Η προσφιλής διαδρομή, δεν της ξεφεύγω. Μεταξουργείο, πλατεία Καραϊσκάκη, Βάθης, Ομόνοια, κυκλική. Πυρώνει Ιούλιος, ψήνει φτωχοτουρίστες που γυρεύουν σουβλάκια Λευτέρη μέσω app, ψήνει εξαρτημένους που πίνουν τα πρωινά τους, ιδρωκοπάνε από νωρίς οι καλντεριμιτζούδες, τα μαγαζιά έχουν το εμπόρευμα στον δρόμο, απόκοσμα μανεκέν με φτενά φορέματα ινδοκινέζικα και την τιμή κολλημένη στο πρόσωπο, με οσμές αμμωνίας ούρου και σάπιας μπανάνας.
Στους σταθμούς του μετρό όλοι τρέχουν σφιγμένοι, σοβαροί, ο ηλικιωμένος εργατικός εκθέτει τα κουρασμένα μπράτσα μέσα από το αμάνικο «Nikee» και τα φλεβοπρησμένα πόδια με τον νάρθηκα κάτω απ’ το κοντοβράκι. Ολόγυρα κοπέλες αυστηρές με λέιζερ βλέμμα και iPods, ακριβά sneakers υψηλής απόδοσης, διαγωνίζονται ποια θα φτάσει πρώτη στο στόμιο του πηγαδιού.
Αντι-gentrification
Κάτω από τους υαλοπίνακες των φτηνολαμπρών προσόψεων απλώνεται έρπην το αντι-gentrification της φτωχολογιάς και της μετανάστευσης, πακιστανικά ντέζι halal, ναργιλέδες, φαγάκια με πολύχρωμα ρύζια κονφετί, κουρεία κουρεία κουρεία, στενόμακρα μπακάλικα με τα ώνια στο γλιτσερό πεζοδρόμιο, εδώ χάνονται οι latte και οι freddo.
Είμαστε στην Τσάιναταουν. Εξωραϊσμένα κτίρια και αστικά κενά, ερείπια χάσκοντα, μασκαρισμένα με μασίφ λαμαρίνες, γκραφίτι, μαγαζιά κλειστά, μαγαζιά μισάνοιχτα, σιωπηλά import export, ρούχα σαν ντιζάιν, πινακίδες σαν ντιζάιν, προμήθειες μαζικής εστίασης, παλέτες ρύζι Ταϊλάνδης, φιάλες προπανίου, ένα βανάκι μοιράζει σύριγγες, νερό και σάντουιτς, ισχνά κορμιά κουρνιάζουν στις εσοχές.
Πόλη-μυθοπλασία
Πίσω από κάθε σιωπή, κάθε κενό, κάθε σφραγισμένη πόρτα με ηλεκτρονική κλειδαριά και κάμερες CCTV, κάθε πινακίδα που περιγράφει αόριστες εταιρείες με αλλόκοτα αγγλικά, υφαίνεται μια μυθοπλασία, απειλητική, σαγηνευτική, υπερπραγματική. Η πόλη, έτσι με ζέστη, σπασμένα ρείθρα, νησίδες σκιάς κάτω από δέντρα, αναδύεται μέσα από μυθιστορήματα, τον Λαβύρινθο του Τσίρκα, τα ιδρωμένα μυστήρια των αθηναϊκών Ονομάτων του Ντον Ντε Λίλο, τα υπαρξιακά θρίλερ του Γκράχαμ Γκριν, η πόλη είναι θέατρο κατασκόπων και τόπος φαντασμάτων, τόπος αινιγματικών ερειπίων, πλυντήριο χρήματος, μη τόπος τράνζιτο και τρανζίσιον.
Υπερπραγματικότητα
Είμαστε στην πλατεία Αυδή, στο εξευγενισμένο Μεταξουργείο, στο gated community της ΤΕΡΝΑ, στα ρεστοράν και τα καφέ, από την έρημο του πραγματικού στο λούνα παρκ των ψευδαισθήσεων. Εδώ έχουν καφέ. Εδώ ας σταθώ.
Στολισμένοι σερβιτόροι στρώνουν τραπέζια για το μεσημεριανό, μάγειρες με τατουάζ παραλαμβάνουν σακιά πατάτες και κρεμμύδια, καφάσια λαχανικά. Σε ένα καφέ, Ασιάτης μιλάει εναλλάξ σε τρία τεράστια κινητά, φοράει χιαστί τσαντάκι Fendi. Δίπλα, δύο ψηλές ευτραφείς τριάντα-κάτι φέρουν αντισυμμετρικά τατουάζ, η μία μακρυμάνικο, η άλλη φουλ γάμπα, με τεράστια iPhone, βδελύσσονται τις φτηνοπαραγωγές ΤικΤοκ τζινγκλ με πέντε φωτογραφίες και μια γραμματοσειρά, dopamine rush ρε, νοσταλγούν τα production values μιας βιομηχανίας που είχε πεθάνει πολύ πριν γεννηθούν, νοσταλγούν τον προψηφιακό κόσμο, κάνουν αναλογιστικές τιμών εισιτηρίων και sold out, όλα σοβαρά-όσο-η-ζωή-σου κι όλα επιδερμικά, και η κατασκευασμένη νοσταλγία και η περιφρόνηση του ΤικΤοκ, όλα βουτηγμένα στην κάψα της πόλης, σε ένα παρόν που τρεμίζει, διαστέλλεται, σε μια ναρκωτική υπερπραγματικότητα.
Δύο αγριοκόριτσα ντυμένα μαύρα κρατούν σαν πολύτιμη λειψανοθήκη ένα κουτί με κάρτες παιχνιδιού, παραμιλούν στην καθομιλουμένη «fair enough». Μια αγουροξυπνημένη κοπέλα με ξεχειλισμένο κολάν και μπλουζάκι Stop Making Sense αναλύει στον ακαθόριστο συνδαιτυμόνα με σανδάλι-κάλτσα, βοηθάω εθελοντικά σ’ ένα ντοκιμαντέρ, τους κάνω τα σόσιαλ, έχει ξεμείνει από χαρτάκια, ένας εργατικός με φόρμα και φανέλα System of a Down της αφήνει ένα πακετάκι ασημένια, τα δικά μου, όλο; θενξ, μπρο!
Τραγουδάνε οι γειτονιές;
Στα μεγάφωνα του πεζόδρομου αδιάκοπα πολιτικό υπαρξιακό χιπ-χοπ, «οι γειτονιές τραγουδάνε», «ήρθα να πάρω το ρισπέκτ», ποιες γειτονιές τραγουδάνε; Οι γειτονιές καταλαμβάνονται από αλυσίδες franchise, από ταχυδρομικές θυρίδες για μικροψώνια παρηγορητικά, όλα ατομική ευθύνη, όλα πλατφόρμες και app, τράπεζες, εφορία, Δημόσιο, ταξί, ντελίβερι τσιγάρα, μια κοινωνία φορτωμένη σε πλατφόρμες και σμαρτφόν, μόνο τα νυχάδικα και τα κομμωτήρια ανθίστανται στην πλατφόρμα, άνθρωποι ντρεσαρισμένοι με κοντοβράκια και ακουστικά ψείρες, άνθρωποι διαμορφωμένοι με reels και πόντκαστ στοιχηματικών, ένα κουβάρι στην έρημο.
Διασχίζεις το gentrification του διαρκούς ερειπιώνα, κλέβεις εικόνες του κόσμου που λιώνει.
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
