Πώς δύο άνθρωποι που μοιράζονται την ίδια αστική καταγωγή, την ίδια κορυφαία επιστημονική παιδεία και τα ίδια κοσμικά σαλόνια της προπολεμικής Αθήνας, καταλήγουν σε εκ διαμέτρου αντίθετα στρατόπεδα τη στιγμή της μεγάλης κρίσης; Αυτό το αναπάντητο υπαρξιακό και ιστορικό ερώτημα βρίσκεται στον πυρήνα του βιβλίου «Δωσίλογοι και ονειροπόλοι» (Εκδόσεις Τόπος) του συνταγματολόγου και συγγραφέα Ξενοφώντα Κοντιάδη.
Μέσα από τη μορφή του ιστορικού μυθιστορήματος και των εσωτερικών μονολόγων, ανασυνθέτει τις πορείες του κατοχικού πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Λογοθετόπουλου και του «κόκκινου καθηγητή» της Αντίστασης, Πέτρου Κόκκαλη.
Το εγχείρημα, όμως, ξεπερνά τα όρια της τυπικής ιστορικής έρευνας. Ο Λογοθετόπουλος ήταν ο προπάππους του συγγραφέα, ενώ ο ήρωας παππούς του (και συνονόματός του) σκοτώθηκε από τους ναζί το 1941, όντας στενός φίλος του Πέτρου Κόκκαλη. Με αφορμή αυτή τη συγκλονιστική οικογενειακή αντίφαση, μας μιλά για τη συνάντηση της Ιστορίας με τη λογοτεχνία, το βάρος της συλλογικής μνήμης και το αν υπάρχουν τελικά «γκρίζες ζώνες» όταν μια χώρα φλέγεται.
Σε μια εποχή που η συλλογική μνήμη ξεθωριάζει και οι σύγχρονες κρίσεις απαιτούν ξανά από εμάς να επιλέξουμε στρατόπεδο, ο Ξενοφών Κοντιάδης στους «Δωσίλογους και Ονειροπόλους» δεν αγιοποιεί, δεν δαιμονοποιεί, δεν χαρίζεται. Με τη διπλή ιδιότητα του ψύχραιμου νομικού και του λογοτέχνη, μας δίνει την ευκαιρία να συζητήσουμε δημόσια για την ηθική των επιλογών, τη μεταπολεμική δικαιοσύνη και τη διαχρονική, σχεδόν νομοτελειακή ανάγκη αυτού του τόπου για «ονειροπόλους».
Ξενοφών Κοντιάδης, «Δωσίλογοι και ονειροπόλοι» | Τόπος
Κύριε Κοντιάδη, στο βιβλίο αναμετριέστε με μια ακραία οικογενειακή αντίφαση. Ο κατοχικός πρωθυπουργός Λογοθετόπουλος ήταν ο προπάππους σας, ενώ ο Πέτρος Κόκκαλης ήταν στενός φίλος του άλλου παππού σας, του ήρωα γιατρού Κοντιάδη, που έχασε τη ζωή του κατά τον γερμανικό βομβαρδισμό. Πόσο δύσκολο ήταν ηθικά και συναισθηματικά να διαχειριστείτε συγγραφικά αυτή τη «μαύρη τρύπα» της οικογενειακής σας ιστορίας;
Ήταν πράγματι μια διαδικασία επίπονη, σχεδόν τραυματική, αλλά ταυτόχρονα λυτρωτική. Η συνύπαρξη αυτών των τριών προσωπικοτήτων αποτελεί μια ακραία μικρογραφία της ελληνικής τραγωδίας. Ηθικά, η πρόκληση ήταν να μην διολισθήσω στην εύπεπτη απολογία για τον Λογοθετόπουλο, αλλά ούτε και στην αγιογραφία για τον Κόκκαλη ή τον παππού μου. Όφειλα να αποστασιοποιηθώ προτάσσοντας τα ιστορικά τεκμήρια. Η «κάθαρση» δεν επέρχεται με πέπλα εξιδανίκευσης αυτού που αποκαλέσατε εύστοχα οικογενειακή «μαύρη τρύπα», αλλά με τη χαρτογράφησή της.
Αυτόν τον διχασμό, βεβαίως, τον αντιμετώπισαν πολλές ελληνικές οικογένειες…
Οικογένειες που βρέθηκαν σε παρόμοιες συναστρίες, έχοντας στις τάξεις τους αντάρτες του ΕΛΑΣ, αλλά και υποστηρικτές των κατοχικών κυβερνήσεων, δεν αποτελούν σπάνιο φαινόμενο. Σε πολλές περιπτώσεις επέλεξαν μεταπολεμικά τη σιωπή, για να μπορέσουν να συνυπάρξουν. Αυτή η «συμφιλίωση της λήθης» άφησε βαθιά τραύματα, που μεταφέρθηκαν ασυνείδητα στις επόμενες γενιές.
Όταν δεν μπορείς να θρηνήσεις δημόσια τον νεκρό σου επειδή βρέθηκε στη «λάθος» πλευρά της Ιστορίας ή όταν φέρεις το στίγμα του προδότη για ένα συγγενή σου, το ψυχικό αποτύπωμα είναι ανεξίτηλο και το πένθος ανεπίλυτο.
Έχετε δηλώσει ότι η δεκαετία του 1940 αποτελεί ακόμα το «γενετικό υλικό» της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας. Με ποιον τρόπο οι διχασμοί, τα στερεότυπα ή οι νοοτροπίες εκείνης της εποχής εξακολουθούν να επηρεάζουν την πολιτική ζωή της Ελλάδας σήμερα;
Η δεκαετία του 1940 παραμένει ακόμη μια ζωντανή πολιτική μήτρα. Οι νοοτροπίες του «εμείς ή αυτοί», η ευκολία με την οποία ο πολιτικός αντίπαλος χαρακτηρίζεται ως «γερμανοτσολιάς» ή «συμμορίτης» στη σύγχρονη ψηφιακή και πολιτική αρένα, δείχνουν ότι το λεκτικό και ψυχολογικό οπλοστάσιο του Εμφυλίου είναι πάντα ετοιμοπόλεμο για την ανακύκλωση της πόλωσης. Οι διαχωριστικές γραμμές της Κατοχής και του Εμφυλίου καθόρισαν για δεκαετίες την κοινωνική διαστρωμάτωση, τις ταξικές και πολιτικές ταυτότητες, την πρόσβαση στο κράτος και την πολιτική ένταξη στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης.
Τι είναι αυτό που κάνει δύο ανθρώπους, όπως τους Λογοθετόπουλο και Κόκκαλη, με πανομοιότυπη αστική αφετηρία και μόρφωση, να πάρουν τόσο αντίθετες αποφάσεις ζωής και θανάτου τη στιγμή της κρίσης;
Στη μεγάλη κρίση, ο χαρακτήρας και η εσωτερική ηθική πυξίδα υπερβαίνουν ενίοτε την ταξική καταγωγή. Ο Λογοθετόπουλος εγκλωβίστηκε στην αδίστακτη ματαιοδοξία του, στην υποκρισία του «τεχνοκράτη διαμεσολαβητή» και τελικά στη θεωρία του «μικρότερου κακού».
Ο Κόκκαλης διέθετε το ηθικό ανάστημα να συνειδητοποιήσει ότι η επιστημονική του αξιοπρέπεια ήταν ασυμβίβαστη με την ανελευθερία και τον φασισμό. Στις οριακές στιγμές, οι γκρίζες ζώνες της προσωπικής αμφιταλάντευσης προφανώς διατρέχουν την ανθρώπινη συνείδηση, αλλά η Ιστορία σε αναγκάζει να διαλέξεις όχθη. Δεν λειτουργεί η αριστοτελική μεσότητα όταν καλείσαι να υπογράψεις την επιστράτευση συμπολιτών για τα γερμανικά εργοστάσια ή να ανέβεις στο βουνό.
Ο Κόκκαλης εγκατέλειψε τη θέση του στο πανεπιστήμιο και την ασφάλειά του για να ανέβει στο «βουνό». Υπήρχε τελικά πικρία για το γεγονός ότι η πατρίδα του τον αντάμειψε με αφαίρεση ιθαγένειας και μόνιμη εξορία;
Η πατρίδα πράγματι τον «αντάμειψε» με τον πιο σκληρό τρόπο: αφαίρεση ιθαγένειας, δήμευση περιουσίας, απόλυση από το πανεπιστήμιο και η οδυνηρή πολιτική προσφυγιά μέχρι το τέλος της ζωής του. Η πικρία του πρέπει να ήταν βαθιά, όχι τόσο για την απώλεια των υλικών αγαθών ή της ακαδημαϊκής του θέσης, όσο για τη διάψευση του οράματος μιας ελεύθερης και δημοκρατικής Ελλάδας. Ωστόσο παρέμεινε μέχρι τον θάνατό του προσηλωμένος στο επιστημονικό και κοινωνικό του έργο, αποδεικνύοντας ότι ο ιδεαλισμός του δεν ήταν μια παροδική περιπέτεια, αλλά αταλάντευτη στάση ζωής.
Κοιτάζοντας τη μεταπολεμική Ελλάδα, η Δικαιοσύνη και η επίσημη Ιστορία στάθηκαν τελικά «άδικες» και προς τις δυο πλευρές, επιβραβεύοντας έμμεσα τη συμμόρφωση και τιμωρώντας τον ιδεαλισμό;
Το μετεμφυλιακό κράτος επέδειξε προκλητική επιείκεια στους δωσίλογους. Πολλοί από αυτούς ενσωματώθηκαν στον κρατικό μηχανισμό ως «εθνικόφρονες» στον αγώνα κατά του κομμουνισμού. Αντίθετα, εξάντλησε την αυστηρότητά του στους αγωνιστές. Με αυτή την έννοια, η επίσημη Ιστορία και η δικαστική εξουσία της εποχής στάθηκαν βαθιά άδικες, στέλνοντας το σήμα σε μια εξουθενωμένη κοινωνία ότι η υποταγή επιβραβεύεται ενώ ο ιδεαλισμός τιμωρείται παραδειγματικά.
Ποιος ο ρόλος των γυναικών στο βιβλίο σας, αλλά και γενικότερα εκείνης της εποχής;
Οι γυναίκες είναι οι σιωπηλοί, αλλά καθοριστικοί στυλοβάτες της Ιστορίας. Γυναίκες όπως η Νίκη Κόκκαλη ή η χήρα του Κοντιάδη δεν ήταν απλοί παρατηρητές. Είναι εκείνες που στην Κατοχή κράτησαν ζωντανά τα σπίτια τους μέσα στον λιμό ή συμμετείχαν ενεργά στην Αντίσταση.
Μεταπολεμικά και στον Εμφύλιο, όταν οι άνδρες τους είτε σκοτώθηκαν, είτε φυλακίστηκαν, είτε εξορίστηκαν, ήταν εκείνες που πήραν στους ώμους τους τις αποδεκατισμένες οικογένειες. Δούλεψαν σκληρά, αντιμετώπισαν το κοινωνικό στίγμα και την κρατική τρομοκρατία, μεγάλωσαν παιδιά συγκρατώντας την κοινωνική συνοχή. Ήταν οι «τροφοί» μιας κατακερματισμενης κοινωνίας.
Από την ώς τώρα συγγραφική σας πορεία, πού θεωρείτε ότι σταματά η ευθύνη του ιστορικού ερευνητή και πού ξεκινά η ελευθερία του λογοτέχνη;
Αυτό ήταν ένα προσωπικό μεθοδολογικό στοίχημα. Ως επιστήμονας οφείλω σεβασμό στην ιστορική τεκμηρίωση. Η ευθύνη αυτή σταματάει όμως εκεί που τελειώνουν τα γραπτά ίχνη των ανθρώπων. Από το σημείο αυτό ξεκινάει η ελευθερία του συγγραφέα, με την ψυχογραφική της δύναμη να προσπαθήσει να φωτίσει το εσωτερικό τοπίο των ηρώων.
Τα τεκμήρια καταγράφουν τα πραγματολογικά δεδομένα, αλλά η λογοτεχνική αφήγηση μπορεί να ανατέμνει τη σιωπή, τον φόβο, την αμφιβολία και την ίδια την ανάσα των ανθρώπων τη στιγμή που λάμβαναν αποφάσεις ζωής. Μας βοηθάει να κατανοήσουμε τα κίνητρα, τις εσωτερικές αντιφάσεις και τα βιώματα, προνόμιο που κανένα αρχειοφυλάκιο δεν μπορεί να εξασφαλίσει στο αναγνωστικό κοινό.
Στο βιβλίο σας ο Κόκκαλης χαρακτηρίζεται ως «ονειροπόλος» επειδή πίστεψε σε μια ριζική αλλαγή του κόσμου. Στη σύγχρονη, συχνά κυνική πολιτική πραγματικότητα, υπάρχει χώρος για ονειροπόλους ή το σύστημα επιβάλλει την επικράτηση των πιο πραγματιστών / συμβιβασμένων;
Σε μια τεχνοκρατική πολιτική πραγματικότητα, ο «ρεαλισμός» προωθείται ως μοναδική βιώσιμη επιλογή. Το σύστημα περιθωριοποιεί τους ονειροπόλους, ως «γραφικούς» ή «επικίνδυνους». Ωστόσο, η Ιστορία επιβεβαιώνει ότι όλες οι μεγάλες κοινωνικές και θεσμικές κατακτήσεις ξεκίνησαν από εκείνους που αρνήθηκαν να συμφιλιωθούν με το «εφικτό» της εποχής τους. Ακόμα και σήμερα, η αμφισβήτηση και η «τρέλα ν’ αλλάξουν τον κόσμο», για να χρησιμοποιήσω τον τίτλο του πρώτου μυθιστορήματος της τριλογίας, παραμένουν οι κινητήριες δυνάμεις που μπορούν να διαρρήξουν το λιμνάζον κοινωνικοπολιτικό status quo.
Το βιβλίο αυτό κλείνει την προσωπική σας «Τριλογία για τη μνήμη». Σε μια εποχή που η πληροφορία καταναλώνεται γρήγορα, ποιο είναι το βασικό στοιχείο που θέλετε να μείνει στους αναγνώστες του «Δωσίλογοι και ονειροπόλοι»;
Ευκταίο θα ήταν να αποκομίσει ο αναγνώστης μία νέα ματιά για την κατανόηση της πολυπλοκότητας της ανθρώπινης συνθήκης. Η δημοκρατία είναι ένα εύθραυστο οικοδόμημα που απαιτεί επαγρύπνηση και το «κακό» συχνά έρχεται μέσα από την καθημερινή διολίσθηση «κανονικών» ανθρώπων. Η μνήμη δεν είναι εργαλείο για να αναπαράγουμε παλιούς διχασμούς, αλλά το μόνο είδωλο αυτογνωσίας που διαθέτουμε για να αποφεύγουμε τα ίδια δομικά σφάλματα.
Αναρωτιέμαι, αν ο Κόκκαλης μπορούσε να δει την Ελλάδα και την Ευρώπη τού σήμερα, για ποια πράγματα θα ένιωθε ότι δικαιώθηκε και για ποια θα πίστευε ότι ο αγώνας των «ονειροπόλων» της γενιάς του πήγε χαμένος;
Πιστεύω πως τα συναισθήματά του θα ήταν αντιφατικά. Θα έβλεπε μια Ελλάδα όπου οι εμφυλιοπολεμικές διακρίσεις και οι διώξεις για τα πολιτικά φρονήματα ανήκουν στο παρελθόν.
Επίσης την τεράστια εξέλιξη της ιατρικής, που υπηρέτησε με πάθος και την αναγνώριση της προσφοράς της Εθνικής Αντίστασης. Μπορεί η ελληνική δημοκρατία να παρουσιάζει σήμερα σημαντικά ελλείμματα, αλλά δεν έχει καμία σχέση με το μετεμφυλιακό κράτος.
Ταυτόχρονα όμως θα ένιωθε βαθιά απογοήτευση για τη δεσπόζουσα θέση του κυνισμού και των ανισοτήτων, τη σταδιακή εμπορευματοποίηση των κοινωνικών αγαθών και την έλλειψη ενός συλλογικού οράματος κοινωνικής δικαιοσύνης. Θα διαπίστωνε με θλίψη πως το όνειρο της «λαοκρατίας» αντικαταστάθηκε από τη μεταδημοκρατία των αλγορίθμων. Ωστόσο, ως αμετανόητος ονειροπόλος είμαι βέβαιος ότι δεν θα ιδιώτευε. Θα μας υπενθύμιζε ότι ο αγώνας για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια επανεκκινεί με κάθε νέα γενιά που αρνείται να συμβιβαστεί με τις μηδενικές προσδοκίες.
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
