Χαοτική κατάσταση: η υποψία πρόωρης κάλπης επώασε ουκ ολίγους εκλογικούς σχηματισμούς, ενώ έχει ήδη αναγγελθεί η ίδρυση και άλλων τόσο στη δεξιά πολυκατοικία όσο και στον κεντροαριστερό ουρανοξύστη. Κάθε κόμμα και αρχηγός. Πρώτα βγαίνει η ψυχή και μετά το χούι, λέει ο λαός. Σχετική έμμετρη σάτιρα του προ-προηγούμενου αιώνα ισχύει στο ακέραιο και σήμερα. Ιδού: Του Διογένη πιάσετε αμέσως το φανάρι,/ κι ελάτε να γυρέψουμε κανέναν αρχηγό·/ αλλά καθένας μας, θαρρώ, είν’ άξιος να πάρει/ την αρχηγίαν κόμματος, ακόμη δα κι εγώ./ Για τα πρωτεία ξεψυχά κάθε Ρωμιός λεβέντης,/ μόνον αυτός πρωθυπουργός, μόνον αυτός αφέντης./ Τι αρχηγών κατακλυσμός!
Οι Ελληνες εκείνοι/ που τον καφέ των βερεσέ εις τα Χαυτεία πίνουν,/ αν αρχηγίαν έξαφνα κανένας τους προτείνει,/ δεν θα διστάσουν βέβαια και Αρχηγοί να γίνουν./ […] Ω! ναι! ποτέ τον Ελληνα μη θεωρείτε πτώμα/ σ’ όλους θα έλθει η σειρά να κυβερνήσουν κόμμα./ Μας λείπει ένας αρχηγός;… πενήντα ξεφυτρώνουν/ όλοι για το αξίωμα του αρχηγού μαλώνουν./ Αλλά κι εγώ ο αφανής των Αθηνών πολίτης/ ελπίζω πως καμιά φορά θα γίνω κυβερνήτης… Ο Γεώργιος Σουρής, του οποίου το ύφος έχετε ήδη αναγνωρίσει, αναχώρησε για τα επουράνια σκώμματα τέτοιες μέρες του Αυγούστου το 1919. Ξεμπροστιάζει, ωστόσο, την αιώνια νοοτροπία πολιτών και πολιτικών της Ψωροκώσταινας που παραμένει αμετακίνητη, σαν ογδοντάρι πέτρινο ντουβάρι, όσες δεκαετίες κι αν περάσουν.
Υπέροχα ψυχογραφήματα κατέλιπε. Ακολουθεί εκείνο του μέσου ψηφοφόρου. Ελαφρώς παραλλαγμένο –μετά συγχωρήσεως– κολλάει γάντι στο παρόν: Στην καφετέρια απέξω σαν μπέης ξαπλωμένος,/ του ήλιου τις ακτίνες αχόρταγα ρουφώ,/ και στων ιστοσελίδων τα νέα βυθισμένος,/ κανέναν δεν κοιτάζω, κανέναν δεν ψηφώ./ Σε μια καρέκλα το ’να ποδάρι μου τεντώνω,/ το άλλο σε μιαν άλλη, κι ολίγο παρεκεί/ το λάπτοπ μου αφήνω και αρχινώ με τόνο/ τους υπουργούς να βρίζω και την πολιτική./ Ψυχή μου! τι λιακάδα! τι ουρανός! τι φύσις!/ ιδρώνει εμπροστά μου ο φρέντο καπουτσίνο,/ κι εγώ κατεμπνευσμένος για όλα φέρνω κρίσεις/ και σε κανένα αχρείο λογαριασμό δεν δίνω./ […] Τη φίλη μας Ευρώπη με πέντε φασκελώνω/ απάνω στο τραπέζι τον γρόθο μου κτυπώ…/ Εχύθη ο καφές μου, τα ρούχα μου λερώνω,/ κι όσες βλαστήμιες ξέρω αρχίζω να τις πω./ Στον καφετζή ξεσπάω, φωτιά κι εκείνος παίρνει./ Αμέσως άνω κάτω του κάνω τον μπουφέ,/ τον βρίζω και με βρίζει, τον δέρνω και με δέρνει,/ και τέλος δεν πληρώνω σέντσι για τον καφέ!
Ιδού ακριβής και διαχρονική περιγραφή του Ρωμιού: Σουλούπι, μπόι, μικρομεσαίο,/ ύφος του γόη, ψευτομοιραίο./ Λίγο κατσούφης, λίγο γκρινιάρης,/ λίγο μαγκούφης, λίγο μουρντάρης./ Σπαθί αντίληψη, μυαλό ξεφτέρι,/ κάτι μισόμαθε κι όλα τα ξέρει./ Κι από προσπάππου κι από παππού/ συγχρόνως μπούφος και αλεπού./ Και ψωμοτύρι και για καφέ/ το «δε βαρυέσαι» κι «ωχ αδερφέ»./ Ωσάν πολίτης, σκυφτός ραγιάς/ σαν πιάσει πόστο: δερβεναγάς./ Θέλει ακόμα –κι αυτό είναι ωραίο–/ να παριστάνει τον Ευρωπαίο./ Στα δυο φορώντας τα πόδια που ’χει/ στο ’να λουστρίνι, στ’ άλλο τσαρούχι./ Δυστυχία σου Ελλάς/ με τα τέκνα που γεννάς./ Ω Ελλάς, ηρώων χώρα, τι γαϊδάρους βγάζεις τώρα;
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
