Εγκλωβισμένη η αλληλεγγύη στις επιταγές του ναρκισσιστικού, ψηφιακού, καταναλωτικού, αδιάφορου πολιτισμού, προάγει έναν άλλο τρόπο ζωής, μακριά από πυρκαγιές και κυβερνητικές πομφόλυγες. Ο «σοφός» λαός, με ελάχιστες λαμπρές εξαιρέσεις, ξέρει να απέχει από κρίσιμες στιγμές πασχόντων συνανθρώπων.
Την ίδια ώρα, επιμένουν οι αποδεδειγμένα άχρηστοι της κυβέρνησης –άνευ ουδεμίας ερυθριάσεως στας παρειάς των– ότι όλα είναι μέλι γάλα, ότι αυτοί δεν φταίνε σε τίποτε, ότι η Πολιτική Προστασία υπηρετεί περίφημα τον σκοπό της, ότι θα δοθούν αποζημιώσεις στους πληγέντες. Να μην απογοητευόμαστε οι Ελληνες, διότι ετούτη η κυβέρνηση μπορεί να βρει λύσεις σε ό,τι φυσικό φαινόμενο μας καταδυναστεύει και μας αφαιρεί την αισιοδοξία και την ελπίδα για τα καλύτερα που έρχονται… Αδολεσχούν χαιρέκακα και υποτιμητικά προς το πόπολο, το οποίο πόπολο άγεται και φέρεται από ισχνές υποσχέσεις περί ενδυνάμωσης του εισοδήματός του από τη μία και από την άλλη από μεγαλόφωνες –πλην θεωρητικές– υποσχέσεις των κομμάτων της αντιπολίτευσης για ριζοσπαστική βελτίωση της χθαμαλής ζωής του.
Αύγουστος του ήλιου, της θάλασσας και της φτώχειας· επίσης: της σύγχυσης, της αδράνειας, της λαϊκής δυσφορίας και ταυτόχρονα της λαϊκής παραίτησης από τα κοινά – άσε που πολλοί έχουμε ξεχάσει, ή δεν μάθαμε ποτέ, ποια είναι η [κρίσιμη] σημασία των κοινών [αγαθών: χώρου, χρόνου και λοιπά]. Καμένα δάση, καμένα σπίτια, δηωμένες καλλιέργειες και πυρπολημένες ψυχές. Να αντέξουν οι άνθρωποι γιατί, αν περιμένουν από τους συνανθρώπους κάποια βοήθεια, εις μάτην περιμένουν. Ο πόνος δεν αγγίζει όσους δεν υφίστανται απώλειες, θα μπορούσε όμως να τους προβληματίσει, να τους τονώσει κοινοτιστικές και φιλικές ορμές και συνειδησιακές παραπλήσιες λογικές. Λογικές; Δεν θα έπρεπε εντούτοις ο πόνος και η απόγνωση να αφορούν λίγους αλλά όλους, εάν θέλουμε να αυτοαποκαλούμαστε ακόμη [συν]άνθρωποι. Ο καθείς και τα μπάνια του ασφαλώς [ή τα τραύματά του]…
Ο γενέθλιος τόπος φαντάζει πεντάστερο ξενοδοχείο πλέον, αλλά έπρεπε να φαντάζει κατ’ αυτόν τον τρόπο εξαρχής, από πεποίθηση και όχι από ανάγκη, διάβολε. Εάν έτσι φάνταζε [ήταν], θα είχαν διαφορετική εξέλιξη οι τροπές του πολιτισμού, της γλώσσας, της αισθητικής, της πολιτικής συνάφειας και πολλών άλλων παραμέτρων, που αναδεικνύουν την απλότητα και την επικοινωνία, έξω από μιμητισμούς, επαρχιωτισμούς και άλλες μνησίκακες σκέψεις και συμπεριφορές. Υπάρχουν, όμως, ακόμη, πατρικά ή μητρικά σπίτια στα χωριά μας ή τα αφήσαμε να καταρρεύσουν στο όνομα του ηθελημένου αλλά ηλίθιου εξαστισμού μας;
Μακριά λοιπόν από τις φωτιές, κοντά στα χωριά μας, μέσα τους, επιτέλους – αλλά όχι με αυτόν τον απαίσιο τρόπο. Φταίει πάντα η αδυσώπητα και στυγερά στεγνή και σκληρή οικονομική πολιτική της κυβέρνησης, ναι· μήπως παίζει κάποιο ρόλο και η ανελέητη αλλοτρίωσή μας;
Οπως και να ’χει ο Αύγουστος καλεί τους πάντες [υγιείς και ασθενείς] στα έγκατά του (ή στην επιφάνειά του για εκείνους που συγχέουν το βάθος με την επιφάνεια, διότι υπάρχουν πάντα οι Ελληνες του Νίτσε, οι επιδερμικοί από βάθος). Ο Αύγουστος, όμως, για να είναι ακέραιος χρειάζεται να υποδέχεται φίλους. Φίλους ανεκτίμητους, που είναι δίπλα σου ακόμα κι όταν νομίζεις ότι έχει χαθεί κάθε νόημα σε τούτη τη ζωή [την άδικη για μερικούς]. Πίστη στον Αύγουστο, τους φίλους, τον γενέθλιο τόπο· πίστη στον πολιτισμό και στην επανάσταση της καθημερινής ζωής – για να τιμηθεί και ο πρόσφατα θανών Ραούλ Βάνεγκεμ.
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
