Τελευταία νέα
Σφοδρά πυρά της ΕΛ.Α.Σ στον Μητσοτάκη: «Η αλήθεια δεν μπαζώνεται. Ούτε οι πολιτικές ευθύνες» Γίναμε… υπερδύναμη, και δεν το ξέρουμε; Ισπανία: Αναζωπυρώθηκε η μεγάλη πυρκαγιά – Εκκενώθηκαν κοινότητες κοντά στη Μαδρίτη Χαλκιδική: 57χρονος τουρίστας τραυματίστηκε στο κεφάλι έπειτα από βουτιά σε θαλάσσιο πάρκο αναψυχής Ψάχνουν δεκανίκια για μετά τις εκλογές ΣΥΡΙΖΑ για ΟΠΕΚΕΠΕ με αφορμή τις δίκες των βουλευτών της ΝΔ: «γαλάζιο σύστημα διαφθοράς» Γ. Βλάχος προς Κ. Μητσοτάκη: Ζητά όλα τα στοιχεία για τα «Πράσινα Σπίτια» Ιράν: Με απειλές απαντά στις απειλές Τραμπ ο Αραγτσί – «Οφθαλμός αντί οφθαλμού» Παναθηναϊκός: Αισιόδοξος ο Νίστρουπ για πρόκριση κόντρα στην Πάκσι – «Θέλουμε να κερδίσουμε και τα δύο ματς» Παπαηλιού: “H αλήθεια δεν μπορεί εσαεί να κουκουλώνεται” Σχόλιο ΕΛΑΣ για Τριαντόπουλο: «Η αλήθεια δεν μπαζώνεται, ούτε οι πολιτικές ευθύνες του κ. Μητσοτάκη» Σφοδρή κόντρα Φάμελλου με ΣΥΡΙΖΑ
Elculture.gr

Ο Πάνος Μαλακτός μιλάει για τη νέα σόλο περφόρµανς του “Brightest Heroine” στην Πειραιώς 260

Το Brightest Heroine παρουσιάζεται στην Πειραιώς 260, στις 22, 23 και 24 Ιουλίου στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου, μια παράσταση που ανήκει και στο Systema – For the greek performing arts, τη σύμπραξη του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου, του Εθνικού Θεάτρου και του Διεθνούς Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας για την προβολή της σύγχρονης ελληνικής δημιουργίας στο εξωτερικό.

Με αφορμή τη νέα σόλο περφόρµανς “Brightest Heroine“, ο χορευτής και χορογράφος από την Κύπρο, Πάνος Μαλακτός, απαντά στις ερωτήσεις μου όπως ακριβώς μου αρέσει. Ωμά, δίχως να φοβάται τίποτε, μιλώντας έξω από τα δόντια. Ανήκει στη νέα γενιά χορογράφων και ξεδιπλώνει τον κόσμο του από τις pop αναφορές στην Τάμτα, τα anime και τα videogames ίσαμε τη σκληρή πραγματικότητα και την κριτική που κάνει στην πολιτική επικαιρότητα, την κανονικοποίηση της φρίκης. Τέτοιους καλλιτέχνες γουστάρω, αληθινούς στα πιστεύω τους που δεν φοβούνται να εκτεθούν και να ενοχλήσουν με τις απόψεις τους. Ελπίζω οι απαντήσεις του να σας κινητοποιήσουν και να πάτε ίσαμε την Πειραιώς 260 να δείτε το Brightest Heroine που δημιούργησε. Εκεί ουσιαστικά θα λάβουμε κι όλες τις απαντήσεις, εδώ ακολουθεί μόνο η συζήτηση:

Ποια εικόνα, ποιο συναίσθημα θα ήθελες ιδανικά να μείνει στο κοινό μετά το χειροκρότημα από την περφόρμανς χορού Brightest Heroine;

Δεν θα ήθελα να καθορίσω τι πρέπει να μείνει στο κοινό μετά το χειροκρότημα. Δεν με ενδιαφέρει να φύγουν όλοι με το ίδιο συναίσθημα ή με ένα συγκεκριμένο «μήνυμα». Ελπίζω απλώς να έχουν νιώσει κάτι πραγματικά την ώρα της παράστασης — οτιδήποτε. Ακόμα και βαρεμάρα. Αρκεί να την έχουν αφήσει να υπάρξει και να μην την έχουν προσπεράσει. Νιώθω ότι έχουμε γίνει αρκετά μουδιασμένοι. Συμβαίνουν τόσα πολλά γύρω μας, δεχόμαστε ασταμάτητα εικόνες και πληροφορίες και πολλές φορές μαθαίνουμε να φιλτράρουμε τα πάντα, να είμαστε προσεκτικοί, διπλωματικοί, σχεδόν αποστασιοποιημένοι. Δεν αφήνουμε πάντα τον εαυτό μας να βιώσει ένα συναίσθημα μέχρι τέλους. Οπότε, αν μέσα στο Brightest Heroine κάποιος θυμώσει, συγκινηθεί, γελάσει, κουραστεί, ενθουσιαστεί ή ενοχληθεί έντονα, για μένα αυτό είναι αρκετό. Δεν έχει τόση σημασία ποιο θα είναι το συναίσθημα, όσο το να είναι αληθινό.

© Nikolas Karatzas

Στον τίτλο και τον πυρήνα του έργου σου επέλεξες τον στίχο “I’m happy… but I’m always a true heroine“ από το τραγούδι Heroine της Τάμτα. Πώς προέκυψε αυτή η επιλογή;

Η επιλογή ξεκίνησε πολύ αυθόρμητα, μέσα από το ίδιο το άκουσμα του τραγουδιού. Για πολύ καιρό πίστευα ότι σε ένα σημείο η Τάμτα τραγουδά τη φράση brightest heroine. Αργότερα κατάλαβα ότι μάλλον είχα ακούσει κάτι διαφορετικό από αυτό που πραγματικά λέει ο στίχος. Παρ’ όλα αυτά, αυτή η «παρανόηση» είχε ήδη γεννήσει μέσα μου μια πολύ συγκεκριμένη εικόνα και τελικά έγινε ο τίτλος της παράστασης. Μου αρέσει που προέκυψε σχεδόν ασυνείδητα, σαν να άκουσα αυτό που είχα ανάγκη να ακούσω εκείνη τη στιγμή. Η σχέση μου με τον κόσμο της Τάμτα είναι παλιά. Την παρακολουθώ από πολύ μικρός και τα τελευταία της άλμπουμ με αγγίζουν ιδιαίτερα, τόσο μουσικά όσο και οπτικά. Νιώθω κοντά στην ελευθερία με την οποία έχει αρχίσει να ορίζει η ίδια την εικόνα και την έκφρασή της. Παράλληλα, ο Teo, στενός συνεργάτης της και μουσικός παραγωγός του Brightest Heroine, είναι και δικός μου σταθερός συνεργάτης από το 2023, οπότε υπάρχει ήδη μεταξύ μας μια κοινή αισθητική αντίληψη. Και φυσικά έχει σημασία ότι μιλάμε για heroine και όχι για hero. Μεγαλώνοντας ως gay αγόρι, οι φιγούρες με τις οποίες ταυτιζόμουν και τις οποίες θαύμαζα ήταν κυρίως γυναίκες: οι ηρωίδες των cartoons και των anime, αλλά και οι γυναίκες της οικογένειάς μου. Η λέξη heroine μου είναι πολύ πιο οικεία. Κουβαλά μια μορφή δύναμης που δεν χρειάζεται να είναι σκληρή, αρρενωπή ή αλάνθαστη για να είναι ηρωική.

Μιλάς για έναν κόσμο όπου «ο παλιός κόσμος πεθαίνει και ο καινούργιος παλεύει να γεννηθεί». Ποια είναι αυτά τα «τέρατα» που βλέπεις σήμερα γύρω μας και ποιο θεωρείς το πιο επικίνδυνο, εκείνο που ουσιαστικά σε ώθησε περισσότερο για να δημιουργήσεις αυτή την περφόρμανς;

Για μένα, τα σημερινά «τέρατα» δεν είναι αφηρημένα. Είναι η κυβέρνηση του Ισραήλ και οι κυβερνήσεις που την στηρίζουν πολιτικά, στρατιωτικά ή μέσα από τη σιωπή τους, ενώ βλέπουμε τη γενοκτονία να εκτυλίσσεται στη Γάζα. Σε αυτές συμπεριλαμβάνω ξεκάθαρα την ελληνική κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη και την κυπριακή κυβέρνηση του Νίκου Χριστοδουλίδη. Δεν μπορώ να διαχωρίσω τη βία από εκείνους που την επιτρέπουν, τη δικαιολογούν ή επιλέγουν να συνεχίσουν τις σχέσεις τους σαν να μην συμβαίνει τίποτα. Τέρατα είναι επίσης οι φασίστες και ολόκληρη η ιδεολογία που τους γεννά: ο ρατσισμός, η ομοφοβία, ο μισογυνισμός, η ξενοφοβία, η αποικιοκρατική λογική, η ιδέα ότι κάποιες ζωές αξίζουν περισσότερο από άλλες. Ίσως το πιο επικίνδυνο τέρας, όμως, είναι η κανονικοποίηση. Το πόσο γρήγορα συνηθίζουμε τη φρίκη, το πόσο εύκολα μετατρέπεται σε ακόμη μία εικόνα στην οθόνη μας και το πώς οι πολιτικοί μιλούν για εγκλήματα με μια ψυχρή, διπλωματική γλώσσα. Αυτό ήταν και ένα από τα βασικά πράγματα που με ώθησαν να δημιουργήσω το Brightest Heroine: η ανάγκη να μην αποδεχτώ αυτή την αδιαφορία ως κάτι φυσιολογικό.

Η ηρωίδα σου βρίσκεται σε μια ατελείωτη τελευταία πίστα ενός videogame. Πιστεύεις ότι η ζωή μας πια έχει μετατραπεί σε μια αδιάκοπη πίστα επιβίωσης όπου δεν υπάρχει ποτέ πραγματικό τέλος ή νίκη;

Δυστυχώς, ναι. Κάπως έτσι το νιώθω και το βιώνω: σαν μια αδιάκοπη πίστα επιβίωσης, όπου μόλις ξεπερνάς ένα εμπόδιο εμφανίζεται αμέσως το επόμενο και η αίσθηση μιας πραγματικής νίκης συνεχώς απομακρύνεται. Δεν θέλω να το εξηγήσω περισσότερο, γιατί νομίζω ότι είναι μια εμπειρία με την οποία ταυτίζεται ήδη πολύς κόσμος. Ελπίζω η ερώτηση αυτή να απαντηθεί, ή τουλάχιστον να βιωθεί, μέσα από την ίδια την παράσταση.

© Nikolas Karatzas

Λες Πάνο να υπάρχει κάποιος μυστικός κωδικός τύπου cheat code που δεν εχουμε εντοπίσει ακόμα;

Εννοείται ότι υπάρχει και νομίζω πως πολύς κόσμος το έχει ήδη ανακαλύψει. Ίσως αυτό το cheat code να λέγεται αναισθησία. Να μην σε αγγίζει τίποτα, να μην έχεις ενσυναίσθηση, να προχωράς και να απολαμβάνεις τη ζωή σου σαν να μη συμβαίνει τίποτα γύρω σου. Κάποιοι άνθρωποι μεγαλώνουν έτσι, κάποιοι γίνονται έτσι για να αντέξουν και κάποιοι το επιλέγουν συνειδητά. Σίγουρα κάνει την πίστα πιο εύκολη. Εγώ, όμως, ξέρω ότι δεν θέλω να περάσω μέσα από τη ζωή μου με αυτόν τον τρόπο.

Στο Brightest Heroine το σώμα γίνεται όπλο, μνήμη, πεδίο μάχης και πράξη φροντίδας. Πώς έχτισες αυτή τη διαδρομή και πόσο προσωπική είναι για σένα;

Η διαδρομή άρχισε τη στιγμή που αποφάσισα να επιστρέψω σε όσα με έχουν διαμορφώσει. Στο πώς μεγάλωσα ως gay αγόρι στην Κύπρο, σε μια κοινωνία που πολλές φορές λειτουργεί σαν μικρό χωριό, όπου όλοι γνωρίζονται και υπάρχει έντονα η αίσθηση ότι σε παρακολουθούν και σε κρίνουν. Στο πώς έφυγα στα δεκαεπτά μου για να σπουδάσω στο Λονδίνο και βρέθηκα ξαφνικά από αυτό το περιβάλλον μέσα σε μια τεράστια πόλη, αλλά και στο ότι έχασα τη μητέρα μου στα δεκαεννιά μου. Και μετά, φυσικά, σε όλα όσα ακολούθησαν και με έφεραν μέχρι εδώ. Οπότε η διαδρομή είναι απόλυτα προσωπική. Δεν δημιουργήθηκε μόνο μέσα στο στούντιο· υπήρχε ήδη μέσα μου. Στην παράσταση η προσωπική ζωή μπλέκεται με την επαγγελματική, οι απώλειες με τις φιλοδοξίες, η ανάγκη να προστατεύσεις τον εαυτό σου με την ανάγκη να εκτεθείς. Γι’ αυτό και το σώμα μπορεί να αλλάζει συνεχώς λειτουργία: να αμύνεται, να επιτίθεται, να θυμάται και μετά να προσπαθεί να φροντίσει τον ίδιο του τον εαυτό. Αυτό δεν σημαίνει ότι αυτοπροσδιορίζομαι κυριολεκτικά ως η ηρωίδα της παράστασης. Η ηρωίδα είναι περισσότερο ένα όχημα, μια φαντασιακή φιγούρα μέσα από την οποία μπορώ να μετασχηματίσω προσωπικά βιώματα και να τα τοποθετήσω σε έναν διαφορετικό κόσμο.

Τα glitches τα αντιμετωπίζεις όχι ως λάθη αλλά ως δημιουργικές ρωγμές, θεωρείς ότι η ατέλεια είναι τελικά πιο ανθρώπινη και ενδιαφέρουσα από μια τελειότητα που πρεσβεύει και επιδιώκει η ψηφιακή εποχή;

Ναι, γιατί το glitch αποκαλύπτει ότι κάτι δεν λειτουργεί ακριβώς όπως είχε σχεδιαστεί — και αυτό το κάνει ζωντανό. Η ψηφιακή εποχή μάς εκπαιδεύει να διορθώνουμε, να λειαίνουμε και να κρύβουμε οτιδήποτε ξεφεύγει από την εικόνα που θέλουμε να παρουσιάσουμε. Εμένα με ενδιαφέρει περισσότερο αυτό που δεν διορθώνεται τόσο εύκολα. Η ατέλεια δεν είναι απαραίτητα όμορφη ή ποιητική· μπορεί να είναι άβολη, εκνευριστική ή αστεία. Αλλά έχει πληροφορία. Φανερώνει τον κόπο, την πίεση, την προσπάθεια και τα όρια. Στο Brightest Heroine το glitch δεν είναι ένα εφέ· είναι η στιγμή που η ηρωίδα δεν μπορεί πια να ακολουθήσει πιστά τον μηχανισμό της πίστας και αναγκάζεται να επινοήσει έναν διαφορετικό τρόπο να συνεχίσει.

Στο πλαίσιο της τέχνης του χορού, πώς ορίζεις το glitch;  Ποιο είναι το «λάθος» ή το «σφάλμα» που έχεις εντοπίσει; 

Στον χορό, glitch είναι η στιγμή που διακόπτεται η ψευδαίσθηση του απόλυτου ελέγχου: μια κίνηση παραμορφώνεται, το σώμα κουράζεται ή δεν υπακούει πια απόλυτα. Το πραγματικό «σφάλμα» δεν βρίσκεται στον χορευτή, αλλά στην απαίτηση να λειτουργεί το ανθρώπινο σώμα σαν μηχανή — πάντα ακριβές, παραγωγικό και διαθέσιμο.

Το Brightest Heroine αντλεί εικόνες από τα anime, τα video games και τις γλώσσες προγραμματισμού. Τι σε γοητεύει σε αυτούς τους κόσμους και σε κάνει να πιστεύεις ότι μπορούν να συνομιλήσουν με τον σύγχρονο χορό;

Αυτό που με γοητεύει σε αυτούς τους κόσμους είναι ότι, ενώ συχνά είναι φωτεινοί, πολύχρωμοι και φαινομενικά αισιόδοξοι, εμένα μου δημιουργούν ταυτόχρονα μια παράξενη θλίψη ή νοσταλγία. Δεν μπορώ πάντα να εξηγήσω ακριβώς γιατί. Με μετακινούν συνεχώς συναισθηματικά, όπως και η μουσική της Τάμτα: μπορεί να είναι upbeat και ταυτόχρονα να κρύβει κάτι μελαγχολικό. Τα videogames και οι γλώσσες προγραμματισμού έχουν κανόνες, εντολές και συγκεκριμένα συστήματα, ενώ τα anime και τα cartoons μπορούν να γίνουν υπερβολικά, φαντασιακά και εντελώς απρόβλεπτα. Νομίζω ότι ο σύγχρονος χορός μπορεί να χωρέσει και τα δύο: δομή και χάος, ακρίβεια και φαντασία. Μπορεί να γίνει σχεδόν οτιδήποτε και, χωρίς να εξηγεί τα πάντα, να σε συνδέσει με πολλά διαφορετικά συναισθήματα ταυτόχρονα.

Επιδιώκεις με το έργο σου να γίνει μια διπλή ανάγνωση ανάμεσα στην πολιτική αλληγορία και την προσωπική εξομολόγηση;

Ίσως. Μπορεί να υπάρχει αυτή η διπλή ανάγνωση, αλλά δεν θέλω να την προκαθορίσω ή να την εξηγήσω πριν από την παράσταση. Ελάτε να τη δείτε και ελπίζω η ερώτηση να απαντηθεί εκεί — ή να γεννήσει ακόμη περισσότερες.

Η αντοχή και η έννοιά της διατρέχει την περφόρμανς σου, υπήρξαν στις πρόβες στιγμές που ένιωσες ότι δοκιμάζεις τα σωματικά και ψυχικά σου όρια προς τέρψη του κοινού; Είπες κάποια στιγμή αρκετά έδωσα, αρκετά εκτέθηκα;

Δεν το σκέφτομαι ποτέ συνειδητά ως θυσία προς τέρψη του κοινού την ώρα που δημιουργώ. Παρ’ όλα αυτά, οι παραστάσεις στις οποίες βρίσκομαι επί σκηνής συχνά με οδηγούν μέχρι τα όρια που έχω εκείνη την περίοδο. Συνήθως το αντιλαμβάνομαι μετά και αναρωτιέμαι: γιατί δίνω τόσο πολύ; Είναι απαραίτητο; Γιατί εκθέτω τόσο έντονα τον εαυτό μου; Υπάρχει επίσης κάτι παράξενο στον χρόνο. Μπορεί να δημιουργήσεις ένα έργο σε μια συγκεκριμένη ψυχική κατάσταση και να κληθείς να το ξαναπαίξεις δύο χρόνια αργότερα, όταν βρίσκεσαι αλλού. Δεν ρυθμίζω πάντα αυτή την απόσταση και, όσο μεγαλώνω, αρχίζω να αναγνωρίζω ότι κάποιες φορές πληγώνω τον εαυτό μου, και σωματικά και ψυχικά, μέσα από αυτό που κάνω. Μετά το We All Need Therapy στη Στέγη Ιδρύματος Ωνάση, κάποιος με ρώτησε: «Γιατί επέλεξες να το κάνεις αυτό στον εαυτό σου;». Είχα μοιραστεί κάτι πολύ προσωπικό και τραυματικό, και αναρωτιόταν ακόμη και πώς μπορεί κανείς να κρίνει την παράσταση χωρίς να νιώθει ότι κρίνει το ίδιο το βίωμά μου. Αυτή η ερώτηση έμεινε μαζί μου. Δεν έχω πει ακόμα «αρκετά έδωσα», αλλά έχω αρχίσει να αναρωτιέμαι πιο σοβαρά ποιο είναι το τίμημα αυτής της έκθεσης.

Έχει ειπωθεί ότι ο σύγχρονος χορός αφηγηματικά είναι «δύσκολος» για το κοινό. Αισθάνεσαι ότι οφείλεις κάπως και ’σύ να εκπαιδεύσεις ή να καθοδηγήσεις κάπως το κοινό ή τελικά προτιμάς να τους αφήσεις την ελευθερία να δημιουργούν σε κάθε έργο σου τη δικιά τους ερμηνεία αφήγησης;

Η αλήθεια είναι ότι δεν αισθάνομαι πως οι παραστάσεις μου είναι αφηγηματικά δύσκολες. Υπάρχει πάντα μια αρκετά σαφής δραματουργική διαδρομή, η οποία καθοδηγεί το κοινό χωρίς όμως να του επιβάλλει μία και μοναδική ερμηνεία. Δεν λέω ότι όλοι πρέπει να καταλάβουν ακριβώς το ίδιο· περισσότερο ότι υπάρχουν αρκετά στοιχεία για να μπορέσει ο καθένας να ακολουθήσει αυτό που συμβαίνει και να φτιάξει τη δική του σύνδεση. Άλλωστε, ο σύγχρονος χορός είναι ένα τεράστιο φάσμα και ο καθένας τον αντιλαμβάνεται διαφορετικά. Αυτό που κάνω εγώ βρίσκεται κάπου ανάμεσα στον χορό, την περφόρμανς και το θέατρο. Δεν νιώθω λοιπόν ότι οφείλω να «εκπαιδεύσω» το κοινό. Προσπαθώ να δημιουργήσω έναν κόσμο με αρκετή καθαρότητα και μετά να αφήσω χώρο στον θεατή να τον διαβάσει με τον δικό του τρόπο. Τουλάχιστον αυτή είναι η πρόθεσή μου — ελπίζω να λειτουργεί έτσι και στην πράξη.

© Nikolas Karatzas

Η φράση σου «η άρνηση της παραίτησης είναι η μόνη χειρονομία αντίστασης» είναι πολιτική θέση σχεδόν, μην πω ξεκάθαρα. Πιστεύεις Πάνο ότι εξακολουθεί η τέχνη να λειτουργεί ως πράξη αντίστασης ή αλλάζει πια σιγά σιγά ο ρόλος της;

Ναι, είναι ξεκάθαρα πολιτική θέση. Πιστεύω ότι η τέχνη μπορεί ακόμη να λειτουργήσει ως πράξη αντίστασης, αλλά δεν το κάνει αυτόματα μόνο και μόνο επειδή είναι τέχνη. Βλέπω όλο και συχνότερα να γίνεται υπερβολικά διπλωματική για να επιβιώσει: να χωρέσει σε θεσμούς, χρηματοδοτήσεις, φεστιβάλ και διεθνή δίκτυα, χωρίς να ενοχλήσει πραγματικά κανέναν. Και αυτό με εξοργίζει. Καταλαβαίνω γιατί συμβαίνει. Οι καλλιτέχνες πρέπει να εργαστούν και οι συνθήκες είναι πολύ δύσκολες. Έχω αναρωτηθεί κι εγώ αν η δουλειά μου θα ταξίδευε περισσότερο, αν ήμουν πιο προσεκτικός ή πιο βολικός σε αυτά που λέω. Όμως δεν θέλω να κάνω τέχνη μετρώντας συνεχώς ποιον θα δυσαρεστήσω. Προτιμώ να χάσω μια ευκαιρία παρά να αποδυναμώσω αυτό που πιστεύω για να γίνω αποδεκτός. Για μένα, η τέχνη οφείλει να αντιστέκεται σε οτιδήποτε αφαιρεί την αξιοπρέπεια, την ελευθερία και τα δικαιώματα των ανθρώπων. Να εκθέτει την υποκρισία, όχι να τη διαχειρίζεται ευγενικά. Οπότε δεν νομίζω ότι ο ρόλος της αλλάζει· αλλάζουν οι πιέσεις γύρω της. Και το ερώτημα είναι αν είμαστε διατεθειμένοι να ρισκάρουμε κάτι για να παραμείνει πραγματικά ζωντανή.

Πριν γίνεις χορογράφος υπήρξε μια πρώτη εικόνα, ανάμνηση ή και παράσταση που σε έκανε να καταλάβεις ότι θα αφιερωθείς στον χορό;

Δεν υπήρξε μία συγκεκριμένη παράσταση. Υπήρχε περισσότερο μια επαναλαμβανόμενη εικόνα από την παιδική μου ηλικία. Η αδελφή μου έκανε μαθήματα χορού και, επειδή έπρεπε να την περιμένω μέχρι να τελειώσει, καθόμουν για ώρες και παρακολουθούσα. Ήμουν πολύ μικρός, αλλά θυμάμαι πόσο με γοήτευε και πόση περιέργεια μου δημιουργούσε. Τότε δεν μπορούσα καν να σκεφτώ ότι αυτό θα μπορούσε να αφορά κι εμένα. Μεγάλωνα με την ιδέα ότι τα αγόρια δεν χορεύουν και ότι η τέχνη δεν είναι για αυτά — κάτι που άκουγα κυρίως από τον πατέρα μου. Οπότε αυτή η επιθυμία έμεινε πολύ βαθιά κρυμμένη για χρόνια, γιατί δεν ένιωθα ότι είχα το δικαίωμα να την εκφράσω. Αν γυρίσω πίσω, όμως, νομίζω ότι από εκεί ξεκίνησαν όλα: από εκείνο το παιδί που καθόταν στην άκρη της αίθουσας και κοιτούσε με τις ώρες.

Στη διαδρομή σου που είναι πλούσια και με διεθνείς συνεργασίες υπήρξε κάποια στιγμή που αμφισβήτησες τον εαυτό σου;

Κάθε μέρα — και ακόμη το κάνω. Η αμφισβήτηση δεν σταμάτησε επειδή ήρθαν οι συνεργασίες ή οι ευκαιρίες. Μπορεί να εμφανιστεί ακόμη και την ώρα που βρίσκομαι πάνω στη σκηνή. Δεν τη βλέπω απαραίτητα ως έλλειψη αυτοπεποίθησης. Είναι περισσότερο μια συνεχής ερώτηση για το αν αυτό που κάνω είναι αληθινό, αν έχει λόγο να υπάρχει και αν μπορώ να το πάω κάπου που δεν έχω ξαναπάει. Μερικές φορές με δυσκολεύει, αλλά ίσως είναι και αυτό που δεν με αφήνει να επαναπαυτώ.

Έχεις συνεργαστεί με ονόματα διεθνή όπως οι Peeping Tom. Τι σε δίδαξε η συνύπαρξή σου με αυτούς και το ότι έχεις «χορέψει» σε πολλές πόλεις του εξωτερικού;

Η συνεργασία μου με τους Peeping Tom αποτελεί ένα σημαντικό μέρος της διαδρομής μου και καταλαβαίνω γιατί πολλοί άνθρωποι με συνδέουν μαζί τους. Δεν θα ήθελα, όμως, όταν ακούγεται το όνομα Πάνος Μαλακτός, η πρώτη και μοναδική σκέψη να είναι οι Peeping Tom. Είμαι καλλιτέχνης με τη δική μου πορεία, τη δική μου δουλειά και τη δική μου φωνή. Υπάρχουν πράγματα σχετικά με αυτή τη συνεργασία που δεν είμαι ακόμη έτοιμος να συζητήσω δημόσια. Τα έχω επεξεργαστεί με τους δικούς μου ανθρώπους, αλλά αυτή τη στιγμή δεν έχω τη δυνατότητα να διαχειριστώ τις συνέπειες μιας εντελώς ειλικρινούς απάντησης. Οπότε επιλέγω συνειδητά να βάλω εδώ ένα όριο. Αυτό που μπορώ να πω είναι ότι οι διεθνείς συνεργασίες και τα ταξίδια μου έμαθαν να μην εξιδανικεύω ούτε τα μεγάλα ονόματα ούτε το «εξωτερικό». Να κοιτάζω πέρα από το κύρος και να παρατηρώ πώς αντιμετωπίζονται πραγματικά οι άνθρωποι μέσα σε έναν καλλιτεχνικό χώρο. Και, κυρίως, μου έμαθαν πολύ καθαρά τι θέλω και τι δεν θέλω να αναπαράγω στη δική μου δουλειά.

© Pavlos Vrionides

Με την εμπειρία που έχεις αποκτήσει, πίστευες ότι υπάρχει κάποιος τρόπος ή πρόταση έτσι ώστε η τέχνη του χορού στην Ελλάδα ν’ αποκτήσει τη θέση που της πρέπει; Εννοώ περισσότερες παραστάσεις χορού, με διάρκεια πάνω από 6 φορές παρουσίασης, τη στήριξη ομάδων.

Θέλω πρώτα να ξεκαθαρίσω ότι έρχομαι στο Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου ως Κύπριος καλλιτέχνης και θα ήθελα να πιστεύω ότι εκπροσωπώ, με τον δικό μου τρόπο, την κοινότητα του σύγχρονου χορού της Κύπρου. Δεν έχω ζήσει ποτέ στην Ελλάδα, επομένως δεν μπορώ να μιλήσω με πλήρη γνώση για το πώς λειτουργούν εδώ οι κρατικές χρηματοδοτήσεις και οι πολιτιστικές πολιτικές. Είναι η δεύτερη φορά που ένας ελληνικός θεσμός στηρίζει ουσιαστικά τη δημιουργία ενός έργου μου —η πρώτη ήταν η Στέγη Ιδρύματος Ωνάση και τώρα το Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου— και είμαι πραγματικά ευγνώμων γι’ αυτό, όπως και για τα φεστιβάλ που έχουν παρουσιάσει τη δουλειά μου. Νιώθω επίσης ότι η ελληνική χορευτική κοινότητα με έχει αγκαλιάσει ως μέρος της. Γνωρίζω, όμως, πολύ καλύτερα την πραγματικότητα της Κύπρου. Εκεί οι χρηματοδοτήσεις είναι τόσο περιορισμένες, ώστε πολλές φορές ένα έργο μπορεί να παρουσιαστεί μόνο δύο ή τρεις φορές και μετά ουσιαστικά να πεθάνει. Δεν υπάρχει ο χρόνος να εξελιχθεί, να συναντήσει διαφορετικά κοινά ή να αποκτήσει πραγματική διάρκεια. Γι’ αυτό και πολλοί Κύπριοι καλλιτέχνες μετακινούνται προς την Ελλάδα ή προσπαθούν να ενταχθούν στην κοινότητα εδώ, όπου, παρά τα προβλήματα, υπάρχουν περισσότερες δυνατότητες. Δεν νομίζω ότι υπάρχει μία απλή πρόταση· είναι ένα τεράστιο θέμα. Για την Κύπρο, πάντως, η αρχή πρέπει να γίνει από την αναγνώριση του καλλιτέχνη ως επαγγελματία. Όταν το ίδιο το κράτος δεν αντιμετωπίζει τον χορό ως πραγματικό επάγγελμα, είναι δύσκολο να συζητήσουμε σοβαρά για σταθερή χρηματοδότηση, στήριξη ομάδων, κοινωνική ασφάλιση και παραστάσεις με διάρκεια. Πρώτα πρέπει να αναγνωριστεί ότι η δουλειά μας είναι δουλειά.

Αν δεν γνώριζα ότι είσαι χορογράφος και σε συναντούσα σε μια κοινή παρέα φίλων ποιο στοιχείο της προσωπικότητας σου πιστεύεις θα πρόδιδε ότι ασχολείσαι με τις τέχνες;

Νιώθω λίγο άβολα να απαντήσω, γιατί έτσι κι αλλιώς σπάνια συστήνομαι ως χορογράφος. Οπότε δεν ξέρω ποιο στοιχείο θα «πρόδιδε» ακριβώς αυτό. Ίσως να καταλάβαινε κάποιος πιο γενικά ότι ασχολούμαι με την τέχνη — πιθανόν από την εμφάνιση μου, από τον τρόπο που μιλάω ή από τα πράγματα που με απασχολούν. Αλλά είναι δύσκολο να δω τον εαυτό μου απέξω. Καλύτερα να ρωτήσετε τους ανθρώπους που με γνωρίζουν ή να σχηματίσετε τη δική σας άποψη όταν συναντηθούμε από κοντά. Ελπίζω να γνωριστούμε όλοι.

Κλείνοντας θα ‘θελα να μοιραστείς αν θες μαζί μας μια ιστορία, κάτι που βίωσες σε μια παράσταση, κάτι που σου είπε ένας θεατής, κάτι που εν τέλει σε έκανε να πάρεις δύναμη και να πεις ότι «ναι, καλά έκανα και επέλεξα να ασχοληθώ με την τέχνη του χορού».

 Μια στιγμή που δεν θα ξεχάσω συνέβη με το SADBOI, μια συνεργασία μου με τον Ηλία Αδάμ, ο οποίος είναι και ο δραματουργός του Brightest Heroine. Είχαμε προσκληθεί να παρουσιάσουμε το έργο στην Κωνσταντινούπολη. Επειδή πρόκειται για ένα πολύ queer σόλο, με έντονο λόγο και αρκετή έκθεση, το φεστιβάλ δεν μπορούσε να το προωθήσει ανοιχτά με το κανονικό του υλικό. Οι δύο παραστάσεις έγιναν πιο underground, κυριολεκτικά μέσα στο διαμέρισμα ενός καλλιτέχνη, ώστε να είναι ασφαλέστερο και για το queer κοινό. Στο τέλος της πρώτης παράστασης είδα μια ομάδα νεαρών queer και trans ατόμων να κλαίνε με λυγμούς. Πήγα να τους μιλήσω, γιατί δεν καταλάβαινα τι είχε συμβεί. Μου εξήγησαν ότι σε ένα σημείο όπου στριφογυρίζω, εμπνευσμένος από τον σουφισμό, αναγνώρισαν κάτι από τη δική τους παράδοση. Δεν είχαν φανταστεί ποτέ ότι αυτή η παράδοση θα μπορούσε να περάσει μέσα από ένα τόσο ανοιχτά queer σώμα και να παρουσιαστεί με αυτόν τον τρόπο μέσα στην ίδια τους την πόλη. Μου είπαν ότι το να με βλέπουν τόσο ελεύθερο πάνω στη σκηνή τούς έκανε να αισθανθούν πως υπάρχει ελπίδα και πως ίσως μπορούν κι εκείνοι να εκφραστούν έτσι στη χώρα τους. Δεν είχα προβλέψει καθόλου αυτή την ανάγνωση όταν έφτιαχνα το έργο. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι μια παράσταση μπορεί να φτάσει κάπου που εσύ ο ίδιος δεν είχες καν φανταστεί. Και ναι, αυτή ήταν μία από τις στιγμές που σκέφτηκα ότι άξιζε που επέλεξα αυτή τη ζωή.

Info:

Πάνος Μαλακτός - Brightest Heroine | 22/07/2026 στις 20:30, 23/07/2026 στις 19:00 & 24/07/2026 στις 20:00 | Πειραιώς 260 (Β’)

The post Ο Πάνος Μαλακτός μιλάει για τη νέα σόλο περφόρµανς του “Brightest Heroine” στην Πειραιώς 260 appeared first on ελculture – Θέατρο, Μουσική, Τέχνη & Πολιτισμός.

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...