Elculture.gr

«Τρωάδες» σε σκηνοθεσία Ελένης Ευθυμίου με την ομάδα Εν Δυνάμει στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου: Ανατριχιαστική, ιστορική, ουσιαστική με προσδοκίες για το μέλλον

Από πού να ξεκινήσω… αναρωτιέμαι; Από τη φωτιά που έπιασε κι ακυρώθηκε η παράσταση της Παρασκευής; Από το γεγονός ότι ήταν η πρώτη παράσταση στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου με πλήρη προσβασιμότητα; Από το ότι η παράσταση αυτή γκρεμίζει χρόνια λανθασμένης «εκπαίδευσης» του άλλο εμείς κι άλλο αυτοί; Θα ξεκινήσω από το βασικό και το πιο ουσιαστικό. Η ομάδα Εν Δυνάμει είναι μια ομάδα που το Υπουργείο Πολιτισμού οφείλει να εξασφαλίσει τη σταθερή και μακροπρόθεσμη χρηματοδότησή της. Ή τουλάχιστον ίσαμε να την εντάξει ή αφομοιώσει ακόμα και ως Δραματική Σχολή υπό την εποπτεία του Εθνικού Θεάτρου. Η ομάδα Εν Δυνάμει έχει δώσει βήμα ουσιαστικό σε άτομα με αναπηρίες κι όχι «παιδιά» όπως τους αποκαλούμε συχνά. Το «παιδιά» το λέμε αγαπησιάρικα, προστατευτικά το νογάω αυτό μα πια οφείλουμε ν’ αλλάξουμε και το λεξιλόγιο μας. Είναι άτομα με αναπηρίες, καλλιτέχνες που θέλουν να εκφραστούν. Δεν μιλάω για ποσοστώσεις, δεν μιλάω για ευκαιρίες χαρισμένες, μιλάω για συνύπαρξη και δικαιώματα. Το Εθνικό Θέατρο έπραξε κάτι ιστορικό, παρήγαγε την παράσταση Τρωάδες. Ναι, άτομα με αναπηρία μπορεί να είχαν κάνει ένα πέρασμα ίσαμε τώρα πάνω στην ορχήστρα του Αρχαίου Θεάτρου μα αυτές οι Τρωάδες είχαν στην ουσία τους ενσωματωμένο έναν μεικτό θίασο και πλήρη προσβασιμότητα. Ήταν ο ορισμός της συμπερίληψης. 

Ζούμε σε χρόνια που πια οφείλουμε να ξυπνήσουμε, μήτε να λέμε σέβομαι τη διαφορετικότητα που από μοναχή της ως λέξη μας διαχωρίζει, μας κάνει να διαφέρουμε. Ζούμε στα χρόνια της ποικιλότητας, στα χρόνια που θες δεν θες θα τους δεις όλους όσους προσπάθησες να κρύψεις. Όλους όσους σε κάνανε ως κοινωνία άβολα να νιώθεις, γιατί δεν ήξερες πού να τους εντάξεις, στους χρήσιμους ή στους άχρηστους. Καλή ώρα όπως έκαναν οι Έλληνες στην παραλία της Τροίας μοιράζοντας ποια γυναίκα θα πάει να γίνει σύζυγος ή δούλα ποιου νικητή στρατηγού. Ποια αξίζει στον Οδυσσέα, ποια στον Μενέλαο, ποια στον Αγαμέμνονα; Όλα θέμα στάτους ακόμα κι οι ανθρώπινες ζωές των ηττημένων. 

photo: Έλλη Πουπουλίδου NDP

photo: Karol Jarek 

Το Εθνικό Θέατρο με την ομάδα Εν Δυνάμει δεν μπορούσαν να επιλέξουν ιδανικότερο έργο για να δημιουργήσουν αυτή την ιστορική αρχή συμπερίληψης που να κουμπώνει με το σήμερα. Το σαθρό μας, το πολιτικο-κοινωνικό και πολεμικό σκηνικό όλοι μαζί το βιώνουμε καθημερινά. Σκεφτόμουν ότι όταν πρωτοπαίχτηκαν οι Τρωάδες στα Μεγάλα Διονύσια του 415 π.Χ. ο Αθηναίος θεατής δεν είχε δει ίσαμε τότε πώς θρηνούσαν οι γυναίκες. Τότε οι άντρες και οι γυναίκες ήτανε διαχωρισμένοι, γυναίκες και άντρες χώρια και στη χαρά και στη λύπη. Υποψιάζομαι την ανατριχίλα του αρχαίου εκείνου θεατή που πρώτη φορά έβλεπε να αναπαριστώνται στο θέατρο δρώμενα που αγνοούσε ή υποψιαζόταν. Το πώς θρηνούν οι γυναίκες, το πώς πενθούν, το τι συμβαίνει στους γυναικωνίτες, τη ματιά τους στα πράγματα εν δυνάμει. Εκείνος ο αρχαίος θεατής είχε βιώσει 16 χρόνια Πελοποννησιακού Πολέμου και ακούσει για την Καταστροφή της Μήλου. Το 416 π.Χ. οι Αθηναίοι πολιορκούν το νησί που αρνήθηκε να ενταχθεί στην αθηναϊκή συμμαχία και εκτελούν όλους τους άνδρες και τα γυναικόπαιδα τα πουλούν για δούλους/ες. Κι έρχεται ο Ευριπίδης λίγες βδομάδες προτού ξεκινήσει η Σικελική Εκστρατεία, η μεγαλύτερη και καταστροφικότερη για την Αθήνα στρατιωτική επιχείρηση, να παρουσιάσει τις Τρωάδες και να διδάξει τους Αθηναίους ότι ο πόλεμος δεν έχει λογική, ότι πραγματικοί νικητές δεν υπάρχουν, ότι η βία γεννά πόνο σ’ έναν αέναο κύκλο. 

Βρισκόμαστε στην παραλία της Τροίας, η πόλη έχει καταστραφεί, οι άνδρες έχουν σκοτωθεί, τα παλάτια από τα πλούτη τους έχουν λεηλατηθεί, οι Έλληνες έχουν μετά από δέκα χρόνια νικήσει, με το κολπάκι του Οδυσσέα. Οι γυναίκες παραμένουν στην ακτή για να μοιραστούν ως λάφυρα των νικητών. 2026, Κυριακή κατευθύνομαι προς το Θέατρο της Αρχαίας Επιδαύρου, δεν έχει τόσο κόσμο όσο έχω συνηθίσει να απαντώ. Δεν είμαστε λίγοι, είμαστε αρκετοί. Δεν είμαστε όλοι ίδιοι, είμαστε ποικίλοι. Δεν βαστώ μπαστούνι, δεν γνωρίζω τη γλώσσα τη νοηματική, δεν κάθομαι σε αμαξίδιο, δεν χρειάζομαι συνοδό μα κατευθύνομαι προς το Θέατρο ανάμεσα σε ανθρώπους που βαστούν μπαστούνι, που κυλάνε τις ρόδες τους, που βαστούν το χέρι του συνοδού τους. Ανατριχιαστική η ποικιλία αυτή.

photo: Karol Jarek 

photo: Karol Jarek 

Κάθομαι στη θέση μου κι η παράσταση αρχίζει. Αρχίζει με παιχνίδι ξέγνοιαστο σε μια παραλία που διακόπτεται από το «ντου» το βίαιο που κάνουν μαυροντυμένοι κουκουλοφόροι. Αρπάζουν ένα κορίτσι και βιάζουν μια κοπέλα. Αυτή η εικόνα βίας με έβαλε κατευθείαν στο πλαίσιο. Μου ξύπνησε το παρόν, έκανα τη σύνδεση. Πάνω στην ορχήστρα ένας μεικτός θίασος, ανάπηροι και μη ανάπηροι, όλα τους άτομα, όλα τους μια μονάδα με την προσωπική τους ιστορία μα με κοινή μοίρα. Έρχεται κι αυτός ο «φασιστάκος» ο Ταλθύβιος να ενημερώσει, ν’ αρπάξει, να εκτελέσει τις εντολές των ανωτέρων του και νικητών. Άξονας δύναμης, κεντρικός σαν ήλιος είναι μια γυναίκα που άλλοτε ήταν βασίλισσα στο Ίλιον, η Εκάβη, και γύρω τριγύρω της οι πλανήτες: η Κασσάνδρα, η Ανδρομάχη, η Ελένη και μέγιστοι δορυφόροι ο Χορός. Ο Χορός των γυναικών μα αυτή τη φορά σε αυτές τις Τρωάδες είναι Χορός από γυναίκες και λοξά παιδιά του Λοξία. Τα ταμένα του Απόλλωνα, η παρέα της Κασσάνδρας που την αποκαλούν τρελή. Πώς να μην τρελαθείς όταν βλέπεις το μέλλον; Όταν κανείς δεν σε παίρνει στα σοβαρά κι ας τους λες αλήθειες; Πώς;

Οι Τρωάδες της Ελένης Ευθυμίου ξεκινούν δυναμικά, την έντασή τους δεν την βαστούν ίσαμε το τέλος όμως κι ας είχε η παράσταση φινάλε ανατριχιαστικό. Κάπως τα χορικά τραγούδια ακούγονταν στ’ αυτιά μου απλά κι όχι τόσο ποιητικά όσο του Τσαρούχη, τα λόγια που έβγαιναν από τα στόματα των ηθοποιών. Παρακολουθώ την παράσταση και πέφτει το μάτι μου στους θεατές. Ακούω τη φωνή ενός ατόμου από το κοινό που άλλοτε θα με θύμωνε, γιατί έκανε «φασαρία» μα σε αυτή τη σύμβαση που ζούσα κατανόησα ότι αντιδρούσε γιατί απλώς συμμετείχε. Έβλεπα φωτισμένα στην άκρη τα άτομα που έκαναν τη διερμηνεία στη νοηματική γλώσσα. Διάβαζα στους υπέρτιτλους εκτός από τα λόγια και την περιγραφή. Ήταν μια εμπειρία αυτή η παράσταση συμπερίληψης.

photo: Karol Jarek 

photo: Karol Jarek 

Καθώς κυλούσε η παράσταση ξέχασα ότι πάνω στην ορχήστρα υπήρχαν άτομα ανάπηρα. Παρακολουθούσα ένα σύνολο ανθρώπων που είχαν έναν κοινό στόχο, να υπηρετήσουν τις Τρωάδες όπως τις οραματίστηκε η Ελένη Ευθυμίου. Η κυρία δίπλα μου έκλαιγε, έκλαιγε συνεχώς κι ο κύριος από κάτω μου μίλαγε στην κόρη του συνεχώς, της εξηγούσε το έργο. Οι μουσικοί ήταν στην κορυφή της παραλίας, μαυροντυμένοι νικητές να δίνουν ρυθμό. Η παραλία ήτανε μαύρη, είχε μια κλίση απότομη, χώρους να κρυφτείς και δυο μικρές γούβες με νερό. Το σκηνικό της Ευαγγελίας Κιρκινέ απλό και ουσιαστικό. Η Κασσάνδρα καλεί τους φίλους της να προβάλλουν, εκείνοι κινούνται στην ορχήστρα, μιλάνε, χορεύουν, πενθούν και φοβούνται. Δεν υπερβάλλουν, δεν χτυπιούνται, δεν ουρλιάζουν. Υπάρχει μια αξιοπρέπεια στην ήττα τους. Κυριαρχεί μια απορία: Πού θα μας πάνε; Πού θα μας πάνε; Πού; Τα γεγονότα όλα έχουμε συμβεί, έχουν γίνει, το θέμα από δω και πέρα είναι τι θ’ απογίνουν.

Η Κασσάνδρα – Νάνσυ Σιδέρη παίρνει τη λαβή του μαχαιριού, τη χώνει μέσα της να μην κερδίσει την παρθενιά της ο κατακτητής που την θέλει για τρόπαιο. Λέει τα μελλούμενα και φεύγει από την ορχήστρα προς τα άνω διαζώματα κι έκτοτε μου λείπει. Η Ανδρομάχη – Εύη Σαουλίδου παίρνει τον Αστυάνακτά της αγκαλιά και πέφτει από τα τείχη, μου λείπει κι εκείνη. Δυο ερμηνείες δυνατές ουσιαστικές και δίχως υπερβολές. Πολύ ζυγισμένα τα πράγματα, όχι εύκολα ουρλιαχτά πόνου κι απελπισίας πουθενά.

photo: Karol Jarek 

Ο Ταλθύβιος – Αργύρης Ξάφης που με ξετρελαίνει ο τρόπος που σπάει τις φράσεις, υπερβάλλει σε μια σκηνή προσπαθώντας να με πείσει ότι μέσα του γίνεται μια μάχη. Οι ενοχές που πρέπει να σκοτωθεί το παιδί της Ανδρομάχης. Αν η προσέγγιση του παρέμενε η αρχική, αυτή του «φασιστάκου» που εκτελεί εντολές και κάνει τις ανακοινώσεις του: ποιο πλοίο αναχωρεί και ποιος χώρος συγκέντρωσης γυναικών αδειάζει, όλα θα ήταν τέλεια.

Ο Μενέλαος – Γιώργος Χριστοδούλου μεθυσμένος από την τρέλα της νίκης είναι καταπληκτικός, κάνει εμάς τους θεατές ίσαμε να γελάσουμε σε κάποια σημεία. Η Ελένη – Βασιλική Τρουφάκου ματωμένη προσπαθεί να μας πείσει ότι δεν φταίει και την πλένει ο Χορός για ν’ αποχωρήσει καθαρή για το ταξίδι της επιστροφής ενώ εκείνη τραγουδά ένα ανατριχιαστικό μοιρολόι.

photo: Karol Jarek 

photo: Karol Jarek 

Τα γουρλωμένα μάτια της κορυφαίας του Χορού, Ελένης Δημοπούλου δεν θα τα ξεχάσω. Ούτε την στιγμή που η Λωξάνδρα Λούκας ως μέλος του Χορού ενημερώνει την Εκάβη ότι σκοτώσανε την Πολυξένη κι η Εκάβη ξεστομίζει «Τι λέει; Πείτε μου τι λέει;», γιατί δεν την καταλαβαίνει. Για την ερμηνεία της Λυδίας Φωτόπουλου ως Εκάβη θα μιλάω για χρόνια, θα την έχω σημείο αναφοράς. Όλα της τόσο όσο ζυγισμένα τόσο ζηλευτά. Κραυγή, μάσκα προσώπου, λόγος, τονισμοί. Ακόμα κι όταν έβαλε το χέρι της στη μέση περιμένοντας ν’ ακούσει και ν’ ανταπαντήσει είχε κάτι λαϊκό μα συνάμα αρχοντικό.

Τα άτομα του Χορού, Μύριαμ Σοφία Αρτζανίδου, Μαρία Δαχλύθρα, Eλένη Δημοπούλου, Νίκος Κυπαρίσσης, Ειρήνη Κουρούβανη, Λωξάνδρα Λούκας, Λυγερή Μητροπούλου, Θεανώ Παπαβασιλείου, Κατερίνα Παπανδρέου, Νίκη Πεταλά, Χρύσα Τουμανίδου, δίνανε το καθένα το στίγμα του και τον ουσιαστικό τους ρόλο και λόγο ύπαρξης. Θα ‘σαν τα αφημένα, τα παρατημένα κανείς δεν θα τα έπαιρνε μαζί του ως λάφυρα. Δεν τον καταλαβαίνουν τον πόλεμο, δεν τόνε θέλουν. Ειρήνη αποζητούν και μια ασφάλεια αποδοχής από την κοινωνία. Κάποια στιγμή οι ακτές αρχίζουν να γεμίζουν με ρούχα ξαπλωμένα και ‘μου ρχεται ο στίχος απευθείας στο μυαλό «Για ένα πουκάμισο αδειανό για μιαν Ελένη». 

photo: Karol Jarek 

photo: Karol Jarek 

Τα καράβια αναχώρησαν όλα, δεν υπήρχε καμία καθυστέρηση βιάζονταν οι Έλληνες να επιστρέψουν επιτέλους στην πατρίδα τους μα η Εκάβη κι ο Χορός δεν είχαν πια πατρίδα. Μόνη τους επιλογή να λουστούν το μαύρο υγρό του πλούτου και να αυτοπυρποληθούν. Έτσι τελειώνουν όλα και στην περίπτωσή μας γίνεται μια αρχή. Τελείωσε η παράσταση με ένα δυνατό χειροκρότημα. Η παράσταση του Σαββάτου έμαθα είχε 10 λεπτά χειροκρότημα από το κοινό που βίωσε το να μυρίζει κάπνα από τις αληθινές φωτιές, όχι της Τροίας και τις στάχτες που κυκλοφορούσαν στον αέρα. Συγκίνηση από το κοινό έμαθα είχε, όπως βίωσα και ’γώ την Κυριακή κι ανατριχίλα. Είναι από τις καλύτερες παραστάσεις που έχω δει για ένα βασικό λόγο, δημιουργεί ένα προηγούμενο. Ήταν η πρώτη φορά και πλέον οφείλει να ακολουθήσει η δεύτερη, η τρίτη, η τέταρτη και όσες ακόμη χρειαστούν. Να βλέπουμε στην Επίδαυρο μεικτούς θιάσους, με την προσβασιμότητα να αποτελεί αυτονόητο στοιχείο της θεατρικής πράξης. Η ορχήστρα της Επιδαύρου να ανοίγει κάθε χρόνο χώρο για εκείνους που για χρόνια έμεναν στο περιθώριο: τους αποκλεισμένους, τους αόρατους, τους ανθρώπους που η κοινωνία αντιμετωπίζει ως «πρόβλημα» επειδή είναι ανάπηροι.

photo: Karol Jarek 

Ήταν η πρώτη φορά και δεν θέλω να είναι η τελευταία ή η μία από τις λιγοστές. Ήτανε μια παράσταση ανατριχιαστική, ιστορική, ουσιαστική που προκάλεσε σε εμάς τους θεατές συναισθήματα και προσδοκίες για το μέλλον. Καθόμουν μόνος, στο ξενοδοχείο όπου μένω στην Παλαιά Επίδαυρο, μέσα στη μαύρη νύχτα, και σκεφτόμουν. Από εδώ και πέρα θέλω περισσότερες προσβάσιμες παραστάσεις, παντού. Θέλω να βρίσκομαι ανάμεσα στην πραγματική ποικιλία της ανθρώπινης ζωής: με τυφλούς, κωφούς, ανθρώπους με κινητικές αναπηρίες, με ανθρώπους με σύνδρομα και νευροαναπτυξιακές ή άλλες αναπηρίες. Θέλω οι χώροι του πολιτισμού να ανήκουν σε όλους. Άλλωστε, όλοι κουβαλάμε τις αναπηρίες μας, ορατές ή αόρατες. Εκείνο που μοιάζει να μας έχει κυριεύσει είναι η αναισθησία απέναντι στον άλλον. Μας απασχολούν τα καμένα σπίτια, και δικαιολογημένα. Υπάρχουν όμως και ζωές που καίγονται αθόρυβα. Ζωές που έχουν σημαδευτεί από τον αποκλεισμό, τη χλεύη και τη στοχοποίηση του διαφορετικού στο όνομα μιας δήθεν «κανονικότητας». Οι πληγές που αφήνει ο κοινωνικός αποκλεισμός δεν επουλώνονται εύκολα. Κατά τη διάρκεια της παράστασης, ένας θεατής με ακράτεια ούρησε στις πέτρες του Αρχαίου Θεάτρου. Κάποιος θα μπορούσε εύκολα να μιλήσει για βανδαλισμό. Κι όμως, η πρώτη σκέψη που έκανα δεν άργησε να δώσει τη θέση της σε μια άλλη: μήπως αυτός ο άνθρωπος ήταν μόνος; Μήπως δεν είχε κάποιον δίπλα του να τον υποστηρίξει, να τον προετοιμάσει, να τον φροντίσει; Πόσο εύκολα κρίνουμε μια πράξη, χωρίς να γνωρίζουμε την ιστορία που την προηγήθηκε.

Μόνοι ερχόμαστε στη ζωή, μόνοι φεύγουμε από αυτήν. Ενδιάμεσα όμως συνυπάρχουμε και είμαστε ποικίλοι. Ίσως οι ζωές όλων μας να ήσαν καλύτερες άμα δίναμε λίγη περισσότερη σημασία ο ένας στον άλλον. Ίσως οι ζωές όλων μας να ήσαν ανώτερες άμα αποδεχόμασταν το ποικίλο που υπάρχει και συνυπάρχει ανάμεσά μας. Ίσως αν διεκδικούσαμε να ήμασταν μια κοινωνία ενωμένη, οι κυβερνήσεις δεν θα λάμβαναν τη σιωπή μας ως αποδοχή και επιβραβευμένη αριστεία. Τροίες θα υπάρξουν κι άλλες μα εμείς έχουμε μονάχα μια ζωή να ζήσουμε. Ο πόλεμος δεν έχει λογική το ξέρουμε όλοι κι ας συνεχίζουμε μέσα στο παράλογο να ζούμε. Δείτε τις Τρωάδες που θα κάνουν περιοδεία, δείτε τις όχι για να στηρίξετε μια παράσταση που παίζουν και άτομα με αναπηρία. Δείτε την μπας και γίνουμε εμείς καλύτεροι άνθρωποι. Όχι για να συγκινηθείτε για λίγες ώρες. Κρατήστε καλύτερα τα δάκρυα και τα χειροκροτήματα της στιγμής, αυτά που μοιάζουν με συμπαράσταση αλλά σπάνια γίνονται πράξη. Ήρθε η ώρα για πράξεις, για ουσιαστική προσβασιμότητα, για αποδοχή και πραγματική συνύπαρξη. Γιατί, τελικά, δεν είναι η αναπηρία που μας χωρίζει· είναι η αλαζονεία μιας κοινωνίας που θεωρεί τον εαυτό της «υγιή» και έχει προ πολλού ξεπεράσει τα όρια της αδιαφορίας.

photo: Θωμάς Δασκαλάκης NDP

photo: Θωμάς Δασκαλάκης NDP

Info παράστασης:

«Τρωάδες» του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία Ελένης Ευθυμίου ξεκινούν περιοδεία σε επιλεγμένους σταθμούς στην Ελλάδα
The post «Τρωάδες» σε σκηνοθεσία Ελένης Ευθυμίου με την ομάδα Εν Δυνάμει στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου: Ανατριχιαστική, ιστορική, ουσιαστική με προσδοκίες για το μέλλον appeared first on ελculture – Θέατρο, Μουσική, Τέχνη & Πολιτισμός.

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...