιος τόνισε ότι «οφείλουμε να εξαντλήσουμε τις πιθανότητες να έχουμε κυβέρνηση από την πρώτη Κυριακή».
Παράλληλα, έθεσε δύο βασικά πολιτικά αξιώματα: πρώτον, ότι «πρωθυπουργό εκλέγουν οι πολίτες και όχι οι παράγοντες σε κλειστές πόρτες» και, δεύτερον, ότι αν κάποιος επιθυμεί να παραμείνει ο τόπος ακυβέρνητος, οφείλει να βγει δημόσια και να το δηλώσει. Στο πλαίσιο αυτό, άσκησε δριμεία κριτική στο ΠΑΣΟΚ, σημειώνοντας ότι αν και θα αποτελούσε τη μόνη ρεαλιστική δύναμη για μια τέτοια συζήτηση σε περίπτωση μη αυτοδυναμίας, επέλεξε να πραγματοποιήσει ένα ολόκληρο συνέδριο χωρίς να παρουσιάσει συγκεκριμένο πρόγραμμα ή προτάσεις διακυβέρνησης. Αντίθετα, κατά τον κ. Μαρινάκη, το ΠΑΣΟΚ αναλώθηκε αποκλειστικά στο να προσδιορίσει με ποιον δεν θα κυβερνήσει, αποκλείοντας τη Νέα Δημοκρατία. Κατέληξε δε ότι, με βάση τη στείρα στάση όλων των κομμάτων της αντιπολίτευσης, η Νέα Δημοκρατία δικαιούται πλήρως να ζητά την αυτοδυναμία από το εκλογικό σώμα.
Η φιλοσοφία της οικονομικής πολιτικής και οι φοροελαφρύνσεις
Περνώντας στα ζητήματα της οικονομίας, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος υπογράμμισε ότι η ειδοποιός διαφορά της παρούσας κυβέρνησης σε σχέση με το παρελθόν έγκειται στην επιλογή των μειώσεων φόρων έναντι της επιδοματικής πολιτικής. Ανέφερε ότι η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη έχει ήδη προχωρήσει στη μείωση ή την κατάργηση 83 φόρων και εισφορών, γεγονός που δεν θεωρείται αυτονόητο για την Ελλάδα της μεταπολίτευσης, όπου οι περισσότερες κυβερνήσεις επέλεγαν την υπερφορολόγηση.
«Οι περισσότερες κυβερνήσεις έβαζαν φόρους για να τα παίρνουν από τη μία τσέπη με κορυφαία πολιτική αυτής της λογικής τον κύριο Τσίπρα και να τα δίνουν στην άλλη τσέπη με επιδόματα. Αυτό δεν το κάνουμε εμείς. Εμείς μειώνουμε φόρους και εισφορές και πρέπει να το κάνουμε παραπάνω.»
Σύμφωνα με τον κ. Μαρινάκη, η οικονομική ανάπτυξη και η αποτελεσματική αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής είναι οι δύο πυλώνες που επιτρέπουν στην κυβέρνηση να παράγει υγιή πλεονάσματα, χωρίς αυτά να προέρχονται από το «στράγγισμα» των πολιτών. Τα πλεονάσματα αυτά, όπως εξήγησε, επιστρέφουν στοχευμένα στην κοινωνία μέσω περαιτέρω μειώσεων φόρων, διασφαλίζοντας τη δημοσιονομική σταθερότητα και ενισχύοντας την εγχώρια επιχειρηματικότητα και την απασχόληση.
Η ριζική μεταρρύθμιση των επιδομάτων και η νέα «ατζέντα της τρίτης τετραετίας»
Εξειδικεύοντας το ζήτημα των επιδομάτων, ο κ. Μαρινάκης κατέθεσε έναν προβληματισμό, τον οποίο χαρακτήρισε προσωπική του θέση που εναρμονίζεται πλήρως με την πολιτική φιλοσοφία της παράταξης. Υποστήριξε ότι σε μια χώρα που έχει καταφέρει να μειώσει την ανεργία στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 20 ετών -καταγράφοντας επιδόσεις καλύτερες από τη Φινλανδία και τη Σουηδία- η έννοια του επιδόματος ανεργίας, όπως τη γνωρίζαμε μέχρι σήμερα, πρέπει να αλλάξει ριζικά.
«Αυτή τη στιγμή αν πάτε και μπείτε σε ένα μαγαζί, σε ένα εστιατόριο, το πρώτο πράγμα που θα σας πουν είναι “δεν βρίσκουμε εργαζόμενους”. Πρέπει λοιπόν χθες να προχωρήσουμε μια μεγάλη μεταρρύθμιση και είναι για εμένα και μια ατζέντα τρίτης τετραετίας. Σε μια μεταρρύθμιση όπου το επίδομα ανεργίας θα δίνεται εκεί που πραγματικά υπάρχει ζήτημα».
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος διευκρίνισε ότι το επίδομα ανεργίας πρέπει να «υποχωρήσει ως έννοια» και τα χρήματα που θα εξοικονομηθούν να κατευθυνθούν στην ουσιαστική ενίσχυση των προνοιακών επιδομάτων. Έφερε ως παραδείγματα τη στήριξη μιας μητέρας που χάνει ξαφνικά τη δουλειά της, την περαιτέρω ενίσχυση των αναπηρικών επιδομάτων, καθώς και το επίδομα μητρότητας, το οποίο χαρακτήρισε ως μια τεράστια αλλαγή, καθώς πλέον μια νέα μητέρα λαμβάνει τον κατώτατο μισθό για εννέα μήνες αντί για ένα εφάπαξ ποσό των 800 ευρώ. Εξήρε επίσης τη σημασία της επέκτασης της ψηφιακής κάρτας εργασίας και των συλλογικών συμβάσεων ως καθοριστικών μεταρρυθμίσεων για την προστασία των εργαζομένων.
Η αποκατάσταση της μεσαίας τάξης και οι προσδοκίες για την επόμενη ΔΕΘ
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο Παύλος Μαρινάκης στη μεσαία τάξη, την οποία χαρακτήρισε ως «τον ελέφαντα στο δωμάτιο σχεδόν κάθε σπιτιού της χώρας» και ως την «πιο αδικημένη τάξη σε αυτή τη χώρα». Δηλώνοντας ότι ανήκει και ο ίδιος σε αυτήν και έχοντας εργαστεί στο παρελθόν με αμοιβές των 600 και 700 ευρώ, τόνισε ότι αντιλαμβάνεται πλήρως τις δυσκολίες και τις πιέσεις που υφίστανται τα νοικοκυριά, παρά τη βελτίωση των γενικότερων οικονομικών δεικτών.
Απαντώντας στην οργή των νέων ανθρώπων που αδυνατούν να αποκτήσουν το δικό τους σπίτι, ο κ. Μαρινάκης απέδωσε την ευθύνη στις «πολιτικές του “δώστα όλα” και του “λεφτά υπάρχουν”» που εφαρμόστηκαν με δανεικά από τη δεκαετία του ’80 μέχρι σήμερα, υποθηκεύοντας τη δική του γενιά. Παράλληλα, διερωτήθηκε αν μπορεί να θεωρείται πλούσιος ένας συνταξιούχος των 1.400 ευρώ ή ένα εργαζόμενο ζευγάρι που κερδίζει συνολικά 2.500 ή 3.000 ευρώ, απαντώντας κατηγορηματικά: «Καθόλου. Σε καμία περίπτωση».
Υπογράμμισε ότι οι άνθρωποι της μεσαίας τάξης, οι «νοικοκυραίοι» που έχουν υποστεί έντονη ειρωνεία στο παρελθόν, έχουν ανάγκη μόνο από ένα πράγμα: τη συνεχή μείωση των φόρων. Έδωσε μάλιστα το στίγμα της επόμενης Διεθνούς Εκθέσεως Θεσσαλονίκης (ΔΕΘ), σημειώνοντας ότι μετά τη ΔΕΘ του 2025, η οποία επικεντρώθηκε στην ιστορική μείωση του φόρου φυσικών προσώπων, η επόμενη διοργάνωση θα αλλάξει στόχευση.
«Νομίζω, έχω την αίσθηση ότι όπως η ΔΕΘ του ‘25, η προηγούμενη δηλαδή, ήταν η ΔΕΘ των φυσικών προσώπων… Νομίζω ότι η επόμενη ΔΕΘ θα είναι η ΔΕΘ των επιχειρήσεων και κυρίως των μικρομεσαίων».
Το «Νέο Κόμμα Τσίπρα» και η κριτική στον μεταπολιτευτικό λαϊκισμό
Σχολιάζοντας τις διεργασίες στην ευρύτερη κεντροαριστερά και την πιθανότητα ίδρυσης νέου πολιτικού φορέα από τον πρώην πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος υπήρξε ιδιαίτερα αιχμηρός. Σημείωσε ότι στην πολιτική αποτελεί μεγάλο λάθος τόσο το να υποτιμάς όσο και το να υπερτιμάς κάποιον, ξεκαθαρίζοντας ωστόσο ότι ο κ. Τσίπρας δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση ένα «καινούριο πρόσωπο».
«Θεωρώ ότι το νέο κόμμα Τσίπρα είναι ο “ΣΥΡΙΖΑ με ένα άλλο ΑΦΜ”. Όπως συνηθίζαμε να λέγαμε όταν κάποιες ομάδες για να αποφύγουν στο παρελθόν την πτώχευση… Δεν ξέρω πώς θα το πει. Δεν νομίζω να το πει Νέο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά αυτό μου θυμίζει. Τον Νέο Πανιώνιο ή τη Νέα -ξέρω γω- Α’ ή Β’ ομάδα.»
Ο κ. Μαρινάκης υποστήριξε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, όπως τον γνωρίσαμε τα τελευταία είκοσι χρόνια, υπήρξε από την αρχή μέχρι το τέλος αποκλειστικό δημιούργημα του Αλέξη Τσίπρα, καθώς όλα τα ηγετικά του στελέχη -από τον κ. Φάμελλο και τον κ. Πολάκη, μέχρι την κ. Κωνσταντοπούλου και τον κ. Βαρουφάκη- αποτελούσαν προσωπικές του επιλογές. Πρόσθεσε ότι η σταδιακή εκλογική υποχώρηση του κόμματος από το 31% στο 3% φέρει το ονοματεπώνυμο του κ. Τσίπρα, καθώς οι πολιτικές του παραμένουν «ίδιες και απαράλλαχτες». Κατέληξε δε ότι ο πρώην πρωθυπουργός αποτελεί τον «γνήσιο εκφραστή» ενός συστήματος που βασίζεται σε εύκολες υποσχέσεις, ευχάριστα λόγια και λαϊκισμό, μια παράδοση που ξεκίνησε το ΠΑΣΟΚ το ’80 και την οποία υπηρέτησαν κατά καιρούς, όπως παραδέχθηκε, σχεδόν όλοι οι πολιτικοί χώροι, συμπεριλαμβανομένης και της Νέας Δημοκρατίας.
Η πολιτική κάθοδος της Μ. Καρυστιανού και οι καταγγελίες για «fake news»
Ερωτηθείς για τις πληροφορίες που θέλουν τη Μαρία Καρυστιανού να ιδρύει νέο πολιτικό κόμμα, ο κ. Μαρινάκης δήλωσε ότι το «καινούριο» και το «παλιό» είναι έννοιες σχετικές και ότι η κ. Καρυστιανού, αν και δεν έχει πολιτευτεί ξανά, θα κριθεί αποκλειστικά από τις θέσεις και το πρόγραμμά της. Διαχώρισε ρητά τον σεβασμό που οφείλεται σε εκείνη ως μητέρα ενός θύματος της τραγωδίας των Τεμπών, από την κριτική που ασκείται σε έναν εν δυνάμει πολιτικό αρχηγό, σημειώνοντας ότι τα πρόσωπα που ακούγεται ότι την πλαισιώνουν «κάθε άλλο παρά σε κάτι καινούριο παραπέμπουν».
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος έκανε λόγο για μια «πρωτοφανή προσπάθεια παραπλάνησης και δημιουργίας αισθημάτων θυμού» πάνω στο τραγικό δυστύχημα, η οποία επιχειρήθηκε να οικοδομηθεί με συστηματική παραπληροφόρηση και fake news περί «ξυλολίων» και «χαμένων βαγονιών».
«Εκεί ναι, είδαμε πάρα πολλά περίεργα πράγματα να συμβαίνουν αλλά δεν είμαι το “ηλεκτρονικό έγκλημα” ή η δικαιοσύνη για να σας δώσω απαντήσεις. Δεν μπορώ να ξέρω ποιοι ήταν πίσω από όλο αυτό, αν ήταν συντονισμένο. Σίγουρα συμμετείχε σε όλη αυτή την προσπάθεια το μεγαλύτερο μέρος αν όχι όλη η Αντιπολίτευση της χώρας… Άλλο ένα δεδομένο είναι ότι ακούγονται πρόσωπα κοντά στην κ. Καρυστιανού, που φαίνεται ότι έχουν μια προνομιακή σχέση με την Ρωσία.»
Ο κ. Μαρινάκης διευκρίνισε ότι είναι νωρίς για να εξαχθούν οριστικά συμπεράσματα, υπογραμμίζοντας όμως ότι η ικανότητα της Νέας Δημοκρατίας να πείσει εκ νέου τους πολίτες και να εξασφαλίσει μια καθαρή αυτοδυναμία δεν εξαρτάται από τις κινήσεις της κ. Καρυστιανού, αλλά από τη συνέπεια, το έργο και το πρόγραμμα της ίδιας της κυβέρνησης.
Η εσωκομματική κριτική, η υποχρέωση της «πρώτης γραμμής» και οι σχέσεις με τους πρώην αρχηγούς
Στο πεδίο των εσωκομματικών ισορροπιών και της ανάγκης των κυβερνητικών στελεχών να υπερασπίζονται δημόσια την παράταξη, ο κ. Μαρινάκης τάχθηκε υπέρ της θέσης που έχει διατυπώσει ο Άδωνις Γεωργιάδης. Τόνισε ότι είναι απαράδεκτο να απειλείται ο τόπος με αποσταθεροποίηση από ανυπόστατες κατηγορίες και ορισμένα στελέχη να μην «βγαίνουν μπροστά», επιλέγοντας να εμφανίζονται μόνο κατά την ανακοίνωση ευχάριστων μέτρων.
Ωστόσο, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος έσπευσε να διευκρινίσει ότι ο λήπτης αυτής της κριτικής δεν είναι ο Υπουργός Άμυνας, Νίκος Δένδιας. Εξήγησε ότι συγκεκριμένα χαρτοφυλάκια, όπως αυτά της Άμυνας και της Εξωτερικής Πολιτικής, επιβάλλουν στους επικεφαλής τους (κ.κ. Δένδια και Γεραπετρίτη) μια πιο θεσμική στάση που δεν τους επιτρέπει να τοποθετούνται δημόσια επί παντός επιστητού.
Αναφερόμενος στην προσωπική του εμπειρία, σημείωσε ότι ο ίδιος, μαζί με άλλους υπουργούς και βουλευτές, έχουν επιλέξει συνειδητά να ξεπερνούν μερικές φορές τα στενά όρια των αρμοδιοτήτων τους για να προστατεύσουν την παράταξη, δαπανώντας προσωπικό πολιτικό κεφάλαιο. «Μας έχουν πει από βιαστές, μέχρι δολοφόνους, μέχρι οτιδήποτε πολλές φορές», ανέφερε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι η διατύπωση δυσάρεστων αληθειών αποτελεί την ελάχιστη υποχρέωση απέναντι στον κόσμο της Νέας Δημοκρατίας, μια στάση που, όπως επεσήμανε, «δεν το κάνουν όλοι».
Σχετικά με τις σχέσεις του Μεγάρου Μαξίμου με τους πρώην πρωθυπουργούς, ο κ. Μαρινάκης τόνισε ότι το κάλεσμα για ενότητα εντός της πολιτικής οικογένειας της Νέας Δημοκρατίας είναι διαρκές και αυτονόητο. Χαρακτήρισε τον Κώστα Καραμανλή ως αναπόσπαστο κομμάτι του κόμματος «και τύποις και ουσία». Για τη διαγραφή του Αντώνη Σαμαρά, επανέλαβε ότι επρόκειτο για μια «δυσάρεστη αλλά αναπόφευκτη» απόφαση, ξεκαθαρίζοντας ωστόσο ότι η κυβέρνηση δεν πρόκειται να κάνει καμία υποχώρηση από την εξωτερική και αμυντική της στρατηγική, η οποία, όπως είπε, μετέτρεψε μια «χώρα παρία» σε μια χώρα που πρωταγωνιστεί διεθνώς.
Ιδεολογική Ανάλυση: Η «Έννοια του Πυρσού» και το DNA του Νεοδημοκράτη
Ιδιαίτερη βαρύτητα στη συνέντευξη του Παύλου Μαρινάκη είχε η εκτενής αναφορά του στα ιδεολογικά χαρακτηριστικά της κεντροδεξιάς παράταξης, αναλύοντας την ιστορική και συμβολική σημασία του παραδοσιακού εμβλήματος του κόμματος.
«Η έννοια του πυρσού… Ο πυρσός είναι το έμβλημα μιας. Μια παράταξη δεν είναι μόνο ένα έμβλημα που έχει αξία. Είναι οι ιδέες της και είναι και το DNA της. Πολλές φορές πολλοί μιλάνε για το DNA του νεοδημοκράτη. Δεν θεωρώ εγώ θεωρητικό το DNA του νεοδημοκράτη.»
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος προσδιόρισε το «DNA του νεοδημοκράτη» μέσα από τρία συγκεκριμένα και διαχρονικά χαρακτηριστικά:
Όπως εξήγησε, την ώρα της μεγάλης πολιτικής μάχης, η βάση της παράταξης επιλέγει τη συλλογικότητα. Υπογράμμισε δε με νόημα ότι, σε αντίθεση με τα επώνυμα πολιτικά πρόσωπα που έχουν λάβει αναγνώριση και ψήφους από τη Νέα Δημοκρατία, η πλειονότητα των απλών αγωνιστών που στηρίζουν το κόμμα διαχρονικά «δεν έχουν πάρει ποτέ τίποτα».
Ο κ. Μαρινάκης τόνισε ότι η Νέα Δημοκρατία, παρά τα λάθη που αναμφίβολα έχει διαπράξει στην ιστορική της διαδρομή, απέδειξε σε όλες τις κρίσιμες και ιστορικές στιγμές της χώρας ότι είναι μια παράταξη που «έβαλε την πατρίδα πάνω από το κόμμα».
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος έκανε ειδική αναφορά στους ανθρώπους που κράτησαν όρθια την παράταξη σε εξαιρετικά δυσμενείς περιόδους, όπως τη δεκαετία του ’80.
«Το τρίτο πάρα πολύ σημαντικό και αυτό θεωρώ ότι έχει το DNA πολιτικά, του αγωνιστή. Αυτού δηλαδή που τη δεκαετία του 80, κόντρα στα “πράσινα καφενεία και στους πράσινους διορισμούς και το δώστα όλα” άντεξε. Αυτοί που κρύβαν τις τότε κοντά στην παράταξη εφημερίδες για να μην τους λιντσάρουν. Είναι αυτοί οι οποίοι στα πανεπιστήμια δεν υπέκυψαν στη λαίλαπα των καταλήψεων και του φασισμού.»
Σύμφωνα με τον κ. Μαρινάκη, αυτή ακριβώς η ιστορική παρακαταθήκη του «Πυρσού» και των αξιών που αντιπροσωπεύει, μεταφράζεται σήμερα στην ανάγκη για δυναμική παρουσία στην κεντρική πολιτική σκηνή, απέναντι σε κάθε προσπάθεια αποσταθεροποίησης της χώρας.
Εξωτερική Πολιτική: Η στάση έναντι της Τουρκίας και το δόγμα των «ήρεμων νερών»
Η συνέντευξη ολοκληρώθηκε με τα ζητήματα της εξωτερικής πολιτικής και της εθνικής άμυνας, με τον κυβερνητικό εκπρόσωπο να σχολιάζει τις πληροφορίες σχετικά με ενδεχόμενη νομοθετική πρωτοβουλία της Τουρκίας που επιχειρεί να αμφισβητήσει κυριαρχικά δικαιώματα στο πλαίσιο του Δικαίου της Θάλασσας. Ο κ. Μαρινάκης εμφανίστηκε καθησυχαστικός ως προς τη διεθνή νομιμότητα, τονίζοντας ότι μια τέτοια μονομερής ενέργεια, εάν τελικά υλοποιηθεί, «δεν θα παράγει κανένα αποτέλεσμα σε επίπεδο διεθνούς δικαίου και δικαίου της θάλασσας, γιατί θα είναι μια μονομερής ενέργεια που δεν έχει κανένα αποτύπωμα».
Ωστόσο, κατέστησε σαφές ότι η ελληνική πλευρά δεν πρόκειται να παραμείνει αδρανής. Υπενθύμισε με έμφαση ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης υπήρξε ο πρώτος Έλληνας Πρωθυπουργός που έθεσε επισήμως και διεθνώς το ζήτημα της άρσης του παράνομου τουρκικού casus belli ως απαράβατο όρο προκειμένου να έχει η Τουρκία οποιαδήποτε συμμετοχή σε διεθνή εξοπλιστικά προγράμματα, ανατρέποντας μια παγιωμένη κατάσταση τριάντα ετών.
Αναφερόμενος στη στρατηγική των «ήρεμων νερών» στο Αιγαίο, ο κ. Μαρινάκης διευκρίνισε τη φιλοσοφία της Αθήνας, στέλνοντας ένα ξεκάθαρο μήνυμα προς την Άγκυρα:
«Τα “ήρεμα νερά” δεν είναι αυτοσκοπός. Τα “ήρεμα νερά” είναι μια επιδίωξη κάθε δημοκρατικής χώρας, η οποία σέβεται το διεθνές δίκαιο. Και μπορώ να σας πω ότι αυτή μας η επιθυμία, η οποία δεν αλλάζει και δεν θεωρώ ότι υπάρχει αυτή τη στιγμή ορατός κάποιος κίνδυνος, δεν συνεπάγεται ούτε υποχωρητικότητα, ούτε αφέλεια. Ναι, θέλουμε να μιλάμε με τον γείτονά μας. Πιστεύουμε ότι ο διάλογος έχει δώσει πολλά παραπάνω από όσα μας έχει “κοστίσει” -δεν μας έχει κοστίσει τίποτα. Αλλά δεν υποχωρούμε ούτε κατ’ ελάχιστον στις πάγιες ελληνικές διαχρονικές θέσεις.»
Με τον τρόπο αυτό, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος έκλεισε τη συνέντευξή του, επαναβεβαιώνοντας ότι η επιδίωξη του διαλόγου και της σταθερότητας στην περιοχή συμβαδίζει απόλυτα με την απαρέγκλιτη προάσπιση της εθνικής κυριαρχίας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας.
Διαβάστε περισσότερα
