Τελευταία νέα
Τουρισμός για τους τυχερούς «Ζητώ να ξανανοίξει η υπόθεση Novartis»: Καταγγελίες Σαλμά κατά Γεωργιάδη για διαπλοκή και επηρεασμό μαρτύρων Ανεξαρτητοποιείται από την ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ ο Σωκράτης Φάμελλος – «Λυπάμαι πολύ για αυτό το αδιέξοδο» Λαλιώτου: Το ζητούμενο δεν είναι η ανάπτυξη των ιδιωτικών πανεπιστημίων, αλλά η στήριξη της δημόσιας εκπαίδευσης Μητσοτάκης: «Τάζουν στους πάντες τα πάντα εκ του ασφαλούς γιατί είναι βέβαιοι ότι θα χάσουν τις εκλογές» ΣΥΡΙΖΑ: Ανεξαρτητοποιήθηκε ο Σωκράτης Φάμελλος – Τι αναφέρει σε δήλωσή του (Βίντεο) Ανεξαρτητοποιήθηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ και ο Σωκράτης Φάμελλος Ανεξαρτητοποιήθηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ ο Σωκράτης Φάμελλος O ΣΥΡΙΖΑ δεν πάει στη γιορτή του Προεδρικού: «Μετέχουν νοσταλγοί της χούντας» Σκάνδαλο ΟΠΕΚΕΠΕ: Πότε δικάζονται οι 4 βουλευτές της ΝΔ στους οποίους ασκήθηκαν ποινικές διώξεις Μητσοτάκης: Η Ευρώπη χρειάζεται προϋπολογισμό αντάξιο των νέων προκλήσεων Ο Σωκράτης Φάμελλος ανεξαρτητοποιήθηκε από την ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ: «Λυπάμαι πολύ για αυτό το αδιέξοδο»
Efsyn.gr

Στον βωμό της στρατηγικής της έντασης

Η «στρατηγική της έντασης» ως πολιτικό εργαλείο κοινωνικής και ψηφοθηρικής διαχείρισης, αποτέλεσε ίσως το βασικότερο μέσο άσκησης εσωτερικής πολιτικής της κυβέρνησης Μητσοτάκη, ήδη κατά την προεκλογική περίοδο του 2019.
Η ανάδειξη του «εσωτερικού εχθρού» ως κυρίαρχο πρόβλημα της δοκιμαζόμενης Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας στοχοποίησε οποιονδήποτε δεν ταυτιζόταν με τις ακραία νεοφιλελεύθερες και συντηρητικές πολιτικές της. Εχτισε ένα αφήγημα και δημιούργησε συγκλίσεις πέραν των στενών ορίων της παράταξης, διευρύνοντάς τα, αντλώντας συναινέσεις και στελέχη από αντίπαλους πολιτικούς χώρους, γεγονός που της επέτρεψε να εδραιωθεί.
Έκτοτε, η πρακτική αυτή συνεχίζει να αποτελεί το βασικό επικοινωνιακό της όπλο απέναντι σε κάθε νέα κρίση.
Η στρατηγική αυτή, όμως, τόσο στην ήπια όσο και στην πιο ακραία της μορφή, δοκιμασμένη διεθνώς από τις πιο σκοτεινές δομές του βαθέος κράτους, έχει ήδη αποκαλύψει τα αποτελέσματά της στην ιστορία του 20ού αιώνα, με τραγικές συνέπειες για τις κοινωνίες και τη δημοκρατία. Αυτό συμβαίνει ακριβώς γιατί η χειραγώγηση των πολιτών και η λειτουργία της εξουσίας ανατίθενται σε αδιόρατες, ανεύθυνες και μη λογοδοτούσες δομές, οι οποίες δρουν ασύδοτα και ανεξέλεγκτα.
Στην τελική ευθεία προς τις κάλπες, το κυβερνητικό καθεστώς επέλεξε να βγάλει ξανά αυτόν τον λαγό από το καπέλο. Με τα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα να διογκώνονται και με την καταφανή παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, καθίσταται σαφές πως η κυβέρνηση δεν αναζητά τον διάλογο, ούτε έχει την παραμικρή πρόθεση να προσφέρει μια ουσιαστική, κοινωνική λύση στο οξυμένο στεγαστικό και αστικό πρόβλημα.
Αντιθέτως, εργαλειοποιεί ιστορικούς χώρους όπως τα Προσφυγικά, τα οποία δεν αντιμετωπίζονται ως ζωντανά κύτταρα της κοινωνικής πολυπλοκότητας της πόλης, αλλά μετατρέπονται αποκλειστικά σε ένα βολικό παλκοσένικο για την επίδειξη του αφηγήματος του «νόμου και της τάξης».
Πρόκειται για μια ξεκάθαρη τακτική που αποσκοπεί στο να επιβεβαιώσει τη δεξιά ηγεμονία και να καταστήσει συμπαγές το συντηρητικό εκλογικό ακροατήριο, θυσιάζοντας το κράτος δικαίου και τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας.
Ακριβώς για αυτόν τον λόγο, η ενορχηστρωμένη αυτή εκστρατεία δημιουργεί εύλογες αμφιβολίες για το αν ο πραγματικός στόχος του νέου διωκτικού πογκρόμ είναι ο αντιεξουσιαστικός χώρος ή συνολικά ο δημοκρατικός κόσμος και η ευρύτερη αντιπολίτευση. Αν, δηλαδή, το χτύπημα στις «καταλήψεις» λειτουργεί απλώς ως προπέτασμα καπνού για να μεταφερθεί ο πολιτικός λόγος στους δικούς της όρους, με απώτερο σκοπό τον κατακερματισμό του ευρύτερου υπό διαμόρφωση αντιπολιτευτικού μετώπου. Αν τελικά αποδειχθεί ότι όλο αυτό είναι μια ακόμη «συνήθης φάρσα» διώξεων, τότε στον βωμό της κυβερνησιμότητας θυσιάζονται η ίδια η λειτουργία της δημοκρατίας και οι θεσμοί της.
Επιβεβαιωτικά στα παραπάνω, περνά συχνά απαρατήρητο το γεγονός ότι οι ίδιοι οι κυβερνητικοί εκπρόσωποι έχουν προσδώσει, άθελά τους, χαρακτηριστικά ενός «λαϊκού μετώπου από τα κάτω» στο κοινωνικό κίνημα που αναπτύχθηκε γύρω από τον αγώνα της Κοινότητας των Προσφυγικών. Ενα κίνημα που, με όρους ενός «ιστορικού μπλοκ», δημιούργησε συγκλίσεις σε όλο το φάσμα της κοινωνίας: από τα ριζοσπαστικά κινήματα μέχρι την Αριστερά, τη σοσιαλδημοκρατία και κομμάτια του φιλελεύθερου δημοκρατικού κόσμου. Συνέκλινε, δε, στα αυτονόητα κεκτημένα της σύγχρονης δημοκρατίας: τα ανθρώπινα δικαιώματα, τον κοινωνικό έλεγχο, τον ανθρωπισμό και το αδιαπραγμάτευτο δικαίωμα στη στέγη –σε όλα εκείνα που η σημερινή εξουσία βάλλει με αδυσώπητη μανία.
Αυτή η κοινωνική δυναμική αποτελεί έναν υπαρξιακό κίνδυνο για ένα καθεστώς σε κρίση, ακριβώς επειδή επιδιώκει να αρθρώσει έναν ευρύτερα ηγεμονικό πολιτικό λόγο, με δυναμικό αφήγημα και ένα εμπνευσμένο κοινωνικό φαντασιακό. Ενα αυταρχικό μοντέλο εξουσίας τρομάζει στην ιδέα ότι η ιστορική ήττα της δεξιάς κυριαρχίας στο παρελθόν χτίστηκε πάνω σε τέτοια νέα κοινωνικά φαντασιακά ελεύθερων χώρων, και επ’ ουδενί το αντίστροφο.
Για μια κυβέρνηση που έχει κάνει σημαία της την «ασφάλεια», η διαρκής επαναφορά του δόγματος «νόμος και τάξη» αποτελεί ουσιαστικά την ομολογία της απόλυτης αποτυχίας της.
Και αυτό βαραίνει ακόμη περισσότερο όταν έχει τεράστιες ευθύνες για θέματα εθνικής ασφάλειας, όπως το σκάνδαλο των υποκλοπών ή για τους 57 νεκρούς των Τεμπών. Η προσπάθεια εξίσωσης του κοινωνικού ακτιβισμού και του αγώνα για την πραγματική κοινωνική στέγη με την «τρομοκρατία», δεν είναι παρά μια επικίνδυνη ακροδεξιά ρητορική. Μια ρητορική που νομιμοποιεί εκ νέου, με όρους ντετερμινιστικούς, τις πιο σκοτεινές μετεμφυλιακές απολήξεις του ελληνικού κράτους.
Το διακύβευμα της εποχής μας, απέναντι στο επικίνδυνο αφήγημα των «δύο άκρων», είναι να συνενώσουμε τα αδιόρατα νήματα αυτών των κοινωνικών δυναμικών, προτάσσοντας το πραγματικό συμφέρον των κοινωνιών απέναντι σε κάθε αυταρχική εκτροπή και μικροπολιτική σκοπιμότητα.
*Μέλος της Κοινότητας Κατειλημμένων Προσφυγικών

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...