Η Ελλάδα οφείλει να αντιμετωπίζει τις εξελίξεις στις σχέσεις Ηνωμένων Πολιτειών και Τουρκίας με ψυχραιμία και να διαμορφώσει μια μακροπρόθεσμη εθνική στρατηγική απέναντι στις γεωπολιτικές αλλαγές, υπογράμμισε ο πρώην αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και πρώην υπουργός Εξωτερικών, Ευάγγελος Βενιζέλος.
Μιλώντας στο Athens Defence Conference, που διοργανώνεται από το Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών σε συνεργασία με το ΕΛΙΑΜΕΠ, ο κ. Βενιζέλος επισήμανε ότι η στάση του Ντόναλντ Τραμπ απέναντι στον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν δεν προκαλεί έκπληξη.
«Έχει εκδηλώσει ο Πρόεδρος Τραμπ τη συμπάθειά του για τον Ερντογάν. Είναι λογικό οι Ηνωμένες Πολιτείες να θέλουν την Τουρκία εντός του δυτικού συστήματος ασφαλείας. Εμείς πρέπει να τα αντιμετωπίζουμε αυτά με στρατηγική ψυχραιμία», ανέφερε.
«Πρέπει να δούμε αν το αφήγημα του 1952 ισχύει»
Αναφερόμενος στην κοινή ένταξη Ελλάδας και Τουρκίας στο ΝΑΤΟ το 1952, σημείωσε ότι τότε είχε διαμορφωθεί η αντίληψη της κοινής αποτροπής απέναντι στη σοβιετική απειλή, παρά τις διαφορετικές συνθήκες που επικρατούσαν στις δύο χώρες μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
«Πρέπει να δούμε αν το αφήγημα του 1952 ισχύει», τόνισε, επισημαίνοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να διατηρούν κυρίαρχο ρόλο εντός της Συμμαχίας.
«Ξέρω πώς φέρονται τα ευρωπαϊκά μέλη του ΝΑΤΟ όταν παρίσταται ο Αμερικανός Πρόεδρος. Το καταλαβαίνει κανείς και χορογραφικά, σκηνογραφικά. Η θέση των ΗΠΑ είναι κυρίαρχη».
Ο πρώην υπουργός Εξωτερικών υπογράμμισε ακόμη ότι η Ελλάδα δεν πρέπει να πέφτει «στο αμάρτημα του μικρομεγαλισμού», υπενθυμίζοντας ότι ευρωπαϊκές χώρες όπως η Γαλλία και η Βρετανία διαθέτουν πυρηνικό οπλοστάσιο και μόνιμη έδρα στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ.
Για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις
Ο κ. Βενιζέλος επισήμανε ότι μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974, η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα διαρκές ζήτημα ασφάλειας.
«Θεωρούμε ότι η απειλή έχει διατυπωθεί από την Τουρκία, υπάρχει και το casus belli», δήλωσε, υπογραμμίζοντας ότι αυτή η συνθήκη αποτελεί μια ιδιαιτερότητα της Ελλάδας στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ.
«Το πρόβλημά μας είναι ότι, θεωρώντας πως η απειλή είναι τουρκική, συνιστούμε μία ιδιομορφία εντός του ΝΑΤΟ. Δεν είναι εύκολο να αλλάξεις την αντίληψη για το ποιος είναι ο εχθρός και η απειλή».
«Η Ελλάδα ήδη υπερκαλύπτει τον στόχο των αμυντικών δαπανών»
Αναφερόμενος στις εξελίξεις ενόψει της Συνόδου του ΝΑΤΟ, προέβλεψε ότι οι ευρωπαϊκές χώρες θα δεχθούν νέες πιέσεις ώστε να αναλάβουν μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης για την άμυνα και την ασφάλειά τους.
«Θα αντιμετωπίσουν οι Ευρωπαίοι ηγέτες την ίδια πίεση. Οι ΗΠΑ έχουν διαμηνύσει, ήδη από την περίοδο Μπάιντεν, ότι στρέφουν το ενδιαφέρον τους στον Ειρηνικό», ανέφερε.
Παράλληλα, σημείωσε ότι η Ελλάδα ήδη δαπανά για την άμυνα ποσοστό του ΑΕΠ υψηλότερο από τον στόχο του ΝΑΤΟ, διευκρινίζοντας όμως ότι αυτό συμβαίνει εξαιτίας των ιδιαίτερων συνθηκών που επικρατούν στις σχέσεις με την Τουρκία.
«Εμείς το υπερκαλύπτουμε έχοντας στραμμένο το βλέμμα στην Τουρκία», είπε, θέτοντας παράλληλα το ερώτημα κατά πόσο υπάρχει πραγματικά κοινή ευρωπαϊκή στρατηγική απέναντι στη Ρωσία και την Κίνα.
Ο πρώην αντιπρόεδρος της κυβέρνησης στάθηκε και στη σημασία της διατήρησης του ελέγχου των ελληνοτουρκικών σχέσεων από τις ίδιες τις δύο χώρες.
«Τον ρυθμό των ελληνοτουρκικών σχέσεων πρέπει να τον ελέγχει η Ελλάδα και η Τουρκία, κανείς τρίτος», υπογράμμισε.
Ανάγκη για εθνική στρατηγική με ορίζοντα το μέλλον
Ο Ευάγγελος Βενιζέλος έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην ανάγκη διαμόρφωσης μιας σταθερής και μακροπρόθεσμης εθνικής στρατηγικής για την εξωτερική πολιτική και την ασφάλεια.
«Δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία τι θα γίνει στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ. Μεγάλη σημασία έχει να έχουμε εδώ εσωτερικό μέτωπο που επιτρέπει στη χώρα να έχει εξωτερική πολιτική», ανέφερε, επισημαίνοντας ότι απαιτείται ουσιαστικός δημόσιος διάλογος για τα ζητήματα αυτά.
Υπενθύμισε ότι κατά τη Μεταπολίτευση είχε διαμορφωθεί ευρεία διακομματική συναίνεση στα θέματα εξωτερικής πολιτικής, σημειώνοντας ότι «την οικοδόμησε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και τη συνέχισε ο Ανδρέας Παπανδρέου». Όπως είπε, σήμερα λείπει ένας αντίστοιχος γόνιμος διάλογος για τη χάραξη της εθνικής στρατηγικής.
Κλείνοντας την τοποθέτησή του, προειδοποίησε για την ενίσχυση του λαϊκισμού και στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής.
«Ο λαϊκισμός ανθίζει παντού. Ανθίζει στην οικονομική πολιτική αλλά και στην εξωτερική πολιτική. Υπάρχει και ο φθηνός εθνικολαϊκισμός», ανέφερε, παραπέμποντας στη διάκριση του Μαξ Βέμπερ ανάμεσα στην «ηθική της ευθύνης» και την «ηθική της πεποίθησης».
Διαβάστε περισσότερα
