Τελευταία νέα
Κατεχόμενα: Γυναίκα ομολόγησε ότι σκότωσε τον άντρα της με 30 μαχαιριές Παναθηναϊκός: Ο Νίστρουπ εντόπισε τα λάθη του πρώτου ματς και ζητά τη νίκη-πρόκριση στην Τσεχία Βολιβία: Στη φυλακή ο γκουρού της Ακροδεξιάς για απόπειρα γυναικοκτονίας Τραυματίστηκε χειρίστρια jet ski ανοικτά του Πολυγύρου Χαλκιδικής Φονικές πλημμύρες στο Νεπάλ: Ώρες αγωνίας για τους εκατοντάδες αγνοούμενους – Τι οδήγησε στη βιβλική καταστροφή ΕΛΑΣ: «Θα φορολογήσει ο πρωθυπουργός τα έκτακτα κέρδη των πετρελαϊκών; – Αναμένουμε με ενδιαφέρον» Χανιά: 94χρονος αυτοπυροβολήθηκε μέσα στο αυτοκίνητό του – Νοσηλεύεται τραυματισμένος Καρκίνος στο πάγκρεας: Εγκρίθηκε από τον FDA το πρωτοποριακό φάρμακο που διπλασιάζει τον χρόνο επιβίωσης Γυναικοκτονία στη Ροδόπη: Ανέκτησε τις αισθήσεις του ο δράστης – Η παθολογική ζήλια του για την 44χρονη Συνάντηση Μητσοτάκη με την υποψήφια για το αξίωμα της νέας γενικής γραμματέως του ΟΗΕ Η Ρωσία κατασκευάζει 4 πυρηνικoύς σταθμούς στο Ιράν, πάγωσαν ΗΠΑ και Ισραήλ Τραμπ: ο… αλογομούρης πρόεδρος: Οι επενδύσεις στη SpaceX και τα «πολεμικά» κέρδη από πετρελαϊκές εταιρείες
Athens.indymedia.org

[Αναλύσεις] [ΦΕΑΝ] Eισήγηση στην εκδήλωση “Αναρχικοί και Οργάνωση” στις 13/6 στο ελευθεριακό-κοινοτικό στέκι Αντάμα

16/06/2026 7:26 μμ.

Eισήγηση της ΦΕΑΝ στην εκδήλωση “Αναρχικοί και Οργάνωση” στις 13/6 στο ελευθεριακό-κοινοτικό στέκι Αντάμα
Συντρόφισσες και σύντροφοι καλησπέρα,
Η αποψινή εκδήλωση φιλοδοξεί να ανοίξει έναν γόνιμο διάλογο γύρω από τη σχέση αναρχισμού και οργάνωσης. Έναν διάλογο αφενός ιδεολογικό και ιστορικό, που επιχειρεί να φωτίσει τις διαφορετικές θεωρητικές και πολιτικές προσεγγίσεις που αναπτύχθηκαν μέσα στο αναρχικό κίνημα και αφετέρου πρακτικό και επίκαιρο, που αφορά τα καθήκοντα, τις προκλήσεις και τις προοπτικές του αναρχικού αγώνα στο εδώ και το τώρα.
Η ίδρυση της Φεντεραλιστικής Ένωσης Αναρχικών πριν από λίγους μήνες δεν θεωρήσαμε ποτέ ότι συνιστά μια στιγμή οργανωτικής κορύφωσης, πολλώ δε μάλλον την πραγμάτωση της οργανωτικής και πολιτικής πρότασης που οραματιζόμαστε για το αναρχικό κίνημα. Αντιθέτως, αντιλαμβανόμαστε την ΦΕΑΝ ως την απαρχή μιας νέας διαδικασίας οργανωτικής και πολιτικής οικοδόμησης, η οποία θα χρειαστεί χρόνο, επιμονή και συλλογική δουλειά προκειμένου να παράξει απτά αγωνιστικά αποτελέσματα και να αποκτήσει πλατιά ταξικά και κοινωνικά ερείσματα κατά τα επόμενα χρόνια.
Ταυτόχρονα, η συγκρότησή της λειτουργεί ως έναυσμα για έναν ευρύτερο κινηματικό αναστοχασμό σχετικά με τον τρόπο που ο ελλαδικός αναρχικός χώρος έχει δομηθεί και αναπτυχθεί από τη μεταπολίτευση μέχρι σήμερα. Αποτελεί μια αφορμή για να τεθούν εκ νέου, όχι μόνο θεωρητικά αλλά και μέσα από ένα ζωντανό οργανωτικό παράδειγμα, κρίσιμα ερωτήματα που αφορούν τον στρατηγικό προσανατολισμό του κινήματος, τις τακτικές του επιλογές, τα οργανωτικά και πολιτικά του εργαλεία, καθώς και ως προς το υποκείμενο απεύθυνσης του.
Για εμάς, η οργάνωση δεν αποτελεί ένα «τεχνικό» ζήτημα, ούτε η μορφή της πολιτικής συγκρότησης των αναρχικών προηγείται της ταυτότητας, των αρχών και των σκοπών μας. Αντιθέτως, η οργάνωση έρχεται να εκφράσει, να συγκροτήσει και να προσδώσει συγκεκριμένη μορφή στον πολιτικό αγώνα. Η ίδια η έννοια της οργάνωσης συνιστά αδιαφοροποίητο στοιχείο της αναρχικής κοσμοθεώρησης και των αναρχικών προταγμάτων, τόσο σε σχέση με το όραμά μας για μια νέα κοινωνία όσο και με τον αγώνα που διεξάγουμε στο παρόν. Έναν αγώνα που αντλεί το περιεχόμενο και τον προσανατολισμό του από τον τελικό μας σκοπό: την επαναστατική ανατροπή του υπάρχοντος και την κοινωνική ανοικοδόμηση.
Αυτήν ακριβώς την παραδοχή θα επιχειρήσουμε να τεκμηριώσουμε μέσα από μια σύντομη ιστορική αναδρομή στις οργανωτικές μορφές του αναρχικού κινήματος από την γέννησή του στους κόλπους της Διεθνούς Ένωσης των Εργαζομένων, τους σημαντικούς επαναστατικούς σταθμούς της ιστορίας του, έως την σύγχρονη πολιτική πείρα. Στη συνέχεια θα καταθέσουμε τη δική μας κριτική θέση σχετικά με το τι απαιτείται σήμερα, ποια είναι τα καθήκοντα που έχουμε μπροστά μας και ποιες οργανωτικές και πολιτικές προϋποθέσεις χρειάζεται να οικοδομηθούν, ώστε το αναρχικό κίνημα να μπορέσει να ανταποκριθεί στις ιστορικές απαιτήσεις της εποχής μας. Να αναδειχθεί, δηλαδή, ως αυτό που πραγματικά, από την ίδια του την ιστορική μήτρα είναι: ένα πολιτικό κίνημα επαναστατικής ανατροπής και όχι μια δύναμη διαμαρτυρίας, καταδικασμένη να παρακολουθεί τις εξελίξεις από το περιθώριο ή να κινείται στην ουρά άλλων πολιτικών σχεδίων.
Η γέννηση του αναρχισμού στην 1η διεθνή
Ο αναρχισμός ως πολιτικό και επαναστατικό κίνημα γεννήθηκε μέσα στην καρδιά της ταξικής πάλης και συγκεκριμένα μέσα στην Διεθνή Ένωση των Εργαζομένων. Πιο πριν, μπορούμε μεν να βρούμε προδρόμους σε θεωρίες και στοχαστές, ιδιαίτερα του λεγόμενου «πρώιμου σοσιαλισμού», όμως σαν πολιτικό κίνημα η υλική προέλευση του αναρχισμού βρίσκεται εκεί, μέσα στις ταξικές οργανωτικές διεργασίες των τελών του 19ου αιώνα.
Η Διεθνής Ένωση των Εργαζομένων αποτέλεσε ουσιαστικά την πρώτη μαζική οργάνωση εργαζομένων όπου οι διαφορετικές σοσιαλιστικές, εργατικές και επαναστατικές τάσεις συναντήθηκαν, αντιπαρατέθηκαν και συγκρούστηκαν σκληρά στην προσπάθεια να απαντήσουν σε καίρια πρακτικά ζητήματα: πώς οργανώνεται η εργατική τάξη, ποια είναι η σχέση μεταξύ πολιτικής και οικονομικής πάλης, ποιος είναι ο ρόλος του κράτους και του κόμματος ή της πολιτικής οργάνωσης. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο αναρχισμός δεν εμφανίζεται απλώς ως μια αφηρημένη ιδεολογία, αλλά ως συγκεκριμένη πολιτική κατεύθυνση που διαμορφώνεται σε αντιπαράθεση με άλλες στρατηγικές, κυρίως εκείνη που εκφράστηκε από τους Καρλ Μαρξ και Φριντριχ Ένγκελς.
Η παρέμβαση του Μπακούνιν και άλλων αναρχικών της εποχής, όπως του Τζέιμς Γκιγιώμ, υπήρξε καθοριστική για αυτή τη διαδικασία. Ο Μπακούνιν δεν εισήλθε στη Διεθνή ως θεωρητικός απομονωμένος από την πράξη, αλλά ως επαναστάτης με εμπειρία σε εξεγέρσεις και μυστικές οργανώσεις. Αντιλαμβανόταν την εργατική τάξη ως δύναμη επαναστατικής κοινωνικής αλλαγής, που συμμαχικά με τους αγρότες της υπαίθρου θα έπρεπε να οργανωθεί από τα κάτω, μέσα από ομοσπονδιακές δομές, συνδικάτα και ενώσεις. Σε αντίθεση με την ιδέα ενός συγκεντρωτικού πολιτικού φορέα που θα καθοδηγεί το προλεταριάτο των πόλεων, ο Μπακούνιν προωθούσε μια μορφή οργάνωσης που βασίζεται στον φεντεραλισμό, την αυτονομία των επιμέρους τμημάτων και στον εθελοντικό συντονισμό τους.
Ωστόσο, η σκέψη και η πρακτική του Μπακούνιν δεν μπορούν να κατανοηθούν χωρίς την Συμμαχία για την Σοσιαλιστική Δημοκρατία, η οποία αποτέλεσε την πρώτη ιστορικά αναρχική πολιτική οργάνωση. Η Συμμαχία λειτούργησε ως μια ειδική, με συγκεκριμένο καταστατικό και πρόγραμμα, πιο συνεκτική πολιτική οργάνωση στο εσωτερικό της Διεθνούς. Εδώ αναδύεται μια κρίσιμη πτυχή της μπακουνινικής προσέγγισης, η οποία διαπερνά συνολικά την αναρχική παράδοση και αναγνωρίζεται λανθασμένα ως μια αντίφαση: από τη μία πλευρά, η έντονη κριτική σε κάθε μορφή «εξωτερικής καθοδήγησης» της εργατικής τάξης και από την άλλη, η αναγνώριση της ανάγκης για μια συνεκτική επαναστατική μειοψηφία που θα δρα συντονισμένα μέσα σε αυτή, θα επεξεργάζεται στρατηγική και θα επηρεάζει το μαζικό κίνημα.
Ο Μπακούνιν μιλούσε για μια «αόρατη δικτατορία» των επαναστατών -έναν όρο που συχνά παρερμηνεύεται-, αλλά αποτυπώνει ακριβώς αυτή την στρατηγική ή κατά άλλους, αυτή την «αντίφαση». Δεν εννοούσε όμως μια επίσημη εξουσία, όπως διατείνονται όσοι μιλούν για «αντίφαση» αλλά ένα δίκτυο αγωνιστών, που χωρίς να καταλαμβάνει θεσμικές θέσεις, θα ασκεί επιρροή μέσω της δράσης, της πειθούς και της συμμετοχής στους αγώνες. Αυτή η σύλληψη απορρίπτει τον συγκεντρωτισμό, αλλά δεν αρνείται την οργάνωση στην βάση των ιδεολογικών αρχών και του κοινού προγράμματος. Αντίθετα, προτείνει μια διπλή οργανωτική μορφή: μαζικές, ανοιχτές οργανώσεις της εργατικής τάξης και ταυτόχρονα πιο συνεκτικές πολιτικές οργανώσεις που λειτουργούν στο εσωτερικό τους. Αυτή η στρατηγική αναπτύχθηκε παραπέρα από τα ρεύματα του πλατφορμισμού και του εσπεσιφισμού και ονομάζεται σήμερα «οργανωτικός δυισμός».
Η σύγκρουση με τον Μαρξ στη Διεθνή κορυφώθηκε γύρω από αυτά ακριβώς τα ζητήματα. Το Γενικό Συμβούλιο, υπό την επιρροή του Μαρξ, επιδίωκε έναν πιο κεντρικό συντονισμό και την ανάπτυξη πολιτικών κομμάτων δήθεν της εργατικής τάξης που θα συμμετέχουν και στο πεδίο της πολιτικής εξουσίας. Αντίθετα, οι αναρχικοί τόνιζαν ότι κάθε μορφή κρατικής εξουσίας -ακόμη και αν κατακτηθεί από τους εργάτες ή για την ακρίβεια, εξ’ ονόματος τους-, θα αναπαρήγαγε την ύπαρξη μιας διαχωρισμένης εξουσίας και μοιραία, θα γεννούσε νέες ανισότητες και καταπιέσεις, όπως αργότερα επιβεβαιώθηκε στα λεγόμενα «σοσιαλιστικά καθεστώτα». Η ρήξη αυτή οδήγησε τελικά στη διάσπαση της Διεθνούς στο συνέδριο της Χάγης το 1872.
Η συμβολή του μπακουνινικού ρεύματος υπήρξε καθοριστική για τη διαμόρφωση της αναρχικής παράδοσης. Οι ιδέες της ομοσπονδιοποίησης και της άρνησης της πολιτικής εξουσίας έγιναν βασικά στοιχεία του αναρχικού κινήματος, το οποίο συγκρότησε τα πρώτα του «κάστρα» σε χώρες όπως η Ισπανία, η Ιταλία και η Ελβετία. Ταυτόχρονα, η εμπειρία της Συμμαχίας άφησε ως παρακαταθήκη το ζήτημα της ειδικής αναρχικής οργάνωσης: πώς μπορεί να υπάρξει ιδεολογική πολιτική οργάνωση και στρατηγική χωρίς να αναπαραχθούν ιεραρχικές σχέσεις και γιατί είναι αναγκαία αυτή η οργάνωση;
Αυτό το ερώτημα θα επανεμφανιστεί στην αναρχική ιστορία, από τις συζητήσεις γύρω από την μορφή της αναρχικής οργάνωσης μέχρι τις «αντιοργανωτικές» ενστάσεις. Η γέννηση του αναρχισμού μέσα στη Διεθνή δεν είναι απλώς ένα ιστορικό γεγονός, αλλά η απαρχή μιας διαρκούς θεωρητικής και πρακτικής αντιπαράθεσης που θα διατρέξει όλη την αναρχική κινηματική ιστορία: πώς οργανωνόμαστε, πώς συντονιζόμαστε και πώς διατηρούμε την επαναστατική αποτελεσματικότητα χωρίς να προδίδουμε τις ίδιες τις αρχές της ελευθερίας και της ισότητας;
Ο πλατφορμισμός, ο συνθετισμός και οι μεταγενέστερες οργανωτικές τάσεις
Μερικές δεκαετίες αργότερα εμφανίζεται η «Πλατφόρμα της Γενικής Ένωσης Αναρχικών», ένα κείμενο που συντάχθηκε από την ομάδα Delo Truda, αποτελούμενη από αναρχικούς εξόριστους οι οποίοι είχαν βιώσει άμεσα την ήττα της Ρωσικής και της Ουκρανικής Επανάστασης και αναζητούσαν μια απάντηση στα αίτια αυτής της ήττα και την αδυναμία νικηφόρας αντιπαράθεσης του αναρχικού κινήματος απέναντι στην μπολσεβίκικη εξουσία.
Οι συντάκτες της Πλατφόρμας θέτουν ένα καίριο ερώτημα προς τις αντιοργανωτικές τάσεις του αναρχισμού: πώς είναι δυνατόν να παρουσιάζεται η οργάνωση ως ξένο σώμα προς τον αναρχισμό, όταν οι ίδιοι οι θεμελιωτές του, όχι μόνο δεν την αρνήθηκαν αλλά αφιέρωσαν σημαντικό μέρος της πολιτικής τους δράσης στην οικοδόμησή της;
Παρότι η Πλατφόρμα συχνά διαβάζεται αποκλειστικά ως μια οργανωτική πρόταση, στην πραγματικότητα αποτελεί ένα ευρύτερο πολιτικό και προγραμματικό κείμενο. Περιγράφει τόσο τα χαρακτηριστικά της κοινωνικής επανάστασης όσο και τα βασικά στοιχεία της κοινωνικής οργάνωσης που θα μπορούσε να προκύψει από αυτήν. Η οργανωτική της πρόταση δεν εμφανίζεται ως αυτοσκοπός, αλλά ως το αναγκαίο μέσο για τη συγκρότηση μιας αποτελεσματικής επαναστατικής δύναμης ικανής να συμβάλει στην πραγματοποίηση αυτού του κοινωνικού προτάγματος.
Βασιζόμενη στην παρακαταθήκη του μπακουνικού αναρχισμού, η Πλατφόρμα αναπτύσσει περαιτέρω την αντίληψη του οργανωτικού δυισμού και του φεντεραλισμού. Ως θεμέλια της αναρχικής οργάνωσης θέτει την ιδεολογική, τακτική και προγραμματική ενότητα, θεωρώντας ότι η χρόνια αποσπασματικότητα του κινήματος, η έλλειψη συλλογικής ευθύνης και η μετατροπή της ατομικής αυτονομίας σε απόλυτη αρχή αποτελούν βασικούς παράγοντες της πολιτικής του αδυναμίας. Με αυτή την έννοια, ασκεί κριτική στην αποθέωση της ατομικότητας, την οποία θεωρεί έκφραση φιλελεύθερων επιρροών που οδηγούν σε οργανωτική διάλυση και ιδεολογική σύγχυση.
Σχεδόν ταυτόχρονα αναπτύσσεται η συνθετιστική αντίληψη, κυρίως μέσα από τις παρεμβάσεις του Βολίν και άλλων αναρχικών θεωρητικών. Σε αντίθεση με την Πλατφόρμα, οι συνθετιστές θεωρούν ότι η ενότητα του αναρχικού κινήματος δεν πρέπει να βασίζεται στην ιδεολογική και προγραμματική ομοιογένεια, αλλά στη συνύπαρξη των διαφορετικών αναρχικών ρευμάτων μέσα σε μια κοινή ομοσπονδιακή δομή. Στόχος τους είναι η συνένωση κομμουνιστών αναρχικών, αναρχοσυνδικαλιστών, ατομικιστών και άλλων τάσεων σε ένα ενιαίο οργανωτικό πλαίσιο.
Κατά τη δική μας άποψη, η συνθετιστική πρόταση υποτιμά τις πραγματικές πολιτικές και θεωρητικές αντιθέσεις των αναρχικών τάσεων. Αντί να επιλύει τις αντιφάσεις αυτές μέσα από τη θεωρητική και πολιτική διαπάλη, επιχειρεί να τις υπερβεί οργανωτικά. Το αποτέλεσμα είναι η υποβάθμιση της πολιτικής ενότητας και η μετατόπιση του κέντρου βάρους από το κοινό επαναστατικό πρόγραμμα στη διαχείριση των εσωτερικών διαφορών με αυτοαναφορικούς και εσωστρεφείς παραλυτικούς όρους.
Παραπλήσια χαρακτηριστικά συναντώνται και στον λεγόμενο «αναρχισμό χωρίς επιθετικούς προσδιορισμούς», ο οποίος αναπτύχθηκε από αναρχικούς όπως η Βολτερίν ντε Κλερ. Η συγκεκριμένη αντίληψη υποστήριζε ότι οι διαφορετικές οικονομικές και κοινωνικές αντιλήψεις εντός του αναρχισμού δεν θα έπρεπε να αποτελούν εμπόδιο για την κοινή δράση και οργάνωση. Παρότι η ιστορική της εμφάνιση συνδέθηκε με την επιθυμία υπέρβασης των εσωτερικών συγκρούσεων του κινήματος, κατέληξε επίσης να υποβαθμίζει τη σημασία των στρατηγικών και προγραμματικών διαφορών και να υπερτονίζει το ατομικό έναντι του συλλογικού.
Σε μεταγενέστερες δεκαετίες, αρκετά από τα χαρακτηριστικά αυτών των ρευμάτων επανεμφανίζονται σε διάφορες εκδοχές του μετααναρχισμού ή του μεταμοντέρνου αναρχισμού. Παρά τις σημαντικές διαφορές που υπάρχουν μεταξύ των επιμέρους θεωρητικών προσεγγίσεων, κοινός παρονομαστής αποτελεί συχνά η άρνησης της ταξικής πάλης, η δυσπιστία απέναντι στα συλλογικά κοινωνικά υποκείμενα, η έμφαση στην ατομική εμπειρία και η απομάκρυνση από την επαναστατική στρατηγική ως κεντρικό άξονα του αναρχικού προτάγματος.
Ιδιαίτερη αναφορά αξίζει να γίνει και σε δύο ακόμη οργανωτικές παραδόσεις. Η πρώτη είναι ο αναρχοσυνδικαλισμός, ο οποίος θεωρεί ότι η επαναστατική συνδικαλιστική οργάνωση μπορεί να αποτελέσει το κύριο εργαλείο τόσο της κοινωνικής πάλης όσο και της κοινωνικής επανάστασης. Για τον λόγο αυτόν απορρίπτει την ανάγκη ύπαρξης μιας διακριτής ιδεολογικής και πολιτικής οργάνωσης των αναρχικών, αποδίδοντας τον πρωταγωνιστικό ρόλο στα εργατικά συνδικάτα.
Η δεύτερη είναι ο εσπεσιφισμός, μια λατινοαμερικανική εξέλιξη της πλατφορμιστικής παράδοσης, η οποία αναπτύχθηκε κυρίως μέσα από την εμπειρία οργανώσεων όπως η FAU της Ουρουγουάης. Ο εσπεσιφισμός διατηρεί τις βασικές αρχές της ιδεολογικής και πολιτικής οργάνωσης των αναρχικών, αλλά δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην κοινωνική εισδοχή, δηλαδή στη βαθιά και οργανική συμμετοχή των αναρχικών μέσα στα κοινωνικά κινήματα και τους αγώνες των καταπιεσμένων τάξεων. Υπό αυτό το πρίσμα, η αναρχική οργάνωση δεν αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως εξωτερικό καθοδηγητή των κοινωνικών αγώνων, αλλά ως ενεργό τμήμα τους, συμβάλλοντας στη συγκρότηση μορφών λαϊκής αυτοοργάνωσης και αντιεξουσίας που μπορούν να αποτελέσουν τα έμβρυα μιας μελλοντικής επαναστατικής κοινωνίας.
Ο ελλαδικός αναρχικός χώρος
Με βάση το ιστορικό και θεωρητικό πλαίσιο που επιχειρήσαμε να σκιαγραφήσουμε στα προηγούμενα μέρη, γίνεται φανερό ότι το ζήτημα της οργάνωσης δεν αποτελεί δευτερεύον τεχνικό ζήτημα, αλλά κεντρικό πεδίο μέσα στο οποίο κρίνεται η ίδια η δυνατότητα του αναρχισμού να υπάρξει ως επαναστατικό κοινωνικό κίνημα. Από τις πρώτες συγκροτήσεις του μέσα στην 1η Διεθνή, έως τις μεταγενέστερες οργανωτικές του εκδοχές και τις σύγχρονες θεωρητικές αντιπαραθέσεις, το οργανωτικό ζήτημα δεν έπαψε ποτέ να αποτελεί σημείο έντασης, διαπάλης και στρατηγικής σύγκρουσης. Σε αυτό το φόντο, η ανάλυση της σημερινής κατάστασης του αναρχικού χώρου στον ελλαδικό χώρο δεν μπορεί να ιδωθεί αποκομμένα ή περιγραφικά, αλλά ως κρίκος στην ίδια ιστορική αλυσίδα προβλημάτων και αντιφάσεων που διατρέχουν συνολικά το κίνημα.
Χαρτογραφώντας την οργανωτική διάρθρωση των αναρχικών δυνάμεων στον ελλαδικό χώρο, είναι αδύνατο να αποφύγουμε μια διαρκή εναλλαγή ανάμεσα σε αντιοργανωτικές τάσεις, αφορμαλιστικές πρακτικές και στοιχεία lifestyle πολιτικοποίησης, τα οποία τέμνουν σχεδόν κάθε υποθεματική της αποψινής εκδήλωσης.
Πρώτα απ’ όλα, χρειάζεται να γίνει σαφές ότι ο αναρχικός χώρος στην Ελλάδα, όπως συγκροτείται από τη μεταπολίτευση και έπειτα, δεν αποτελεί ιστορική συνέχεια του αναρχισμού όπως αυτός εμφανίστηκε σε προηγούμενες περιόδους του διεθνούς και εγχώριου εργατικού κινήματος. Ο αναρχισμός της Πελοποννήσου του 19ου αιώνα, για παράδειγμα, εντασσόταν οργανικά στις διεθνείς ταξικές διεργασίες της εποχής του και διατηρούσε σαφή συνείδηση της πολιτικής του ταυτότητας μέσα στο ευρύτερο εργατικό κίνημα.
Αντίθετα, στη σύγχρονη εκδοχή του, ο ελλαδικός αναρχικός χώρος συγκροτείται μέσα από μια διαφορετική ιστορική μήτρα. Δεν είναι η συζήτηση για την οργάνωση, τη στρατηγική ή τις εσωτερικές τάσεις του αναρχισμού που τον συγκροτεί ως ενιαίο πεδίο. Αντίθετα, ένα μεγάλο μέρος των επιρροών που τον διαμορφώνουν βρίσκεται συχνά εκτός της ίδιας της αναρχικής θεωρητικής παράδοσης: από τον μαρξισμό και τους καταστασιακούς, από τον μεταδομισμό και τον Φουκώ, την αυτονομία και την Τζούντιθ Μπάτλερ, μέχρι ρεύματα αντικουλτούρας, μουσικές σκηνές, αισθητικές υποκουλτούρες και μια γενικότερη (αντι)πολιτισμική στάση.
Το αποτέλεσμα είναι η συγκρότηση ενός πολιτικά ετερόκλητου χώρου, ο οποίος μεν παρεμβαίνει δυναμικά σε στιγμές κοινωνικής έντασης και συγκρούσεων, αλλά χωρίς σταθερό στρατηγικό κέντρο βάρους, ενιαία πολιτική ταυτότητα ή συνεκτικό οργανωτικό, πόσο μάλλον, προγραμματικό προσανατολισμό.
Σε αυτό το πλαίσιο, η κυρίαρχη μορφή οργάνωσης που έχει παγιωθεί ιστορικά είναι ο αφορμαλισμός. Όμως δεν πρόκειται απαραίτητα για τον συνειδητό αφορμαλισμό των αναρχικών παραδόσεων της άτυπης οργάνωσης και του εξεγερσιακού συντονισμού, αλλά για μια πρακτική μη-οργάνωσης: τη συγκρότηση μικρών ομάδων, ευκαιριακών σχηματισμών και ad hoc συνεργασιών που ενεργοποιούνται περιστασιακά, κυρίως γύρω από γεγονότα ή θεματικές της επικαιρότητας.
Παράλληλα, ένα σημαντικό τμήμα αγωνιστών και αγωνιστριών δεν εντάσσεται καν σταθερά σε συλλογικότητες, αλλά συμμετέχει αποσπασματικά, συνήθως μέσα από ανοιχτές συνελεύσεις ή ακολουθώντας καλέσματα. Αυτό δημιουργεί ένα διπλό φαινόμενο: από τη μία πλευρά την έναν «οργανωμένο» σε ολιγομελείς ομάδες χώρο που μεταξύ τους συγκρούονται ή συνεργάζονται ευκαιριακά και από την άλλη μια βάση ατόμων χωρίς σταθερή οργανωτική δέσμευση.
Η συνέπεια είναι ότι, στις περισσότερες περιπτώσεις, οι συλλογικότητες καταλήγουν να λειτουργούν ως κόμβοι πολιτικής βαρύτητας σε ανοιχτές συνελεύσεις που απλά «συμπαρασύρουν» μεμονωμένες ατομικότητες, οι οποίες εκπροσωπούν κυρίως τον εαυτό τους και όχι μια συλλογικά επεξεργασμένη γραμμή. Αυτό δεν οφείλεται πάντα σε πρόθεση ή σε «κλειστότητα» των οργανωμένων σχημάτων, αλλά στην ίδια τη δομή του αφορμαλιστικού μοντέλου: η πολιτική εμπειρία, η συνέπεια και η συλλογική επεξεργασία δεν κατανέμονται ισότιμα. Φυσικά, υπάρχουν και οι πολιτικές ατζέντες. Δεν είναι λίγες οι ομάδες που εξαιτίας της αδυναμίας τους να δράσουν, αντί να βρουν τα αίτια και να τα υπερβούν, «βλέπουν» τις ανοιχτές συνελεύσεις ως πεδίο εισοδισμού για νέα μέλη ή ως μια ευκαιρία πολιτικής αυτοπροβολής και επικάλυψης της πολιτικής τους ανυπαρξίας.
Επιπλέον, η αλληλοφαγία μεταξύ ομάδων και ατόμων επίσης αφορά το μοντέλο οργάνωσης. Όταν ξεχωριστά μεταξύ τους μικροσύμπαντα ενώνονται ευκαιριακά οι συγκρούσεις είναι αναπόφευκτες. Πέρα από τις αξιακές στρεβλώσεις οι οποίες είναι υπαρκτές, η αυτοαναφορικότητα και η περιστροφή γύρω από το «μεγάλο μικροσύμπαν» του χώρου αναπόδραστα διαφθείρει και την κοινή κουλτούρα. Αντί να ενωνόμαστε στην βάση στρατηγικών συμφωνιών, περισσότερο απασχολούμαστε με όρους κινηματικού κιτρινισμού με την α συλλογικότητα που έδρασε έτσι, την β συλλογικότητα που είπε αλλιώς, την γ ή δ περσόνα ή «σύντροφο με επιρροή». Και μετά, αναρωτιόμαστε, γιατί ο πολιτικός μας χώρος ολοένα και εξαφανίζεται από τον πολιτικό χάρτη και την κοινωνική του επιρροή!
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο αναδύεται ένα κρίσιμο παράδοξο. Ενώ το συγκεκριμένο μοντέλο ανοιχτών, ευκαιριακών και θεματικών ανοιχτών συνελεύσεων ή οι ευκαιριακές και θεματικές συνεργασίες των «οργανωμένων» έχει ιστορικά δοκιμαστεί και σε μεγάλο βαθμό έχει αποτύχει να παράξει σταθερή κοινωνική επιρροή, εξακολουθεί να αναπαράγεται ως η «φυσική» μορφή οργάνωσης των αναρχικών! Μάλιστα, ενώ το ίδιο αυτό το μοντέλο από την ίδια του την φύση βρίσκεται στον αντίποδα της ενιαίας οργάνωσης, ορισμένοι το εμφανίζουν ως «ενωτικό» και χαρακτηρίζουν ως «αντι-ενωτικούς» όσους μιλούν για κοινή οργάνωση!
Και εδώ προκύπτει μια ακόμη αντίφαση: το ίδιο αυτό το μοντέλο που εμφανίζεται ως αντίβαρο στην «ιεραρχία που μπορεί να δημιουργήσει μια οργάνωση», παράγει στην πράξη άτυπες ιεραρχίες, προσωπικές επιρροές και ανεπίσημα κέντρα αποφάσεων, τα οποία δεν ελέγχονται συλλογικά και δεν λογοδοτούν οργανωτικά. Έτσι, η απουσία συγκροτημένης οργάνωσης όχι μόνο δεν καταργεί την ιεραρχία, απλώς την μετατρέπει σε άτυπη και λιγότερο ελέγξιμη. Οι διάφοροι «αντιοργανωτικοί» τιμούν τα προσωπικά τους είδωλα στους κινηματικούς πεζόδρομους και την ίδια στιγμή μιλούν για «ιεραρχία» που μπορεί να παράξει μια οργάνωση!
Το πιο συχνό ίσως επιχείρημα υπέρ των ανοιχτών συνελεύσεων αφορά την ευελιξία τους και την ικανότητα άμεσης αντίδρασης σε στιγμές έντασης. Πράγματι, ιστορικά υπήρξαν στιγμές όπου αυτό το μοντέλο επέτρεψε γρήγορη κινητοποίηση και άμεση δράση, ειδικά σε περιόδους καταστολής ή κοινωνικών εκρήξεων. Όμως αυτό που λειτουργεί σε στιγμές έκτακτης συνθήκης δεν μπορεί αυτομάτως να μετατραπεί σε σταθερό μοντέλο πολιτικής συγκρότησης.
Γιατί μια ανοιχτή συνέλευση, χωρίς σταθερή συμμετοχή, χωρίς κοινές συμφωνίες και χωρίς διάρκεια στον χρόνο, δεν μπορεί να συγκροτήσει συνεκτική στρατηγική ούτε να παράξει σταθερά κοινωνικά ερείσματα. Στην πράξη, λειτουργεί περισσότερο ως μηχανισμός άμεσης αντίδρασης παρά ως εργαλείο διαρκούς πολιτικής οικοδόμησης. Έτσι, όσο ο χώρος μικραίνει αριθμητικά και χάνει την κοινωνική και ταξική του επιρροή, τόσο η επιμονή σε ένα αποσπασματικό μοντέλο οργάνωσης καταλήγει να λειτουργεί ανασχετικά αντί για ενισχυτικά, ακόμα και όσον αφορά τις «έκτακτες συνθήκες». Το αποτέλεσμα είναι ένας φαύλος κύκλος: η αδυναμία οργάνωσης παράγει αδυναμία επιρροής και η αδυναμία επιρροής αναπαράγει την προσκόλληση σε αδύναμα οργανωτικά σχήματα.
Απέναντι σε αυτή τη συνθήκη, η δική μας θέση είναι καθαρή. Η απάντηση δεν μπορεί να είναι η περαιτέρω διάχυση, αλλά η συγκρότηση μαζικής αναρχικής πολιτικής οργάνωσης. Αυτή είναι η κατεύθυνση που επιχειρεί να υλοποιήσει η ΦΕΑΝ τα επόμενα χρόνια, ακριβώς μέσα από την κριτική αποτίμηση των ορίων του υπάρχοντος μοντέλου και την προσπάθεια υπέρβασής του. Κι η συγκρότηση αυτή δεν είναι μια αφηρημένη επιλογή, αλλά μια αναγκαιότητα που προκύπτει από την ίδια την ιστορική εμπειρία του χώρου: από τις ήττες, τις αδυναμίες και την επαναλαμβανόμενη αδυναμία σταθερής κοινωνικής γείωσης. Στόχος δεν είναι η απλή «βελτίωση» των υπαρχουσών μορφών, π.χ. μέσω της ομοσπονδιοποίησης των ήδη υπαρχουσών συλλογικοτήτων, μια συνθήκη που θα ομοσπονδιοποιούσε ταυτόχρονα και τις παθογένειες, αλλά η ποιοτική υπέρβασή τους.
Lifestyle αναρχισμός
Στη σύγχρονη πραγματικότητα -και αυτό δεν αποτελεί αποκλειστικότητα του ελλαδικού χώρου- ο αναρχισμός απογυμνώνεται από τον ιστορικό του χαρακτήρα και επανανοηματοδοτείται ως ένα σύνολο αισθητικών επιλογών, πολιτισμικών στάσεων ή ατομικών ταυτοτήτων. Η τάση αυτή, που συχνά περιγράφεται ως «lifestyle αναρχισμός», μετατοπίζει το κέντρο βάρους από τηn συλλογική κοινωνική σύγκρουση στην ατομική αυτοέκφραση.
Ωστόσο, αυτή η μετατόπιση δεν αποτελεί διεύρυνση του αναρχισμού, αλλά αποπολιτικοποίησή του. Η έμφαση στην ατομική «αντίσταση» και τις αποσπασμένες από συλλογικά κοινωνικά υποκείμενα «αντικουλτούρες, δεν προωθεί την επαναστατική ρήξη με το εκμεταλλευτικό σύστημα που κυριαρχεί. Αντίθετα, ενσωματώνεται εύκολα σε αυτό, λειτουργώντας ως επιφάνεια εναλλακτικότητας χωρίς υλική μεταβολή των κοινωνικών σχέσεων.
Ο lifestyle αναρχισμός, στον βαθμό που λειτουργεί ως ατομικιστικός αναρχισμός, υποκαθιστά τη συλλογική δράση με προσωπικές πρακτικές. Μετατρέπει την ελευθερία σε ατομική εμπειρία και έκφραση, την συλλογικοποίηση σε εφήμερο «μέσο κοινωνικοποίησης» και τον αγώνα ως μια αντίδραση όχι απέναντι στο κράτος και το κεφάλαιο αλλά προς την κοινωνία η οποία αυθαίρετα ομογενοποιείται. Όμως, για την αναρχική παράδοση, η ελευθερία δεν μπορεί παρά να είναι κοινωνική: δεν υπάρχει ελεύθερο άτομο μέσα σε μη ελεύθερες κοινωνικές σχέσεις.
Αντί να αντιμετωπίζει την κοινωνία ως πεδίο σύγκρουσης και μετασχηματισμού, αυτή η προσέγγιση συχνά την παρακάμπτει, αναζητώντας «νησίδες ελευθερίας» στο εσωτερικό της υπάρχουσας τάξης. Το αποτέλεσμα είναι μια μετατόπιση από την επαναστατική στρατηγική προς μια αισθητική ή υπαρξιακή διαχείριση της δυσαρέσκειας. Είναι επίσης κρίσιμο να επισημανθεί ότι πολλές από αυτές τις πρακτικές, παρότι εμφανίζονται ως ριζοσπαστικές, είναι πλήρως συμβατές με τις λογικές της αγοράς. Υποκουλτούρες, στυλ, μουσικές σκηνές και «εναλλακτικές» ταυτότητες μπορούν εύκολα να εμπορευματοποιηθούν, μετατρεπόμενες σε προϊόντα lifestyle.
Αντίθετα, ο αναρχισμός ως πολιτικό πρόταγμα προϋποθέτει οργάνωση, συλλογικότητα και στρατηγική. Το ζητούμενο δεν είναι η ατομική διαφοροποίηση, αλλά η συγκρότηση κοινωνικών σχέσεων που αμφισβητούν και τελικά ανατρέπουν τις υπάρχουσες δομές κυριαρχίας. Αυτό φυσικά, δεν σημαίνει ότι η καθημερινή ζωή είναι δευτερεύουσα. Η προεικονιστική πολιτική -η προσπάθεια να οικοδομούμε στο παρόν μορφές που αντανακλούν τις αξίες της μελλοντικής κοινωνίας, αλλά και τα ίδια τα συλλογικά όργανα της νέας κοινωνίας- παραμένει κρίσιμη. Όμως όταν αυτή αποσυνδέεται από την ταξική σύγκρουση και από τη στρατηγική προοπτική της κοινωνικής ανατροπής, χάνει τον μετασχηματιστικό της χαρακτήρα.
Σε κάθε περίπτωση, ο αναρχισμός δεν μπορεί να περιοριστεί ούτε σε πολιτισμική ταυτότητα ούτε σε ατομικό τρόπο ζωής. Είναι ένα ιστορικό και πολιτικό κίνημα επαναστατικής ανατροπής. Και ακριβώς γι’ αυτό, η απομάκρυνση από την συλλογική οργάνωση και την υλιστική, ταξική και επαναστατική του ταυτότητα, οδηγεί αναπόφευκτα σε αποδυνάμωση, περιθωριοποίηση και τελικά ενσωμάτωση.
Επίλογος
Κλείνοντας, το διακύβευμα που τίθεται μέσα από όσα παρουσιάστηκαν δεν είναι θεωρητικό ή αφηρημένο, αλλά απολύτως πρακτικό: αφορά τη δυνατότητα του αναρχικού κινήματος να αποκτήσει συνέχεια, αποτελεσματικότητα και πραγματική κοινωνική γείωση. Χωρίς σταθερές οργανωτικές δομές, κοινό σχεδιασμό και συλλογική δέσμευση σε συγκεκριμένους τακτικούς και στρατηγικούς στόχους, η πολιτική δράση καταλήγει να ανακυκλώνεται γύρω από τις ίδιες αδυναμίες, ανεξάρτητα από τις αδιαμφισβήτητα καλές προθέσεις.
Η εμπειρία του πολιτικού μας χώρου δείχνει ότι η αποσπασματικότητα και η ευκαιριακή σύμπραξη δεν αρκούν για να δημιουργήσουν διάρκεια ούτε για να αλλάξουν τους συσχετισμούς δύναμης. Αντίθετα, οδηγούν σε φθορά, εσωτερικές τριβές και αδυναμία στρατηγικής κατεύθυνσης. Το ζήτημα λοιπόν δεν είναι η «καλύτερη συνεργασία» των υπαρχόντων σχημάτων, αλλά η υπέρβαση του ίδιου του μοντέλου που παράγει αυτή την ασυνέχεια.
Σε αυτή τη βάση, η συγκρότηση μιας μαζικής αναρχικής πολιτικής οργάνωσης αποτελεί πρακτική αναγκαιότητα που κρίνεται στην πράξη. Για αυτό και απευθύνουμε σταθερό κάλεσμα σε συντρόφισσες και συντρόφους που αναγνωρίζουν αυτά τα όρια και θέλουν να συμβάλουν ενεργά στην προσπάθεια υπέρβασής τους, να συμμετάσχουν στην ΦΕΑΝ και να συμβάλλουν στην οικοδόμηση μιας οργάνωσης ικανής να σταθεί με διάρκεια και στρατηγικό προσανατολισμό μέσα στους κοινωνικούς και ταξικούς αγώνες της εποχής μας.
ΦΕΝΤΕΡΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΑΝΑΡΧΙΚΩΝ
ΙΣΤΟΤΟΠΟΣ: fean.org.gr
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ: fean@riseup.net & facebook-instagram

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...