13/06/2026 2:15 μμ.
Το Σάββατο 6 Ιούνη η ομάδα Lαλοπ διοργάνωσε μια εκδήλωση στο αυτοδιαχειριζόμενο στέκι Πέρασμα με αφορμή την έκδοσή τους “Πρακτικές φροντίδας του ψυχικού πόνου μέσα και πέρα από το ίδρυμα: Κείμενα πάνω στο κίνημα της θεσμικής ψυχοθεραπείας”.
Θα αναφερθούμε σε κάποια σημεία που το κάθε ένα από αυτά αρκεί για να φρίξεις, αλλά προφανώς εμείς βρεθήκαμε κατά λάθος σε βραδιά ψυχιατρικού bingo.
Το κάλεσμα[1] χρησιμοποιεί ριζοσπαστική γλώσσα και θέτει ερωτήματα που δημιουργούν την εντύπωση πως πρόκειται για κόσμο του ευρύτερου κινήματος που έχει βιωματική εμπειρία με τον ψυχιατρικό εγκλεισμό και βία. Ταυτιστήκαμε ενστικτωδώς αλλά θόλωσε γρήγορα όταν διαβάσαμε ότι η έκδοση “γεννήθηκε μέσα από εμπειρίες ανθρώπων που βρέθηκαν είτε να εργάζονται σε δομές ψυχικής υγείας είτε να περνούν από αυτές”[2]. “Βρέθηκαν”… Σαν να λέμε: “σκόνταψα κι έγινα ανθρωποφύλακας”. Θέλοντας όμως να μην έχουμε αρνητική προδιάθεση, υποθέσαμε πως αν κάποιο από την ομάδα εργάστηκε σε κάποια δομή κάποια στιγμή, δεν θα εμφανιζόταν σε αυτοδιαχειριζόμενο στέκι με αυτή του την ιδιότητα.
Στις τοποθετήσεις των εισηγητών έγινε προφανές ότι η ομάδα δεν απαρτίζεται από θεραπευόμενα, τρελά, ψυχασθενή, άρρωστα και ανάπηρα, αλλά αυτούς που βρίσκουμε απέναντί μας μέσα και πέρα από τα ιδρύματα. Έτσι δεν ξαφνιαστήκαμε όταν μάθαμε ότι η έκδοση που ετοίμασαν δεν είναι αποτέλεσμα πολιτικής δουλειάς ατόμων που δέχτηκαν περιορισμούς, διαγνώσεις, φαρμακευτικές αγωγές, απομόνωση και άλλη ψυχιατρική βία, αλλά μια συλλογή μεταφράσεων κειμένων γύρω από το ψυχιατρικό νοσοκομείο Saint-Alban (πρωτοφανής η πολιτική αποτυχία του τίτλου). Μια δομή, ένα ίδρυμα, που παρουσίασαν ως κάτι ριζοσπαστικό γιατί είχε χαρακτηριστικά πιο ανθρώπινης φυλακής. Στην προβολή ακούσαμε διευθυντές, ψυχιάτρους και νοσηλευτές του ιδρύματος, μας έδειξαν τέχνη που έφτιαχναν οι νοσηλευόμενοι και μας μίλησαν για κάτι που θεωρούσαν μοναδικό, την εργοθεραπεία (δηλαδή την εργασιακή τους εκμετάλλευση), όπου οι έγκλειστοι παρήγαγαν αντικείμενα προς πώληση με ανταμοιβή. Γιατί όμως μας νοιάζει εμάς το Saint-Alban; Έλα ντε, δε μας νοιάζει, απλά πάλι κάποιος μας πασάρει τη διατριβή του για ριζοσπαστικό πολιτικό λόγο χρησιμοποιώντας την χιλιοτριμμένη και ψευδή δικαιολογία “υπάρχει κενό πολιτικού λόγου”.
Δεν υπάρχει κανένα κενό πολιτικού λόγου. Όποιο θέλει να βρει πολιτική παρακαταθήκη μπορεί, αρκεί να είναι πρόθυμο να ασχοληθεί. Αν δεν την βρίσκει, δεν πειράζει. Ακόμα και αν υπήρχε, βέβαια, κενό πολιτικού λόγου γιατί χρειάζεται να το γεμίσουμε με νοήματα των αφεντικών;
Η έκδοση τυπώθηκε σε 100 αντίτυπα και εξαντλήθηκε κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης. Προτείνουμε αν θεωρεί κάποιο ότι πρέπει ντε και καλά να ξανατυπωθεί αυτό το σίχαμα, να γίνει με έναν πιο ταιριαστό τίτλο:
“Πρακτικές αποξένωσης ψυχασθενών μέσα στο ίδρυμα και το “ανταγωνιστικό” κίνημα: Πώς οι ανθρωποφύλακες θα κάνουμε πιο ανθρώπινες τις φυλακές (σ.σ. ανοίγοντας τις πόρτες μια φορά την εβδομάδα και φτιάχνοντας καπκεικς με τους γείτονες)”
Από την αρχή της εκδήλωσης δημιουργήθηκε ένα πλαίσιο συζήτησης και ένας νοηματικός χώρος που εμείς, τρελά και ανάπηρα, δεν χωράγαμε. Η συζήτηση στήθηκε με τέτοιο τρόπο που συμμετείχαν με ευκολία όλα όσα μας κοιτάνε απ’ έξω κι αφ’ υψηλού σαν να μην είμαστε παρόντα. Εμείς δεν μπορούσαμε να συμμετέχουμε, παρά μόνο παρεμβατικά. Όχι ότι αν είχαν κάνει το μίνιμουμ της προσπάθειας για να μπορέσουμε να συμμετάσχουμε, εμάς θα μας ενδιέφερε να ανοίξουμε διάλογο με ψυχίατρους και δη μέσα σε αυτοδιαχειριζόμενο στέκι, αλλά είπαμε, ψυχιατρικό bingo.
Ακόμη και η λάιτ εκδοχή της θεσμικής συσχέτισης, των ακαδημαϊκών ερευνητών, παίρνει ως δεδομένο ότι συναινούμε στο να μας παρατηρούν, να πειραματίζονται πάνω μας και να δημοσιεύουν τα ευρύματά τους με εμάς να είμαστε στην καλύτερη γλάστρες στο φόντο.
Όπως και με κάθε ψυχίατρο που έχουμε συναντήσει, αλίμονο αν έλειπε η μείωση των ανθρώπων σε περιστατικά χωρίς τη συναίνεσή τους. Φαντάσου τώρα ο μαλάκας που πηγαίνεις μια φορά τη βδομάδα να είναι σε ένα στέκι και να μιλάει για κάτι που σου συνέβη υποκρινόμενος ότι είναι πολύ κουλ τύπος επειδή καταλαβαίνει ότι ήταν κάτι που σε πόνεσε.
Δηλαδή ο πόνος και η βία στην οποία οι ίδιοι συμβάλλουν είναι αντικείμενο προς κατανάλωση και ελεύθερη χρήση είτε ως αφορμή να μοιραστούν τις μοναδικές και πολύτιμες σκέψεις τους (σαρκασμός) είτε για να ταΐσουν τον εγωισμό τους (παθολογικοποίηση της σκατίλας).
Αντί να συζητάμε πως θα καταστραφούν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και τα ψυχιατρεία, ακούσαμε ότι τους είναι δυσάρεστο που τα παιδιά μεταναστά είναι απλά νούμερα στην οθόνη τους. Δηλαδή σαν να μην έφτανε ότι βγάζουν λεφτά από ιδρύματα εγκλεισμού, βροντοφωνάζουν και “Προβολέας σε μένα!”
Έχει γίνει ένα μεγάλο πολιτικό κακό στο ντόπιο κίνημα από την πολιτική κυριαρχία του Σύριζα και μετά, κι αυτό είναι ότι δημιουργήθηκαν κρατικές δομές που αγκάλιασαν τους ψηφοφόρους του και τους φίλους τους. Από στρατόπεδα συγκέντρωσης, ως “δομές φιλοξενίας ανηλίκων” (δηλαδή στρατόπεδα συγκέντρωσης για παιδιά) αλλά και ιδρύματα όπως ψυχιατρεία. Ήρθε όλος αυτός ο αριστερο-ακροαριστερός συρφετός και στελέχωσε τον κρατικό μηχανισμό και προσπαθεί να μας πείσει ότι είναι ψυχοπονιάρηδες μπάτσοι.
Το μόνο που θα είχαμε να πούμε σε αυτά τα τυπάκια είναι να παραιτηθούν από τις σκατοδουλειές που κάνουν και να κάνουν ενδοσκόπηση μερικά χρόνια πριν ξανατολμήσουν να έρθουν να παρουσιαστούν ως κάτι συντροφικό σε μας.
Αυτή η εκδήλωση δεν ήταν με κανένα τρόπο κομμάτι ενός ριζοσπαστικού αγώνα με θέμα την θεσμική ψυχιατρική. Από την παντελή έλλειψη κάλυψης βασικών αναγκών για άρρωστα και ανάπηρα ως την αισθητή απουσία εμπειρίας θεραπευόμενων, ήρθαν τα φερέφωνα των αφεντικών μες το κίνημα να μας πουν ότι μπορούν να μας φέρονται καλύτερα. Ήταν αναμασημένος κρατικός λόγος με αριστερή νότα, κομμένος και ραμμένος για αυτούς που θέλουν να μας παρατηρούν απ’ έξω κρατώντας μας σε απόσταση: γιατροί, νοσηλευτές, φοιτητά παντείου και ιατρικής και όσοι ασχολούνται με τους ψυχασθενείς ως φιλανθρωπικό χόμπι.
Αντί επιλόγου
Έχουμε μεγάλη ανάγκη να συζητήσουμε για την θεσμική ψυχοθεραπεία αλλά και να αλληλοϋποστηριχτούμε για τις πληγές που έχει υποστεί το σώμα και το μυαλό μας. Μια συντροφικότητα που υποστηρίζει τις αντιστάσεις, που μοιράζεται βιώματα και πλαισιώνει πολιτικά τον πόνο και την βία που κουβαλάμε. Μια ανάγκη που θα καλυφθεί από εμάς για εμάς και όχι από το αριστερό χέρι του κράτους.
Για τα λίγα χρηστά και επιβιώσαντα της ψυχιατρικής που πήραν τον λόγο, αδυνατούμε να χωρέσουμε σε μερικές λέξεις την βαθιά συγκίνηση που νιώσαμε ακούγοντάς σας. Δεν ήταν εύκολο να καταλάβουμε πολιτικό και νοηματικό χώρο όμως εσείς το κάνατε. Η περηφάνια του λόγου σας, η δύναμη της παρουσίας σας, οι εμπειρίες που μοιραστήκατε μας αγγίζουν. Ήταν μια δύσκολη βραδιά που θα χρειαστούμε πολύ καιρό για να την αφήσουμε πίσω μας. Εσείς ανοίξατε τα χέρια σας και μοιραστήκατε την ευαλωτότητά σας αμετανόητα. Ελπίζουμε να ξαναβρεθούμε να σας το πούμε και από κοντά.
Και τέλος πάντων, για να φτάσουμε και στον λόγο που αναρτούμε αυτό το κείμενο. Αν πήγες σε αυτήν την εκδήλωση με την ελπίδα ότι θα συναντήσεις παρόμοιες φωνές με τη δική σου, πως θα βρεις ένα προσεγμένο πλαίσιο υποστήριξης και έφυγες νιώθοντας αηδία, απελπισία, αποξένωση ή απλά μπερδεμένο, να ξέρεις πως δεν είσαι το μόνο. Είμαστε πολλά και μοιραζόμαστε τη φροντίδα μας μακριά από τους διαχειριστές ανθρώπων.
Ψυχασθενή, άρρωστα και ανάπηρα
[1] kinimatorama.net/event/191602
[2] Η πρόταση αυτή αρχικά μας έμοιαζε πολιτικά ατυχής, εν τέλει κάνει ακριβώς αυτό που στόχευε. Είναι σαν κάποιο να μας λέει ότι ο πολιτικός του λόγος “γεννήθηκε μέσα από εμπειρίες ανθρώπων που βρέθηκαν είτε να εργάζονται σε αστυνομικά τμήματα είτε να περνούν από αυτά” προτάσσοντας στην ουσία ότι αυτοί οι δύο διαζευκτικοί κόσμοι οφείλουν να αφήσουν στην άκρη τις διαφορές τους και να ενώσουν τις δυνάμεις τους απέναντι στο κράτος. Προσθέτοντας στον πρόλογο της έκδοσης ότι εμπλέκονται με το ζήτημα “είτε γιατί τα ίδια είτε δικοί μας άνθρωποι χρειάστηκε να καταφύγουμε σε ειδικούς θεσμούς για να βγούμε από μια δύσκολη στιγμή” προσπαθούν να μας πουν ότι η παραμικρή σύνδεση με όσα δέχονται καταπίεση από την ψυχιατρική κάπως αρκεί για να τους βάλει στο κέντρο αυτής της συζήτησης.
