Τελευταία νέα
Τρεις προβληματισμοί: Τι ανησυχεί τον Μεντιλίμπαρ ενόψει Ναϊμέγκεν Τρεις εγκαυματίες από τη φωτιά στο πάρκινγκ στα Άνω Λιόσια – Διακομίστηκαν στο Θριάσιο [βίντεο] Live η ενημέρωση του Παύλου Μαρινάκη στους πολιτικούς συντάκτες Το delivery της οργής: Αόρατο… αφεντικό ο «μυστικός» αλγόριθμος Φωτιά στον Άγιο Δημήτριο Κοζάνης – Σηκώθηκε ένα ελικόπτερο Ανανεώνοντας την παράδοση του ηθικού σοσιαλισμού Τσουκαλάς και Μπαλατσούκας κατά Καραγκούνη για ακρίβεια: «To success story αποδεικνύεται fake news στη βιωμένη πραγματικότητα» Η ηθική αξιοπρέπεια που αρνείται να λυγίσει Στην ΕΛ.Α.Σ. ο Γιώργος Καραμέρος – «Με τον Αλέξη Τσίπρα για την Ελλάδα, το Δίκιο, τη Δημοκρατία» Στα όριά της η Μαγιόρκα: Χιλιάδες στους δρόμους κατά του υπερτουρισμού – Συγκρούσεις με την αστυνομία [βίντεο] «Λάθος επιλογές με μεγάλο κόστος»: Επιστήμονες αμφισβητούν τον σχεδιασμό για τα υπεράκτια αιολικά Σταύρος Γεωργίου: Απολογείται ο 28χρονος για τη δολοφονία του γνωστού ποινικολόγου [βίντεο]
Efsyn.gr

Δεύτερο δυναμικό πεζογραφικό βήμα

Στο Αγαπητή μαρμάρινη πλάκα της Λούνα, μια νεαρή φοιτήτρια δημιουργικής γραφής στο Παρίσι συνδέεται συναισθηματικά με τον παντρεμένο καθηγητή της. Στις επιστολές που του απευθύνει μιλά για ό,τι την απασχολεί, και κυρίως για τις σχέσεις, τις φιλοδοξίες, τις απογοητεύσεις, τις εμμονές, τα διαβάσματα και τους φόβους της. Οι επιστολές θυμίζουν περισσότερο αδιάκοπη συνομιλία με τον εαυτό παρά επικοινωνία με πραγματικό αποδέκτη. Δεν ζητούν ανταπόκριση (εξ ου και η «μαρμάρινη πλάκα» που παραπέμπει σε τάφο), αλλά χώρο για να διαμορφωθεί μια προσωπικότητα που βρίσκεται ακόμη υπό κατασκευή. Οι συνεχείς αναφορές σε συγγραφείς και συγγραφικές περσόνες, λογοτεχνικά και φιλοσοφικά κείμενα, μουσικές γίνονται τρόπος ζωής και «πατρίδα» μιας ύπαρξης που έχει διαγράψει ή απολέσει όλες τις υπόλοιπες.
Η ηρωίδα εγκαταλείπει τη Μάλτα και τη βεβαιότητα της καταγωγής για να εκτεθεί στην αβεβαιότητα της επιθυμίας. Απομακρύνεται από όσα την όριζαν χωρίς να γνωρίζει τι ακριβώς θα βρει στη θέση τους. Υπό αυτή την έννοια, το βιβλίο μπορεί να διαβαστεί και ως μια σύγχρονη παραλλαγή του Bildungsroman, καθώς το υποκείμενο που αναδύεται από τις σελίδες του είναι ανοιχτό, ευάλωτο και μεταβαλλόμενο. Κάθε κεφάλαιο μοιάζει με στιγμιότυπο μιας συνείδησης που αυτοπαρατηρείται την ώρα ακριβώς που μεταμορφώνεται. Δέκα χρόνια αργότερα, όταν οι επιστολές επανέρχονται στο προσκήνιο μέσω μιας έκθεσης αφιερωμένης σε «σύγχρονες καλλιτέχνιδες που τρελάθηκαν», η ηρωίδα βρίσκεται αντιμέτωπη με το ερώτημα: ποια υπήρξε πραγματικά η γυναίκα που τις έγραψε;
Η Λούνα γράφει με φαντασία, ευφυΐα και τόλμη. Αν στις Αλεπούδες του Περ-Λασαίζ έδειχνε την ικανότητά της να δημιουργεί ατμόσφαιρες και χαρακτήρες μέσα από μια γλώσσα ευαίσθητη και διεισδυτική, στο νέο της μυθιστόρημα μετατρέπει την ίδια την πράξη της γραφής σε κεντρικό γεγονός της αφήγησης.
Ρένα Λούνα, Αγαπητή μαρμάρινη πλάκα | Σελ. 464, Ίκαρος, 2026
Στα έντεκα διηγήματα (συν τον Επίλογο), της συλλογής Ο Τζιμ Μόρισον και το σαλιγκάρι, του Καρκανέβατου, η αποσπασματική ροή, οι συνειρμοί, οι μεταφορές και οι μεταμυθοπλαστικές παρεμβάσεις υπηρετούν αποτελεσματικά την ψυχολογική και υπαρξιακή διάσταση των χαρακτήρων τους. Στο πρώτο διήγημα «Με και χωρίς τον Νώε», η εσωτερικότητα και οι λεπτομέρειες της καθημερινότητας συνθέτουν το ζωντανό ψυχογράφημα μιας ηλικιωμένης χήρας. Η ανάμνηση του χειριστικού συζύγου, το όνειρο και η φαινομενικά άκαιρη εξομολόγηση μιας παλιάς απιστίας την ώρα που μια πυρκαγιά απειλεί την περιοχή δίνουν στην ιστορία ένα αινιγματικό και απροσδόκητο τέλος.
Στο δεύτερο διήγημα («Διαρροή»), δύο αφηγήσεις ενώνονται γύρω από την υλική και μεταφορική έννοια του τίτλου του: διαρροή νερού, ζωής, αγάπης, ελευθερίας. Μπορεί κάποιος να σε αγαπά και ταυτόχρονα να σε φυλακίζει; Και στις δύο περιπτώσεις το δώρο μετατρέπεται σε κλουβί.
Στο διήγημα «Ο Τζιμ Μόρισον και το σαλιγκάρι», το οποίο και δανείζει τον τίτλο του στη συλλογή, ανάμεσα σε αναζήτηση κατοικίας, μνήμη, γλώσσα, πόλη, ξενιτιά, υπάρχει μια συνοχή που προκύπτει από την επαναλαμβανόμενη ερώτηση «Κι αν ήταν…, τι θα ήταν;» και η οποία λειτουργεί σαν μουσικό μοτίβο. Επιπλέον, ολόκληρη η αφήγηση στηρίζεται πάνω σε μια πρόταση-μεταφορά: τα σπίτια είναι οι άνθρωποι, αλλά και εμείς οι άνθρωποι είμαστε σπίτια. Σπίτια χωρίς τουαλέτα, με υπνοδωμάτια-παγίδες, κομμένα στα δύο, με κρυφούς χώρους -στο σημείο όπου ο αφηγητής ομολογεί ότι μία από τις περιγραφές είναι ψεύτικη, ουσιαστικά λέει: «Δεν έχει σημασία ποια είναι ψεύτικη. Η μνήμη τις έχει ήδη μετατρέψει όλες σε λογοτεχνία»- ενώ και στον θρυμματισμένο Επίλογο («Η μέρα που κατάλαβα») οι επιμέρους αφηγήσεις λειτουργούν σαν ψηφίδες μιας κοινής συνειδητοποίησης: συγγραφέας είναι εκείνος που διακρίνει το νόημα μέσα στα φαινομενικά ασήμαντα.
Γιάννης Καρκανέβατος, Ο Tζιμ Μόρισον και το σαλιγκάρι | Σελ. 136, Εστία, 2026

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...