06/07/2026 10:58 πμ.
Ως γνωστόν, η συλλογικότητα ΜΩΒ αποκλείστηκε από τη συμμετοχή της στο φετινό Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ Αθήνας, παρότι συμμετείχε κανονικά στις προπαρασκευαστικές διαδικασίες. Έχει ξεκινήσει, λοιπόν, μια κουβέντα που απλώνεται το πόσες διαφορετικές αντιλήψεις ανέχεται να ενσωματώνει έως τη σύγκρουση μεταξύ ρευμάτων του φεμινισμού, τους τρανς και τα δικαιώματά τους, κτλ. Στο πλαίσιο αυτής της αντιπαράθεσης το ΜΩΒ κατηγορήθηκε για αρκετά πράγματα. Από το ότι αναπαράγει «τρανς-αποκλειστικό» λόγο, έως και πως η παρουσία του θα δημιουργούσε ανασφάλεια σε τρανς άτομα που θα παρευρίσκονται στο φεστιβάλ. Έτσι, η διοργάνωση του φεστιβάλ ισχυρίζεται ότι επιλέγει να μη φιλοξενήσει οργανώσεις που θεωρεί ότι αντιστρατεύονται την πολιτική συμπερίληψης των τρανς. Ενδεχομένως, λοιπόν, το ΜΩΒ να θεωρείται πια μια ρατσιστική οργάνωση. Άραγε μετατράπηκε τώρα σε τέτοια ή ήταν πάντα; Η ιστορία αυτή δεν ξεκίνησε φέτος. Στο περσινό φεστιβάλ του 2025, το ΜΩΒ δέχθηκε φυσική επίθεση, με βρισιές, απειλές και σωματική βία, από διάφορα άτομα που ήρθαν, προφανώς, να υλοποιήσουν τις αποφάσεις του άτυπου δικαστηρίου, που απεφάνθη πως, προφανώς, το ΜΩΒ αποτελεί απειλή για αυτόν τον κόσμο. Εν τω μεταξύ, διάφορες τρανς και κουίρ συλλογικότητες τότε υποστήριξαν πως για αυτή την επίθεση ευθύνεται το ίδιο το ΜΩΒ, λόγω της συγκεκριμένης πολιτικής του στάσης, αμφισβητώντας και την περιγραφή του για το επεισόδιο. Με αυτά και με αυτά, λοιπόν, φτάνει φέτος η διοργάνωση του φεστιβάλ να αποκλείει αυτή τη συλλογικότητα, υπερασπιζόμενη αυτή της την απόφαση ως πολιτικά σωστή και αναγκαία. Από κοντά και διάφορες ανακοινώσεις υποστηρικτικές στην παραπάνω απόφαση. Προφανώς, υπάρχουν και ορισμένες ανακοινώσεις οργανώσεων όπως και πολλοί αγωνιστές του κινήματος, με λογική τοποθέτηση, που καταγγέλλουν τον αποκλεισμό. Δε θα μπούμε τώρα στη διαδικασία της συζήτησης για τις απόψεις του ΜΩΒ πάνω στις οποίες στηρίχτηκε η απόφαση του αποκλεισμού του. Ούτε σε αυτές της ΟΚΔΕ ( η θέση της για το νομοσχέδιο του Μητσοτάκη περί του γάμου των ομόφυλων ζευγαριών), η οποία και αυτή πέρυσι είχε δεχθεί παρόμοιες καταγγελίες, όπως ότι είναι ρατσιστική κτλ. Πέρα από τέτοια τρελά πράγματα, λοιπόν, όπως το ότι κάποιοι φτάνουν να συζητάνε στα σοβαρά αν η ΟΚΔΕ και το ΜΩΒ είναι ρατσιστικές οργανώσεις ή κάποια άλλα αυτονόητα, όπως το δικαίωμα μιας πολιτικής οργάνωσης -δεν έχει σημασία ποια είναι αυτή – να υπερασπίζεται τις θέσεις της, εδώ υπάρχει αρκετό ζουμί. Και αυτό δεν αφορά μόνο το με ποιον τρόπο λύνονται ή όχι οι ιδεολογικές διαφωνίες μέσα στο κίνημα, αλλά σε τι βασίζεται τελικά όλη αυτή η λογική της αντιπαράθεσης.
Ως γνωστόν, η συλλογικότητα ΜΩΒ αποκλείστηκε από τη συμμετοχή της στο φετινό Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ Αθήνας, παρότι συμμετείχε κανονικά στις προπαρασκευαστικές διαδικασίες. Έχει ξεκινήσει, λοιπόν, μια κουβέντα που απλώνεται το πόσες διαφορετικές αντιλήψεις ανέχεται να ενσωματώνει έως τη σύγκρουση μεταξύ ρευμάτων του φεμινισμού, τους τρανς και τα δικαιώματά τους, κτλ.
Στο πλαίσιο αυτής της αντιπαράθεσης το ΜΩΒ κατηγορήθηκε για αρκετά πράγματα. Από το ότι αναπαράγει «τρανς-αποκλειστικό» λόγο, έως και πως η παρουσία του θα δημιουργούσε ανασφάλεια σε τρανς άτομα που θα παρευρίσκονται στο φεστιβάλ. Έτσι, η διοργάνωση του φεστιβάλ ισχυρίζεται ότι επιλέγει να μη φιλοξενήσει οργανώσεις που θεωρεί ότι αντιστρατεύονται την πολιτική συμπερίληψης των τρανς. Ενδεχομένως, λοιπόν, το ΜΩΒ να θεωρείται πια μια ρατσιστική οργάνωση. Άραγε μετατράπηκε τώρα σε τέτοια ή ήταν πάντα;
Η ιστορία αυτή δεν ξεκίνησε φέτος. Στο περσινό φεστιβάλ του 2025, το ΜΩΒ δέχθηκε φυσική επίθεση, με βρισιές, απειλές και σωματική βία, από διάφορα άτομα που ήρθαν, προφανώς, να υλοποιήσουν τις αποφάσεις του άτυπου δικαστηρίου, που απεφάνθη πως, προφανώς, το ΜΩΒ αποτελεί απειλή για αυτόν τον κόσμο. Εν τω μεταξύ, διάφορες τρανς και κουίρ συλλογικότητες τότε υποστήριξαν πως για αυτή την επίθεση ευθύνεται το ίδιο το ΜΩΒ, λόγω της συγκεκριμένης πολιτικής του στάσης, αμφισβητώντας και την περιγραφή του για το επεισόδιο.
Με αυτά και με αυτά, λοιπόν, φτάνει φέτος η διοργάνωση του φεστιβάλ να αποκλείει αυτή τη συλλογικότητα, υπερασπιζόμενη αυτή της την απόφαση ως πολιτικά σωστή και αναγκαία. Από κοντά και διάφορες ανακοινώσεις υποστηρικτικές στην παραπάνω απόφαση. Προφανώς, υπάρχουν και ορισμένες ανακοινώσεις οργανώσεων όπως και πολλοί αγωνιστές του κινήματος, με λογική τοποθέτηση, που καταγγέλλουν τον αποκλεισμό. Δε θα μπούμε τώρα στη διαδικασία της συζήτησης για τις απόψεις του ΜΩΒ πάνω στις οποίες στηρίχτηκε η απόφαση του αποκλεισμού του. Ούτε σε αυτές της ΟΚΔΕ ( η θέση της για το νομοσχέδιο του Μητσοτάκη περί του γάμου των ομόφυλων ζευγαριών), η οποία και αυτή πέρυσι είχε δεχθεί παρόμοιες καταγγελίες, όπως ότι είναι ρατσιστική κτλ. Πέρα από τέτοια τρελά πράγματα, λοιπόν, όπως το ότι κάποιοι φτάνουν να συζητάνε στα σοβαρά αν η ΟΚΔΕ και το ΜΩΒ είναι ρατσιστικές οργανώσεις ή κάποια άλλα αυτονόητα, όπως το δικαίωμα μιας πολιτικής οργάνωσης -δεν έχει σημασία ποια είναι αυτή – να υπερασπίζεται τις θέσεις της, εδώ υπάρχει αρκετό ζουμί. Και αυτό δεν αφορά μόνο το με ποιον τρόπο λύνονται ή όχι οι ιδεολογικές διαφωνίες μέσα στο κίνημα, αλλά σε τι βασίζεται τελικά όλη αυτή η λογική της αντιπαράθεσης.
Το υποκείμενο της καταπίεσης
Προφανώς, η κουβέντα δεν περιορίζεται στο κατά πόσο οι τρανς είναι καταπιεσμένοι ή όχι. Αφορά γενικότερα τους καταπιεσμένους και όλα τα είδη της καταπίεσης . Διευρυνόμενη επεκτείνεται στο ποιος είναι πιο καταπιεσμένος από τον άλλο. Καθώς, αν τον βρούμε, μπορούμε να του φορτώσουμε στη συνέχεια και διάφορα καθήκοντα. Από ότι φαίνεται για αυτούς το υποκείμενο της καταπίεσης μάλλον είναι και το υποκείμενο της αλλαγής. Τώρα, τι είδους αλλαγής είναι επίσης μια άλλη συζήτηση, καθότι δεν δεσμεύονται όλα τα υποκείμενα της αλλαγής σε κάποια επανάσταση, αλλά μάλλον στην διαπραγμάτευση της ιδιαιτέρης τους ύπαρξης. Το αν οι τρανς είναι περισσότερο ή λιγότερο καταπιεσμένοι συγκριτικά με τις γυναίκες είναι μια ιδεολογική συζήτηση. Με έναν τρόπο μοιάζει με παλιότερες συζητήσεις, κατά τις οποίες, αφού είχε λυθεί ότι το υποκείμενο (της επανάστασης, σε αυτή την περίπτωση) είναι η εργατική τάξη, η έρευνα προχωρούσε πιο βαθιά με σκοπό να ψάξει τις διαφοροποιήσεις εντός της ίδιας της εργατικής τάξης. Ο τελικός στόχος ήταν να ανακαλυφθεί ο πιο καταπιεσμένος εργάτης μέσα στους εργάτες. Έτσι άνοιγε όλη η βεντάλια των επιλογών. Επομένως, κάποιος μπορούσε να υποστηρίζει ότι αυτοί είναι οι λούμπεν, ο άλλος οι άνεργοι, οι πρεκάριοι, κοκ., και όχι, για παράδειγμα, μόνο οι βιομηχανικοί εργάτες. Μια κουβέντα που ξεκίνησε τη δεκαετία του 1960 και του 1970, που όμως είχε πάντοτε στον πυρήνα της το υποκείμενο της επανάστασης. Επομένως, ήταν πάρα πολύ σημαντικό για αυτούς που συμμετείχαν σ’ αυτό το διάλογο να ορίσουν αυτό το υποκείμενο. Πράγματι, για έναν εργατιστή αυτή η συζήτηση είναι από τα πιο σημαντικά πράγματα της ζωής του. Αφού την επανάσταση θα την κάνει κάποιος εργάτης, θα πρέπει να τον ορίσουμε, ούτως ώστε να τον προσεγγίσουμε και στη συνέχεια να του παραδώσουμε χέρι με χέρι την πάπυρο με το ιστορικό καθηκοντολόγιο. Τώρα, τι είδους επανάσταση είναι αυτή που περιγράφεται στο ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ του αριστερού ιεραπόστολου και του εργάτη, προκύπτει αβίαστα βλέποντας κανείς τα δύο συμβαλλόμενα μέρη. Αυτή είναι η επανάσταση του εργατιστή, σύμφωνα με τον οποίο η επανάσταση οφείλει να είναι εργατική. Πράγματι, λοιπόν, για όποιον πιστεύει ότι η επανάσταση είναι εργατική, όλες αυτές οι αναλύσεις είναι υψίστης σημασίας και πολύ καλώς είναι. Οι υπόλοιποι, που πιστεύουμε ότι η επανάσταση είναι κομμουνιστική, δεν συγκινούμαστε το ίδιο από όλες αυτές τις λεπτομέρειες της κοινωνικής ανατομίας. Εμείς συγκεντρωνόμαστε γύρω από άλλα προβλήματα, όπως, για παράδειγμα, το πώς συγκροτείται το κομμουνιστικό υποκείμενο. Και έτσι ψάχνουμε, με αυτή την οπτική, στο σύνολο της ιστορίας του κομμουνιστικού κινήματος, να βρούμε τα σωστά και τα λάθη, μπας και βγάλουμε κάποιο συμπέρασμα και πάρουμε καμιά ιδέα για το σήμερα. Γι’ αυτό μας ενδιαφέρουν τα πραγματικά επαναστατικά υποκείμενα, αυτά δηλαδή που όντως έκαναν και κάνουν τις επαναστάσεις, κι όχι τα άλλα, τα κατ’ φαντασίαν. Επομένως, την όλη συζήτηση για τις αποχρώσεις των διάφορων «γνήσιων» εργατικών επαναστάσεων την αφήνουμε στους λεπτολόγους εργατιστές, που ψάχνουν με το μικροσκόπιο να ορίσουν τον πραγματικό εργάτη του σήμερα. Άραγε, αυτός εμπεριέχει τον βολεμένο εργάτη; Τον μισοπρολετάριο μικροαστό εργάτη; Η συζήτηση δεν έχει τέλος. Ακόμα ψάχνουμε για την απάντηση. Αυτή είναι η ουσία της συζήτησης, όχι μόνο για τους εργατιστές, αλλά και για όλους εκείνους που ψάχνουν το δικό τους υποκείμενο.
Και επειδή τώρα αυτό έχει διευρυνθεί -πάντα ως κοινωνικό, για να μην ξεχνιόμαστε- τώρα πρέπει να ψάξουμε και τις υπόλοιπες κοινωνικές κατηγορίες. Με αυτή την έννοια έχουν προστεθεί οι γυναίκες, τα τρανς άτομα και ούτω καθεξής. Έτσι προκύπτουν, δειλά-δειλά, και κάποιοι διαχωρισμοί κ. Και από τους διαχωρισμούς μπορεί να φτάσουμε στις έχθρες. Μήπως οι άντρες ως φορείς της πατριαρχίας, και μιας που η πατριαρχία είναι «Ο Εχθρός» – ίσως όχι όσο ο καπιταλισμός – καταντούν να αποτελούν μέρος της αντεπανάστασης; Εκτός αν αποδειχθούν προδότες του φύλου τους, κατά αντιστοιχία με ορισμένους αστούς που προσχωρούν στο προλεταριακό στρατόπεδο ως προδότες της τάξης τους. Καθώς η συζήτηση διευρύνεται, σιγά σιγά, οι πιο κλασικές, ας πούμε, κοινωνικές κατηγορίες, όπως ο εργάτης, μπορούν πια να απορριφθούν ως κοινωνικό υποκείμενο εν γένει. Ή, το πολύ-πολύ, απλώς να συνυπάρξουν αρμονικά στο ράφι του σούπερ μάρκετ με τα υπόλοιπα κοινωνικά υποκείμενα. Τέλος πάντων, όλα αυτά τα ζητήματα ανήκουν στη σφαίρα της ιδεολογίας, που υποτίθεται όμως πως καταλήγει κάπου.
Ως τι μιλάς κάθε φορά
Η διαμάχη, λοιπόν, μεταξύ του δεύτερου και του τρίτου κύματος του φεμινισμού, ή και επόμενων κυμάτων, η συζήτηση γύρω από το τι θέση έχουν σε όλα αυτά οι θηλυκότητες, οι τρανς, εν πάση περιπτώσει όλες οι λεπτομέρειες πάνω στις αντικρουόμενες οπτικές, είναι μια ιδεολογική διαμάχη. Και, με μια έννοια, μοιάζει με την αντιπαράθεση πάνω στις διασπάσεις του κομμουνιστικού κινήματος. Ποιος είχε δίκιο τότε, ποιος πρόδωσε την επανάσταση, αν την πρόδωσε, αν ήταν μοιραία μια κατάληξη λόγω του συσχετισμού κτλ. Αυτές οι συζητήσεις όμως, ως ιδεολογικές και εφ’ όλης της ύλης συζητήσεις, δεν διεξάγονται από τα υποκείμενα της καταπίεσης ως τέτοια. Με τον ίδιο τρόπο που δεν κάθεται κανένας εργάτης να ατενίζει το παρελθόν και το μέλλον του κομμουνιστικού κινήματος, προσπαθώντας να λύσει τον γρίφο της επανάστασης, έτσι δεν κάθεται και κάποια γυναίκα, κάποιος τρανς, από μόνος του, να πλακώνεται με άλλες γυναίκες ή τρανς πάνω στις διαφορές του δεύτερου κύματος του φεμινισμού με το τρίτο κτλ. Αυτά είναι δουλειές των πολιτικών οργανώσεων, που επιλέγουν τη μία ή την άλλη κατεύθυνση, και καλά κάνουν. Μη μας λένε όμως ότι εκπροσωπούν γενικά τις γυναίκες, τους queer ή όποιον άλλο καταπιεσμένο λένε ότι υπερασπίζονται. Λένε την άποψή τους, και καλά κάνουν, και την υπερασπίζονται ως τέτοια. Αλλά μέχρι εκεί. Από εκεί και πέρα ξεκινά η υποκρισία. «Δεν μιλάω εγώ, με την πολιτική μου ιδιότητα», ως οργάνωση ας πούμε, «αλλά με την ταυτότητα του καταπιεσμένου». Και, επομένως, όσο πιο καταπιεσμένος ισχυρίζονται οι διάφορες αναλύσεις πως είμαι, τόσο περισσότερο βάρος έχουν τα λεγόμενά μου. Οι υπόλοιποι, λοιπόν, οφείλουν να το ράψουν και είτε να συμφωνήσουν είτε να υποτάξουν την άποψή τους στις δέκα εντολές που εκφωνεί η φωνή του καταπιεσμένου. Κλασικό κόλπο, έτσι; Μπορείς να πεις και να κάνεις ό,τι θες, μιας που έχεις ολόκληρο το ιστορικό δίκιο με το μέρος σου. Οι υπόλοιποι, αυτομάτως, γίνονται κομμάτι της καταπίεσης ή της συγκάλυψής της. Και γιατί όχι; Αν με το μέρος σου είναι η επανάσταση, όλοι οι υπόλοιποι, υπό όρους, μπορούν να εντάσσονται και στην αντεπανάσταση και, επομένως, να αντιμετωπίζονται ως τέτοιοι, καθότι με την αντεπανάσταση δεν συζητάς· οφείλεις να τη συντρίψεις.
Με την ίδια ακριβώς λογική που μπορεί διάφοροι να ισχυρίζονται πως εκπροσωπούν ο ένας το προλεταριάτο, ο άλλος τον λαό κ.ο.κ., ενώ, στην καλύτερη των περιπτώσεων, όπως για παράδειγμα το ΚΚΕ, εκπροσωπεί στην πραγματικότητα μόνο ένα κομμάτι του προλεταριάτου ή του λαού. Αλλά η οποιαδήποτε διαφωνία με το ΚΚΕ μπορεί να παρουσιάζεται από το τελευταίο ως διαφωνία με ολόκληρο το προλεταριάτο και, επομένως, να κλείνει τη συζήτηση με συνοπτικές διαδικασίες, μην πάρει τίποτα επικίνδυνο το αυτί κάποιου μέλους του και επηρεαστεί. Το ίδιο μπορεί να κάνει κάποιος άλλος με τους φοιτητικούς συλλόγους, λες και όλοι οι φοιτητικοί σύλλογοι εκπροσωπούνται από αυτόν. Το ίδιο κάνει και ο άλλος με τους μετανάστες. Και, σε τελική ανάλυση, το ίδιο κάνουν και οι εκπρόσωποι των επαγγελματικών συντεχνιών, προσποιούμενοι πως μιλούν εξ ονόματος όλων του κλάδου τους. Εντάξει, δεν χρειάζεται και πολλή ανάλυση για να αποκαλυφθεί η απάτη.
Άλλωστε, ούτε είναι η πρώτη φορά που χρησιμοποιούνται αυτά τα τεχνάσματα για να επιβάλει οποιοσδήποτε τη γραμμή του. Ναι, τόσο στεγνά. Προσποιούμενος, για παράδειγμα, πως είσαι αλληλέγγυος του τάδε ή του δείνα μετανάστη, πραγματικού ή δήθεν (βλέπε Ιρανού εμιγκρέ που εργάζονταν για αντιπολιτευόμενη ιρανική εφημερίδα με έδρα την Ολλανδία), μπορείς να κάνεις «παρέμβαση» βρίζοντας τους ομιλητές σε πολιτικές εκδηλώσεις με θέση ενάντια στο ΝΑΤΟ και υπερασπιζόμενες το Ιράν απέναντι στην αυτοκρατορία ή, παλιότερα, τη Συρία του Άσαντ. Έτσι, την πολιτική σου προτίμηση για τους «εξεγερμένους» του FSA και τον μελλοντικό Τζολάνι απέναντι στον Άσαντ ή τους «εξεγερμένους» απέναντι στο θεοκρατικό καθεστώς των μουλάδων, έχεις τη δυνατότητα να την προωθήσεις πραγματοποιώντας την παρεμβασούλα σου, όχι φυσικά ως αναρχικός ή, τέλος πάντων, με την πολιτική σου ιδιότητα, αλλά κατευθείαν ως αλληλέγγυος του μετανάστη που ξέρει όλη την αλήθεια από μέσα. Τώρα , αν εν τω μεταξύ αυτή η γραμμή συμπίπτει στο πεδίο με τις επιδιώξεις του ιμπεριαλισμού, δε βαριέσαι , συμμαχία και με τον διάολο αν χρειαστεί.
Σκληρή ιδεολογία;
Εν πάση περιπτώσει, η συζήτηση για τις διαφορές των ρευμάτων του φεμινισμού, του LGBTQ, του ποιος είναι πιο πολύ καταπιεσμένος, ποιος κάνει την επανάσταση -αν θέλει εν τω μεταξύ να κάνει καμιά επανάσταση, γιατί μπορεί να μην έχει τέτοια κολλήματα- όλα αυτά είναι ιδεολογικά ζητήματα. Και, επομένως, ένα αντιρατσιστικό φεστιβάλ δεν χρειάζεται να παίρνει συγκεκριμένη θέση πάνω σε όλα αυτά. Οι διαφορετικές απόψεις μπορούν να συνυπάρξουν σε ένα φεστιβάλ, έστω και ως αντιδιαμετρικά αντίθετες. Δεν είναι αρμοδιότητα του κάθε φεστιβάλ και της διοργάνωσής του να εντρυφήσει σε μια εφ’ όλης της ύλης αντιπαράθεση, παίρνοντας θέση. Γιατί, αν κάποιος ανοίγει με αυτόν τον τρόπο μια ιδεολογική διαφωνία, είναι σαν να ανοίγει τη συζήτηση για όλη την υπόθεση και για όλα τα ζητήματα. Και, επομένως, αφού παίρνεις θέση στο ένα ζήτημα, τότε να πάρεις και στα υπόλοιπα. Με αυτή τη λογική, θα πρέπει να αποκλειστούν διάφοροι από ένα τέτοιο φεστιβάλ. Ας πούμε, γιατί να μην αποκλειστούν όσοι υποστηρίζουν απέναντι στη σταυροφορία της Δύσης το Ιράν, τη Ρωσία, την Κίνα, τη Βενεζουέλα, την Κούβα, εκτός από την Παλαιστίνη, που όλοι συμφωνούν; Αυτοί, με μια έννοια, δεν μπορεί κάποιος να ισχυριστεί ότι κάνουν τα στραβά μάτια κανονικοποιώντας την πατριαρχία, μιας που και στις χώρες που υποστηρίζουν υπάρχει πατριαρχία ; Αν, λοιπόν, η διοργάνωση ενός αντιρατσιστικού φεστιβάλ αυτοπαρουσιάζεται ως ιδεολογικά μπετοναρισμένη, που δεν σηκώνει μύγα στο σπαθί της, θα πρέπει να προχωρήσει γρήγορα σε πολλούς αποκλεισμούς διάφορων οργανώσεων.
Εν τω μεταξύ, η ειρωνεία είναι ότι, από όλο τον χυλό του μεταμοντερνισμού, που δεν είναι τίποτα άλλο από ένας πρωτοκοσμικός ατομικιστικός φιλελευθερισμός, οι κατηγορίες που εξαπολύονται απέναντι στις πολιτικές οργανώσεις εν γένει, είναι ότι αυτές συγκροτούνται πάνω σε «ιδεολογικά δόγματα» και «βεβαιότητες», γινόμενες αρτηριοσκληρωτικές και παρωχημένες. Ενώ όλοι αυτοί υποτίθεται πως είναι περισσότερο ανοιχτόμυαλοι στα κελεύσματα της εποχής τους. Ξαφνικά, παρουσιάζουν την υποκειμενική τους θέση ως την απόλυτα αντικειμενική ερμηνεία της αντικειμενικής πραγματικότητας, εγκαλώντας τους υπόλοιπους να υποταχθούν σε αυτήν. Και έτσι κρύβουν τον δικό τους δογματισμό, προσποιούμενοι ότι δεν αποτελεί κάποια συγκροτημένη ιδεολογία, αλλά μια απλή κατανόηση, μια λογική περιγραφή του τι συμβαίνει στην κοινωνία. Και αυτό το κάνουν είτε κατευθείαν ως καταπιεσμένο υποκείμενο (η ματιά του βιώματος) ή έμμεσα ως δήθεν εκφραστής και εκπρόσωπος κάποιου άλλου καταπιεσμένου υποκειμένου. Όπως, δηλαδή, όλοι στην Αριστερά που κρύβονται, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, πίσω από διάφορες ιερές αγελάδες, έχοντας καπαρώσει ο καθένας το δικό του κοινωνικό υποκείμενο, περιφέροντας στη συνέχεια τον εαυτό του ως το νόμιμο εκπρόσωπό του. Έτσι, είτε έχεις μια πολιτική αναγνωρισιμότητα είτε είσαι, στην πραγματικότητα, μια ψιλοανύπαρκτη οργάνωση, ξαφνικά αποκτάς πολιτική δικαιοδοσία.
Παρεμπιπτόντως, προφανώς, όλοι αυτοί οι καταπιεσμένοι δεν έχουν ιδέα για όλη αυτή τη συζήτηση. Προφανώς και δεν ασχολούνται με όλες αυτές τις ιδεολογικές αντιπαραθέσεις, οι οποίες αφορούν κάποιους οργανωμένους ανθρώπους. Το θέμα είναι πως όχι μόνο αυτές οι οργανώσεις παριστάνουν ότι εκπροσωπούν το σύνολο των καταπιεσμένων, αλλά στο τέλος υποτάσσονται και στη μέση συνείδησή τους, τη συνείδηση δηλαδή που έχουν οι ίδιες κατασκευάσει, επινοώντας τον αφηρημένο μέσο καταπιεσμένο. Και έτσι μπορούν να προσαρμόζονται στις απόψεις του. Ο ένας το κάνει επικαλούμενος τον μέσο εργάτη στη Χαλυβουργική ή στο Πέραμα, ο άλλος τον μέσο φοιτητή, ο τρίτος τον μέσο μετανάστη, και ούτω καθεξής. Εν τω μεταξύ, πώς γίνεται κάθε φορά αυτός ο δήθεν μέσος όρος να είναι η πιο καθυστερημένη συνείδηση της κατηγορίας του, δίνοντας το άλλοθι στον εκπρόσωπό του να μην μπορεί να κάνει και πολλά πράγματα, μιας που δεν το επιτρέπουν οι υποκειμενικές συνθήκες; Ή, και να θέλει να κάνει κάτι, δεχόμενος πιέσεις, τελικά να γίνεται έρμαιο του τοτέμ που δήθεν εκπροσωπεί. Η κατάσταση γίνεται ακόμα πιο κωμικοτραγική, όταν η κλίμακα του μεγέθους δεν ξεπερνά τα όρια των Εξαρχείων, της Κυψέλης ή κάποιων γειτονιών τους. Αν ο μέσος όρος των θαμώνων λέει αυτό, τι να πεις εσύ; Μπορείς να κάνεις και αλλιώς; Η προσαρμογή στο υποκείμενο που πραγματικά ή κατά φαντασίαν εκπροσωπεί κανείς είναι παλιά ιστορία. Αν το SPD της δεκαετίας του 1930 -, που παρεμπιπτόντως υποτίθεται πως πάλευε για σοσιαλισμό, κι όχι για επιμέρους πράγματα -, επικαλούνταν τις εκατοντάδες χιλιάδες ή τα εκατομμύρια εργατών που εκπροσωπούσε όντως, για να δικαιολογήσει τις επιλογές του στη βάση μιας αντιστοίχισής τους με τη μέση συνείδηση αυτών των εργατών, τότε τι τύχη μπορούν να έχουν οργανώσεις στο σήμερα, που ανήκουν στην κλίμακα του μικρόκοσμου; Εκτός των άλλων, αυτό το κόλλημα της ταύτισης με τη δήθεν μέση συνείδηση του υποκειμένου μπορεί να οδηγήσει, και έχει οδηγήσει πολλές φορές, και σε αντιδραστικές θέσεις. Αν, για παράδειγμα, ο μέσος εργάτης χάνει τη δουλειά του ή υφίσταται μειώσεις στον μισθό του από τα αφεντικά, γιατί να μη ρίξει το φταίξιμο στους μετανάστες που έρχονται εδώ και του παίρνουν τη δουλειά; Κάπως έτσι ξεκινάει ο εσωτερικός διάλογος με αυτή τη μέση συνείδηση και, από την πολλή κατανόησή της, καμιά φορά μεταστρέφεται και η ίδια η πολιτική θέση του πραγματικού ή δήθεν εκπροσώπου του υποκειμένου.
Η μεγάλη εικόνα
Όλες αυτές οι αντιλήψεις, κι άλλες πολλές, είναι πολύ σημαντικές για κάποιους, και καλά κάνουν. Όπως καλά κάνουμε κι εμείς, που διατηρούμε τις δικές μας απόψεις, μην έχοντας καμία σχέση με όλον αυτόν τον ιδεολογικό γαλαξία. Κυρίως, όμως, μας ενδιαφέρει η πρακτική τους εφαρμογή στο σήμερα, παρότι γνωρίζουμε πως δεν αποτελούν και τίποτα καινούργιο. Προσπαθούμε να τα δούμε όλα στη σωστή τους διάσταση. Δεν θα αρχίσουμε να πιανόμαστε στα χέρια με τον καθένα που έχει τη δική του ιδεολογική φαντασίωση, χωρίς βέβαια να κάνουμε ούτε βήμα πίσω από τη δική μας θέση, την οποία, παρεμπιπτόντως, υπερασπιζόμαστε ανεξάρτητα από το γεγονός ότι έχει -, εκτός από φίλους -, και εχθρούς, και πολλές φορές διάφορους τέτοιους επίδοξους με επιθετικές ορέξεις. Στο γενικό πλαίσιο, όμως, υπερασπιζόμαστε τη δημόσια πολιτική και ιδεολογική αντιπαράθεση. Είναι καλό να ξεκαθαρίζονται οι διαφορές. Η πολιτική κόντρα δεν είναι μαρασμός. Είναι ζωντάνια. Η πολιτική ομοφωνία υπάρχει μόνο στα νεκροταφεία. Αυτό, από την άλλη πλευρά, δεν μας εμποδίζει να βλέπουμε τη μεγάλη εικόνα. Οι ιδεολογικές διαφορές μας με όλους τους άλλους δεν πρέπει να μας εμποδίζουν να βλέπουμε καθαρά όλο το γήπεδο, τα στρατόπεδα που συγκρούονται κάθε φορά και τον συσχετισμό που παράγεται μέσα από κάθε μάχη. Όποιος μένει εγκλωβισμένος στον μικρόκοσμό σου, χάνει αυτή την οπτική. Αυτό δεν σημαίνει πως οι ιδεολογικές διαφορές είναι ασήμαντες. Το ανάποδο. Είναι πολύ σημαντικές για να διαμορφώσει κανείς την πολιτική του ταυτότητα. Για να καταλάβεις τι θες να είσαι, πρέπει πρώτα να καταλάβεις τι δεν θες. Και, επομένως, κάθε φορά να κοιτάς γύρω σου, οριοθετώντας τη δική σου ματιά. Με αυτή την έννοια είμαστε ελιτιστές, διότι προσπαθούμε να συγκροτήσουμε τη δική μας ιδιαίτερη πολιτική οπτική. Δε μας ενδιαφέρει μια πολιτική θέση που επιδιώκοντας να γίνει αρεστή σε όλους, όλο και στρογγυλεύει ψάχνοντας για συμβιβασμούς και τελικά γίνεται έρμαιο του περιβάλλοντός της. Με αυτό τον τρόπο δεν καταφέρνει τίποτα μακροπρόθεσμα, ίσως και βραχυπρόθεσμα, παρά μόνο να υποκύπτει τελικά στις πιέσεις. Η μεγαλύτερη πίεση είναι από τον ταξικό εχθρό. Όμως μικροπιέσεις υπάρχουν σε όλα τα περιβάλλοντα, από τα κοινωνικά έως τα επαγγελματικά, τα οικογενειακά, τα φιλικά κτλ, εκτός από τα άμεσα πολιτικά. Καμιά προσαρμογή στον μέσο όρο όλων των ειδών. Είτε αυτός είναι το κίνημα, είτε το προλεταριάτο, είτε ο λαός, είτε όλα τα είδη των καταπιεσμένων μαζί. Σκληρή και ξεκάθαρη άποψη πάνω σε αυτά που συγκροτούν το τι είδους κομμουνιστικό υποκείμενο χρειαζόμαστε, κόντρα σε αυτό που υπάρχει. Όποιος άνθρωπος έχει παρόμοιες ανησυχίες, βάζοντας τον εαυτό του μέσα σ’ αυτή την υπόθεση είναι ένας από εμάς. Είμαστε σύντροφοι με τον ίδιο στόχο. Όπως και να αυτοπροσδιορίζεται· εμάς μας ενδιαφέρει μόνο να έχουμε τον ίδιο στόχο. Η κόκκινη υπόθεση χωράει μέσα της όλους όσους την επιδιώκουν. Δεν έχει κολλήματα κανενός είδους. Είναι συμπεριληπτική εξ’ορισμού κ. Και δε χρειάζεται πιστοποιητικά γνησιότητας από κανένα ιερατείο του ιμπεριαλιστικού ακαδημαϊσμού. Ούτε προσαρμόζεται στο μέσο όρο της αποβλάκωσης και της συντήρησης που εκπορεύεται από το ιερατείο της εκκλησίας και των παραδοσιακών αξιών.
Αυτή, όμως, είναι μια εσωτερική υπόθεση. Στη μεγάλη εικόνα, το γήπεδο δεν περιλαμβάνει μόνο εμάς. Τα υποκείμενα που συγκρούονται, διαμορφώνοντας τους συσχετισμούς δύναμης, έχουν μέσα διάφορους· από τους Φρουρούς της επανάστασης ως τη Χεζμπολάχ, τη Χαμάς, τους Χούθι, τον Τραορέ και ούτω καθεξής. Όλοι αυτοί παίζουν μέσα στο γήπεδο. Κι έτσι το μέτωπο ανοίγει. Αν κανείς εγκλωβιστεί μόνο στο τι τον συγκροτεί, έχει χάσει την μπάλα. Άλλο τα ζητήματα πολιτικής και ιδεολογικής ταυτότητας και άλλο οι εν εξελίξει μάχες. Ο πραγματικός δογματισμός είναι αυτός που δεν κατανοεί αυτήν ακριβώς τη διαφορά. Με αυτές τις εσωτερικές σου υποθέσεις δεν ασχολούνται τα υποκείμενα της καταπίεσης· ούτε τα μεγάλα ούτε τα επιμέρους, δυστυχώς. Τι να κάνουμε; Αυτή είναι η αλήθεια. Το να μεταφέρεις τις δικές σου ιδεολογικές διαφωνίες στη μεγάλη εικόνα είναι δικό σου πρόβλημα.
Από την άλλη, το να είναι κανείς φορέας όλων των προηγούμενων ιδεοληψιών και των διαφόρων εκδοχών του μεταμοντερνισμού δεν τον καθιστά πληρωμένο πράκτορα του ιμπεριαλισμού και της CIA. Τα πράγματα είναι πολύ πιο απλά. Ο ιδεολογικός εκφυλισμός της αριστεράς του πρώτου κόσμου δεν ανάγεται στη μισθοδοσία ορισμένων πρακτόρων, παρότι αυτοί υπάρχουν και θα υπάρχουν. Η από τα πάνω οργανωμένη ιδεολογική προπαγάνδα του ιμπεριαλισμού, είτε από τα κανάλια και τις εφημερίδες είτε μέσω think tanks, πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, μεταπτυχιακών, διδακτορικών, workshops, και ο κατάλογος δεν έχει τέλος, είναι μια γνωστή ιστορία. Η διοργάνωση του Αντιρατσιστικού Φεστιβάλ απλώς εντάσσεται σε μια ιδεολογικά εκφυλισμένη αριστερά της Δύσης, που, την ίδια στιγμή που αποφασίζει τον αποκλεισμό μιας Χ πολιτικής ομάδας, ταυτόχρονα δεν έχει κανένα πρόβλημα με τον αποκλεισμό που οργανώνει η συλλογική Δύση απέναντι στους δήθεν τρομοκράτες της Χαμάς, της Χεζμπολάχ, τους Φρουρούς, τους κακούς Ρώσους και τους Κινέζους. Μάλλον, σε κάποιες από αυτές τις περιπτώσεις, ίσως να έχει δίκιο η πολιτισμένη Δύση για τα καμώματά της. Ας μην υποκρίνεται, λοιπόν, το ιερατείο της διοργάνωσης, επικαλούμενο κάποιες δήθεν σκληρές ιδεολογικές αρχές. Το δικό τους υποκείμενο, δηλαδή οι χιλιάδες του κόσμου που περνάνε από αυτό το φεστιβάλ, όπως και από άλλα παρόμοια, δεν έχουν στην πραγματικότητα κανένα ενδιαφέρον για όλη αυτή τη συζήτηση, ούτε και συμμετέχουν σε αυτήν. Ο περισσότερος κόσμος επισκέπτεται το φεστιβάλ, κατά ένα μέρος επειδή είναι αντιρατσιστικό και, κατά ένα άλλο μέρος επειδή θέλει να περάσει καλά. Και καλά κάνει με μια έννοια. Μέσα σε αυτόν τον πολύ κόσμο όμως υπάρχουν και κάποιοι άνθρωποι που όντως τους ενδιαφέρει η υπόθεση. Όχι οι επιμέρους μικρές υποθέσεις· η μεγάλη υπόθεση υπό τη σωστή σημαία· την κόκκινη.
t.me/kokkiniorxistra
