Η χρησιμοποίηση του ποδοσφαίρου ως εργαλείου προπαγάνδας από ολοκληρωτικά καθεστώτα ξεκίνησε κατά την ταραγμένη περίοδο του Μεσοπολέμου, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1934, που πραγματοποιήθηκε στην Ιταλία υπό τη φασιστική δικτατορία του Μουσολίνι.
Ο Μπενίτο Μουσολίνι, γνωστός ως «Ντούτσε» (Il Duce, ο ηγέτης) ήταν από τους πρώτους πολλούς πολιτικούς ηγέτες που αντιλήφθηκε τη δύναμη της επιρροής του ποδοσφαίρου στον λαό. Γι’ αυτό επιδίωξε με κάθε τρόπο ν’ αναλάβει η Ιταλία τη διοργάνωση του 2ου Παγκοσμίου Κυπέλλου, θεωρώντας το ως χρυσή ευκαιρία για την προώθηση του φασιστικού ιδεώδους του. Για να πετύχει αυτόν τον στόχο, το καθεστώς διέθεσε το πολύ μεγάλο ποσό των 3,5 εκατομμυρίων λιρών. Παράλληλα, ο ίδιος ο Μουσολίνι φρόντισε να πολιτικοποιήσει σε μεγάλο βαθμό τη διοργάνωση και να ελέγξει όλη την εικόνα της. Αυτό οδήγησε τον πρόεδρο της FIFA, Ζιλ Ριμέ, να δηλώσει: «Εχω την εντύπωση ότι δεν ήταν η FIFA που οργάνωσε πραγματικά το Παγκόσμιο Κύπελλο, αλλά ο Μουσολίνι».
Το σχέδιο του Ντούτσε πέτυχε σε μεγάλο βαθμό. Η κατάκτηση του τρόπαιου από την πολύ δυνατή Εθνική Ομάδα της Ιταλίας –παρότι αμφισβητήθηκε λόγω ευνοϊκής διαιτησίας και φημών για παρασκηνιακές συμφωνίες– ενίσχυσε σημαντικά τη φασιστική προπαγάνδα και συνέβαλε στην προβολή της χώρας ως ισχυρής πολιτικής δύναμης, έτοιμης να αποκτήσει ηγετικό ρόλο στη διεθνή πολιτική σκηνή.
Έτσι, το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1934 δημιούργησε ένα πρότυπο αξιοποίησης του αθλητισμού για πολιτικούς σκοπούς, το οποίο ακολούθησαν και άλλα ολοκληρωτικά καθεστώτα. Ο πρώτος που φαίνεται πως «γοητεύτηκε» από την επιτυχία του Μουσολίνι ήταν ο Χίτλερ. Δύο χρόνια αργότερα, η ναζιστική Γερμανία διοργάνωσε τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Βερολίνου ακολουθώντας την ίδια λογική: ότι η αθλητική δόξα, πραγματική ή κατασκευασμένη, μπορούσε να ενισχύσει την εικόνα ενός καθεστώτος και να το κάνει να φαίνεται ισχυρό και ανίκητο!
Βάσει του σχεδίου του Μουσολίνι, η Ιταλία ξεκίνησε τις προσπάθειες για την ανάληψη της διοργάνωσης από το 1930.
Υποψηφιότητα είχαν επίσης θέσει η Σουηδία, η Αυστρία και η Ισπανία. Σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρώπη βρισκόταν σε βαθιά οικονομική ύφεση, η Ιταλία επένδυσε σημαντικά ποσά για τη δημιουργία υψηλής ποιότητας αθλητικών εγκαταστάσεων, ενώ διέθετε άρτιο μεταφορικό σύστημα. Ομως το πιο ισχυρό της «χαρτί» ήταν η κρατική εγγύηση ότι θα επιδοτούσε κατά 70% τα έξοδα μετακίνησης των υπόλοιπων εθνικών ομάδων.
Σταδιακά, οι άλλες χώρες αποσύρθηκαν από τη διεκδίκηση, με τελευταία τη Σουηδία. Ετσι, στις 9 Οκτωβρίου 1932 ανακοινώθηκε από τη FIFA ότι η διοργάνωση ανατέθηκε στην Ιταλία. Ο πρόεδρος της ιταλικής ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας προδιέγραψε την πορεία λέγοντας: «Δεν μπορώ να το κάνω εγώ, αλλά η Ιταλία πρέπει να κερδίσει το Μουντιάλ. Είναι διαταγή!».
Η Ελλάδα αντίπαλος της Ιταλίας
Ολοσέλιδο ρεπορτάζ για τον αγώνα Ιταλίας – Ελλάδας για τα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1934.
Στο Μουντιάλ δήλωσαν συμμετοχή 32 εθνικές ομάδες. Από αυτές, οι 16 θα προκρίνονταν στην τελική φάση που θα διεξαγόταν στα γήπεδα της Ιταλίας. Η κλήρωση των προκριματικών αγώνων ευνόησε την Ιταλία, καθώς της έφερε ως αντίπαλο την τότε ασθενέστερη ομάδα των Βαλκανίων, την Εθνική Ελλάδας. Ο πρώτος αγώνας, ο οποίος τελικά ήταν και ο μοναδικός, ορίστηκε να διεξαχθεί στις 25 Μαρτίου 1934, στο γήπεδο Σαν Σίρο του Μιλάνου. Η διαφορά δυναμικότητας ανάμεσα στις δύο ομάδες ήταν μεγάλη. Η ήττα της ελληνικής ομάδας θεωρείτο βέβαιη και οι προσδοκίες περιορίζονταν σε μια «αξιοπρεπή ήττα».
Ίσως λόγω του περιορισμένου ενδιαφέροντος για τον αγώνα είτε για άλλους λόγους, η εθνική ομάδα συγκροτήθηκε μόλις πέντε μέρες πριν από την αναχώρησή της. Χωρίς να έχουν κάνει ούτε μια προπόνηση μαζί, οι διεθνείς ταξίδεψαν με πλοίο από τον Πειραιά στο Μπρίντιζι και ακολούθως με τρένο στο Μιλάνο. Μετά από ταξίδι δύο ημερών η αποστολή έφτασε στο Μιλάνο, όπου οι Έλληνες διεθνείς αντιμετώπισαν την ιταλική ομάδα και στάθηκαν αρκετά καλά, αν και ηττήθηκαν με 4-0.
Περιγραφή του αγώνα μεταξύ των εθνικών ομάδων της Ιταλίας και της Ελλάδας στην εφημερίδα «Ακρόπολις» (φ.26/3/1934). Στη φωτ. ο Λουίς Μόντι, που το 1934 έπαιξε με τη φανέλα της Εθνικής Ιταλίας, ενώ στο προηγούμενο Μουντιάλ, του 1930, είχε αγωνιστεί με την ομάδα της Αργεντινής. Μέχρι σήμερα παραμένει ο μοναδικός ποδοσφαιριστής που αγωνίστηκε σε δύο τελικούς Παγκοσμίου Κυπέλλου με δύο διαφορετικές ομάδες.
Με την επιστροφή, οι ποδοσφαιριστές περιέγραψαν μια διαιτητική «σφαγή». Διαιτητής ήταν ο Ελβετός Ρενέ Μαρσέ, ο οποίος αργότερα προκάλεσε και την οργή των Ισπανών για την εύνοια που έδειξε στους Ιταλούς. Οι δε επόπτες γραμμών (λάινσμαν) ήταν Ιταλοί! Οι Έλληνες διαμαρτυρήθηκαν για την κατακύρωση του πρώτου γκολ των Ιταλών, καθώς και για την ανοχή που υπήρξε στο σκληρό παιχνίδι. «Ο λάινσμαν κατά την επιτυχία του [πρώτου] τέρματος εσημείωσεν οφσάιντ τους Ιταλούς κυνηγούς, γεγονός το οποίον διέφυγε την προσοχή του Ελβετού διαιτητού Μερσέ. Οι Έλληνες διεμαρτυρήθησαν με εξαιρετικήν επιμονήν δια την αδικίαν αυτήν και ο διαιτητής εκάλεσε τον λάινσμαν όστις παραδόξως εδήλωσεν ότι το τέρμα επετεύχθη κανονικώς…» (εφημερίδα «Μακεδονία», φ. 29/3/1934). «(…) δια το πρώτον τέρμα των Ιταλών η ομάς διεμαρτυρήθη, διότι επετεύχθη καθαρότατα από θέσιν οφσάιντ. Οι λάινσμαν μάλιστα το εσημείωσαν. Μετά όμως τη διαμαρτυρία μας την ηρνήθησαν. Ήσαν βλέπετε Ιταλοί» (εφημερίδα «Ελληνική», φ. 29/3/1934).
Το παράδοξο, όμως, είναι ότι ο αγώνας ρεβάνς δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Η εφημερίδα «Αθλητικά Χρονικά» (φ. 16/3/1934) έκανε λόγο για «σκάνδαλο», γράφοντας ότι η Ελληνική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία αποδέχτηκε τη μη διεξαγωγή της ρεβάνς, λαμβάνοντας ως αντάλλαγμα 50.000 ιταλικές λιρέτες. Αντίστοιχα, η εφημερίδα «Βραδυνή» (φ. 14/3/1934) έγραψε ότι θα δίνονταν στην Ελληνική Ομοσπονδία 500.000 δραχμές σε λιρέτες, χωρίς να διευκρινίζεται ο λόγος.
Προφανώς οι Ιταλοί δεν ανησυχούσαν για μια πιθανή ήττα από την Ελλάδα. Ίσως να επιδίωκαν να αποφύγουν το κοπιαστικό ταξίδι που απαιτείτο, και να μην αγωνιστούν στα «ξερά» ελληνικά γήπεδα. Το βέβαιο είναι ότι η ρεβάνς δεν πραγματοποιήθηκε, ενώ λέγεται ότι με τα χρήματα αυτά, που παραμένει αδιευκρίνιστο γιατί δόθηκαν, αγοράστηκε το πρώτο κτίριο της Ελληνικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας.
Φωτογραφία της ελληνικής εθνικής ομάδας από προηγούμενο αγώνα από αυτόν με την Ιταλία, από την εφημερίδα «Αθλητικά Χρονικά» (φ. 28/3/1934)
Οι προετοιμασίες της διοργάνωσης
Στην Ιταλία, πάντως, οι προετοιμασίες για τη διοργάνωση του Μουντιάλ είχαν ήδη ξεκινήσει. Από αθλητικής πλευράς, το πρώτο μέτρο ήταν η «ιταλοποίηση» Νοτιαμερικανών ποδοσφαιριστών, οι οποίοι αποτέλεσαν τη σπονδυλική στήλη της εθνικής ομάδας. Πρόκειται για τους λεγόμενους Oriundi (ιθαγενείς), ποδοσφαιριστές με υπηκοότητα Αργεντινής αλλά με ιταλική καταγωγή. Οι συγκεκριμένοι είχαν αγωνιστεί με την εθνική ομάδα της Αργεντινής και, σύμφωνα με τους κανονισμούς της FIFA, δεν θα μπορούσαν να αγωνιστούν με την εθνική Ιταλίας, αλλά τελικά αγωνίστηκαν…
Για τη διοργάνωση το ιταλικό φασιστικό καθεστώς δεν άφησε τίποτα στην τύχη. Το πρόσωπο του Μουσολίνι ήταν παντού.
Περίπου 100.000 αφίσες, 300.000 κάρτες και ένα εκατομμύριο γραμματόσημα τυπώθηκαν προωθώντας υλικό που ταύτιζε την Ιταλία με τον φασισμό. Μάλιστα στον εναρκτήριο αγώνα στο Τορίνο, ο «Ντούτσε» στάθηκε στην ουρά ενός εκδοτηρίου για να πάρει εισιτήριο. Στη συνέχεια, φυσικά, παρακολούθησε τον αγώνα δίπλα στη βασιλική οικογένεια.
Σε αυτόν τον αγώνα η Ιταλία επικράτησε εύκολα της αδύναμης ομάδας των ΗΠΑ, με 7-1. Όμως στους επόμενους αγώνες άρχισαν να ακούγονται «ψίθυροι» για τη διαιτησία, κυρίως για την ανοχή στο σκληρό, συχνά στα όρια του αντιαθλητικού, παιχνίδι των Ιταλών. Επόμενος αντίπαλος της Ιταλίας ήταν η Ισπανία, σε έναν αγώνα που χαρακτηρίστηκε από τον Μουσολίνι ως «μάχη της Φλωρεντίας». Το αποτέλεσμα ήταν ισόπαλο, 1-1. Την επόμενη μέρα, σύμφωνα με τους κανονισμούς της εποχής, διεξήχθη επαναληπτικός αγώνας. Ωστόσο, λόγω τραυματισμών απουσίαζαν τρεις Ιταλοί και επτά Ισπανοί ποδοσφαιριστές, μεταξύ των οποίων ο Ισπανός τερματοφύλακας Ρικάρντο Ζαμόρα, ένας από τους κορυφαίους παίχτες της εποχής, ο οποίος είχε αποχωρήσει υποβασταζόμενος από το γήπεδο στον πρώτο αγώνα, μετά από χτύπημα στο κεφάλι. Ο δεύτερος αγώνας έληξε 1-0 υπέρ των Ιταλών, αλλά οι Ισπανοί έλεγαν ότι «μας έκλεψαν και στους δύο αγώνες επειδή ήμασταν καλύτεροι από τους Ιταλούς, φυσικά, και αν δεν ήταν οι κομματικές αποφάσεις της διαιτησίας, θα είχαμε αποκλείσει την Ιταλία».
Ακολούθησε στον ημιτελικό ο αγώνας με την Αυστρία, γνωστή τότε ως «ομάδα θαύμα» (Wunderteam). Λίγους μήνες νωρίτερα, στις 11 Φεβρουαρίου 1934, η Αυστρία είχε νικήσει την Ιταλία με 4-2 σε αγώνα στο Τορίνο. Όμως αυτή τη φορά, οι Ιταλοί με «σφιχτή» άμυνα κατάφεραν να περιορίσουν τους τεχνίτες αντιπάλους τους και να επικρατήσουν με 1-0.
Στον μεγάλο τελικό της 10ης Ιουνίου 1934 βρέθηκαν αντίπαλοι στο «Εθνικό Στάδιο του Εθνικού Φασιστικού Κόμματος» (το σημερινό Φλαμίνιο, έδρα της Λάτσιο), στη Ρώμη, η «δυναμική» Ιταλία και η «φινετσάτη» Τσεχοσλοβακία. Για τον Μουσολίνι, ο αγώνας απέκτησε και πολιτική διάσταση, καθώς εκείνη την ημέρα η Τσεχοσλοβακία ανακοίνωσε επίσημα τη συμμαχία της με τη Σοβιετική Ένωση. Το σύμφωνο αυτό θεωρήθηκε αντιφασιστική κίνηση και στον αγώνα δόθηκε διάσταση συμβολικής αντιπαράθεσης δύο πολιτικών φιλοσοφιών. Έτσι στο γήπεδο, μαζί με τον Ντούτσε, παρευρέθηκαν και πολλοί υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι του φασιστικού κόμματος.
Περίπου 65.000 θεατές παρακολούθησαν τον τελικό και πανηγύρισαν τη νίκη της Ιταλίας με 2-1. Το αποτέλεσμα σκίασαν φήμες ότι ο Μουσολίνι είχε συναντηθεί προσωπικά με διαιτητές πριν από τους αγώνες της Ιταλίας. Παράλληλα, ο Σουηδός διαιτητής Ιβάν Εκλιντ, ο οποίος διαιτήτευσε στον τελικό, κατηγορήθηκε ότι ευνόησε τους γηπεδούχους.
Τσεχοσλοβάκοι παίκτες και αξιωματούχοι διαμαρτυρήθηκαν ότι τα κραυγαλέα φάουλ των Ιταλών έμειναν ατιμώρητα και ότι δεν δόθηκαν δύο καθαρά πέναλτι.
Ακολούθησε η τελετή απονομής, όπου ακούστηκε ο φασιστικός ύμνος Giovinezza. Εκτός από το επίσημο τρόπαιο Ζιλ Ριμέ απονεμήθηκε στην Ιταλία και ένα ειδικό κύπελλο, το οποίο είχε αθλοθετήσει ο Μουσολίνι και ήταν έξι φορές μεγαλύτερο από το επίσημο τρόπαιο του Μουντιάλ.
Τέσσερις ημέρες μετά τον τελικό, στις 14 Ιουνίου 1934, ο Μουσολίνι συναντήθηκε για πρώτη φορά με τον Χίτλερ στη Βενετία. Η συνάντηση αυτή θεωρείται η αρχή της δημιουργίας του Αξονα και προμήνυε τις εξελίξεις που οδήγησαν στον καταστροφικό, αιματηρό Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
