Τελευταία νέα
Κάποτε ο Μητσοτάκης φόρεσε τη φανέλα του Προμηθέα και έπαιξε μπάσκετ Ο οίκος S&P διατήρησε αμετάβλητο το ελληνικό αξιόχρεο ΕΛ.Α.Σ.: Στα τέλη Ιανουαρίου το Προγραμματικό Συνέδριο με τη συμμετοχή όποιου πολίτη επιθυμεί Θεσσαλονίκη: Χιλιάδες κόσμος στη συναυλία για τον Θάνο Μικρούτσικο Τουρκολιβυκό μνημόνιο: Γιατί ΕΛ.Α.Σ. και ΠΑΣΟΚ δεν ζήτησαν την παραίτηση Γεραπετρίτη Οι απουσίες στοίχισαν στον Ολυμπιακό: Πρώτη εντός έδρας ήττα από τη Φενέρ Αντίστροφη μέτρηση για την επανέναρξη των ερευνών ηλεκτρικής διασύνδεσης Νίκος Νικολόπουλος: «Δεν πείθομαι ότι ο Καραμανλής άλλαξε γραμμή — οι δημόσιες παρεμβάσεις του μιλούν καθαρά» Ιράν: Γερμανία, Γαλλία και Βρετανία δηλώνουν έτοιμες για συνομιλίες – Στόχος να μην αποκτήσει πυρηνικά η Τεχεράνη Κουλκουδίνας: “Νόμιμη η επιδότηση της εταιρείας από το Ταμείο Αλιείας” ΚΚΕ για Κουλκουδίνα: Δίνοντας εξηγήσεις ενώ γεμίζεις τις τσέπες σου ΥΠΕΞ: Η Ελλάδα εκφράζει έντονη ανησυχία για τη θανατηφόρα επίθεση σε εμπορικό πλοίο στη Μαύρη Θάλασσα
Efsyn.gr

Το τελευταίο ποίημα που δημοσίευσε ο Αλέξης Σταμάτης τρεις μέρες πριν φύγει από τη ζωή

Βαθιά συγκίνηση προκάλεσε ο θάνατος του συγγραφέα, Αλέξη Σταμάτη, ο οποίος έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 67 ετών.
Από τη στιγμή που έγινε γνωστή η είδηση της απώλειάς του, το προσωπικό του προφίλ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αλλά και οι λογαριασμοί φίλων, συναδέλφων και ανθρώπων που συνεργάστηκαν μαζί του, γέμισαν με συγκινητικά μηνύματα αποχαιρετισμού.
Ο ίδιος πριν μερικές ημέρες, ανήρτησε στον προσωπικό του λογαριασμό στο facebook ένα από τα ποιήματά του.
Υπενθυμίζεται πως ο Αλέξης Σταμάτης, ήταν γιος του αρχιτέκτονα Κώστα Σταμάτη (1926–2020) και της ηθοποιού Μπέτυς Αρβανίτη.
Οικογενειακή φωτογραφία με χωριό
Κάθε Κυριακή
κατεβάζαμε τον σκύλο στο ποτάμι.
Ο σκύλος λεγόταν Λάκης.
Ή Σπύρος.
Ή όπως λέγονταν τότε οι άνθρωποι
προτού γίνουν φωτογραφίες.
Η θεία Ελένη έλεγε
πως τα ζώα ξέρουν.
Έπειτα σιωπούσε.
Οι μεγάλοι ήξεραν να αποσύρονται
με τρόπο που έκανε τον αέρα
να μοιάζει ένοχος.
Το ποτάμι κατέβαινε απ’ το βουνό
μεταφέροντας φύλλα,
κλαδιά,
μισές ειδήσεις.
Κάποτε ένα παιδί πνίγηκε εκεί.
Το αναφέρω
για να υπάρχει πληρότητα στοιχείων.
Δεν ήμουν εγώ.
Τότε.
Στο σπίτι
ο παππούς καθάριζε πορτοκάλια.
Τα νύχια του
είχαν το χρώμα του καπνού.
Άφηνε τις φλούδες
σε τέλειες σπείρες.
Αργότερα καταλάβαμε
ότι προσπαθούσε να βάλει κάποια τάξη
στο σύμπαν.
Όλοι προσπαθούσαν.
Η μητέρα μάζευε πιάτα.
Ο πατέρας εφημερίδες.
Η γιαγιά αγίους.
Εγώ ό,τι ζωές.
Τις φύλαγα σ’ ένα κουτί παπουτσιών
κάτω από το κρεβάτι.
Ακόμη πρέπει να βρίσκονται εκεί.
Το βράδυ
ανάβαμε το φως της αυλής.
Τα έντομα έπεφταν επάνω του
με μια αποφασιστικότητα
που αργότερα αναγνώρισα
στους ερωτευμένους,
στους επαναστάτες – ω –
και στους ασθενείς.
Το χωριό κοιμόταν.
Από μακριά ακούγονταν τα τρένα.
Κάθε τρένο
μετέφερε κάποιους αλλού.
Κανείς δεν γνώριζε πού ακριβώς.
Αυτή είναι μια χρήσιμη περιγραφή
και για τη ζωή.
Μια μέρα
η θεία Ελένη πέθανε.
Ο σκύλος έμεινε τρεις ώρες
μπροστά στην πόρτα της.
Κανείς δεν μίλησε γι’ αυτό.
Οι μεγάλοι είχαν άλλες δουλειές.
Έπρεπε να οργανωθεί η λύπη.
Να έρθουν οι καρέκλες.
Να βρεθούν τα μαύρα ρούχα.
Να βραστεί ο καφές.
Να μεταφερθεί ο νεκρός
από την πραγματικότητα
στην αφήγηση.
Χρόνια αργότερα
το χωριό άδειασε.
Το ποτάμι έμεινε.
Τα δέντρα έμειναν.
Οι τάφοι επίσης.
Μερικά σπίτια συνέχισαν να παραμένουν
με ανοιχτά παράθυρα
παρότι μέσα
δεν κατοικούσε πια κανείς.
Κι αυτό,
αν με ρωτούσαν,
είναι ο ακριβέστερος ορισμός της ψυχής.
Ένα φωτισμένο δωμάτιο
που εξακολουθεί να περιμένει
εκείνους που έφυγαν.

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...