Τελευταία νέα
Συναγερμός στο ΠΑΣΟΚ για τον Τσίπρα – Γιατί κοιτούν με αγωνία προς την Κουμουνδούρου Αφθώδης πυρετός στη Λέσβο: Υποσχέθηκαν αποζημιώσεις 31,8 εκατ. ευρώ και μοιράζουν μόλις 2,8 Δημόσιοι υπάλληλοι: Καταγγελία για την αξιολόγηση μέσω Τεχνητής Νοημοσύνης ΣΥΡΙΖΑ: Η «τρόικα» της μετάβασης, το τέλος της αναμονής Τσίπρα και η επόμενη μάχη για την ηγεσία Στη θαλπωρή του βυθού Η Μαρία Καρυστιανού απαντά για τις μαζικές αποχωρήσεις: Είχαμε αντιληφθεί το παρακίνημα, ο Θανάσης Αυγερινός μας προσέγγισε Φωτιά στον Κουβαρά Αττικής – Ηχησε το 112, επιχειρούν τρία ελικόπτερα Press Point: Πυρ, Ν.Δ. και θάλασσα: ποιο είναι το πιο επικίνδυνο από τα τρία; Μήλος: Παρέμβαση εισαγγελέα για την προσγείωση ελικοπτέρου στο Σαρακήνικο – Τι υποστηρίζει ο χειριστής Με σποτάκια στην παραλία: Ο ΣΥΡΙΖΑ ετοιμάζει βίντεο με πρωταγωνιστές Δούρου, Παππά και Πολάκη «Πυρετός» συσκέψεων στη ΝΔ μετά τον Δεκαπενταύγουστο ενόψει ΔΕΘ: Η «Ατζέντα 2030» και το σχέδιο του Κυριάκου Μητσοτάκη Τρία δεδομένα για τις υποκλοπές θέτει η Ολγα Γεροβασίλη
Efsyn.gr

Νίκος Καλογερόπουλος: Το ταλέντο που δεν άντεχε τις εξουσίες

Ιδιοσυστασιακός, άτακτος, απείθαρχος, «αναρχικός», αντιεξουσιαστής με στόμα μοναδικά «απύλωτο». Αγύριστο κεφάλι. Κι όμως, δεν υπάρχει ένας που ν’ άκουσε την είδηση για τον θάνατο του Νίκου Καλογερόπουλου χθες στα 74 του χρόνια -αληθινή είδηση, δυστυχώς, αυτή τη φορά, εν αντιθέσει με το περσινό fake news που τον «πέθανε» πριν την ώρα του- και να μη μονολόγησε «τι κρίμα! Πόσο σπουδαίος…».
Οι λίγο παλαιότεροι τον ανακαλούν και τον ξεχωρίζουν πρωτίστως χάρη στο «Ρεμπέτικο» του Κώστα Φέρρη, το «Μάθε παιδί μου γράμματα» του Θόδωρου Μαραγκού, το «Λούφα και Παραλλαγή» του Νίκου Περάκη, τους σπουδαίους ρόλους στο νέο ελληνικό σινεμά. Οι νεότεροι χάρη στον αντισυμβατικό του χαρακτήρα, που είχε συντελέσει στη δημιουργία μιας δημόσιας εικόνας συμβατής μ’ έναν σύγχρονο Διογένη Κυνικό (συμπτωματικά μάλιστα το 2006 εξέδωσε το θεατρικό του «Οι Κυνικοί Ξανάρχονται» ως ένα καυστικό «χαστούκι» στην εποχή του υλισμού και της σύγχρονης παρακμής). Το δικό του «πιθάρι», ορμητήριο και καταφύγιο, ήταν τα πολλά τελευταία χρόνια η Κυπαρισσία και το «Τρενοτεχνείο» κι «αναμμένο φανάρι» οι παρεμβάσεις του, καλλιτεχνικές, πολιτικές, κοινωνικές, πάντως συχνά τσουχτερές και εξοπλισμένες με θανατηφόρα ειρωνεία, που αναζητούσαν τολμηρά, προοδευτικά κι απειθάρχητα, σαν και το δικό του, μυαλά.
Δεν ήταν εύκολο. Γιατί κι η εποχή αυτή δεν σηκώνει εύκολα Νίκους Καλογερόπουλους: αντίδοτα στις εξουσίες και στους υποκριτικούς καθωσπρεπισμούς, ανένταχτους, ιδιόρρυθμους, ρεμπέτες, «σαλούς» και λαϊκούς φιλόσοφους ταυτόχρονα. Ανθρώπους που δεν ενδιαφέρονται ιδιαίτερα να γίνουν αρεστοί, που προτιμούν να χάσουν μια δουλειά παρά να χάσουν τον εαυτό τους. Και ο Καλογερόπουλος είπε πολλά «όχι» στη ζωή του. Και στην καριέρα του: όπως έλεγε στον Κώστα Μανιάτη για το «Oneman», είχε αρνηθεί πρόταση του Νίκου Κούρκουλου να παίξει στο «Dogville» στο Εθνικό Θέατρο και «όχι» είχε πει και στον Θόδωρο Αγγελόπουλο για το «Μετέωρο Βήμα του Πελαργού», αλλά και στον Κώστα Κουτσομύτη για την περίφημη τηλεοπτική μεταφορά του «Βαμμένα κόκκινα μαλλιά» του Κουτσομύτη- σ’ αυτό για οικονομικούς λόγους.
Γεννημένος στα Φιλιατρά το 1952, ο Καλογερόπουλος, όπως έλεγε ο ίδιος, εδιδάχθη την «Αγροτικήν». Πριν όμως γίνει ηθοποιός, είχε ήδη φροντίσει να αποκτήσει τη φήμη του αγύριστου κεφαλιού. Ο ίδιος αφηγούνταν με το χαρακτηριστικό του γέλιο πώς είχε αποβληθεί από όλα τα Γυμνάσια της χώρας. Η αρχή έγινε στα Φιλιατρά, για «γκομενοδουλειές» όπως έλεγε. Δεν επιτρεπόταν τότε στους μαθητές να μιλούν στα κορίτσια. Εκείνος, προφανώς, δεν είχε ιδιαίτερη διάθεση να συμμορφωθεί.
Χειροδικία
Στην Κυπαρισσία τα πράγματα έγιναν σοβαρότερα. Στις τελικές εξετάσεις ένας καθηγητής, που ήταν και θείος του κοριτσιού στο οποίο απευθυνόταν ένα γράμμα που είχε στην τσέπη του, το άρπαξε και το διάβασε μπροστά στην τάξη. Ο Καλογερόπουλος αντέδρασε χειροδικώντας. «Εριξα ξύλο», θα έλεγε, χρόνια αργότερα, γελώντας. Το αποτέλεσμα ήταν νέα αποβολή.
Ισως να ήταν η πρώτη, αυθόρμητη εκδοχή του ανθρώπου που θα γινόταν αργότερα: κάποιος που δεν ανεχόταν εύκολα την εξουσία όταν αυτή παραβίαζε τα όριά του.
Στην Αθήνα, όπου ήρθε για να σπουδάσει θέατρο (παρακολούθησε μαθήματα στις σχολές θεάτρου Κωστή Μιχαηλίδη, Βεάκη και Αθηνών), έκανε διάφορες δουλειές για να επιβιώσει. Η καλλιτεχνική του διαδρομή δεν άρχισε με στρωμένο κόκκινο χαλί. Στο θέατρο εμφανίστηκε από τη δεκαετία του ’70, ενώ στην τηλεόραση έκανε την πρώτη του εμφάνιση στο «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται». Ακολούθησαν «Ο φωτογράφος του χωριού», «Οι παραστρατημένοι», «Μεθυσμένη πολιτεία» (στον αξέχαστο ρόλο του «Μπε»), «Χαίρε Τάσο Καρατάσο», «Ολη η δόξα όλη η χάρη», «Στο κάμπινγκ», «Ερασιτέχνης άνθρωπος» κ.ά. Στον κινηματογράφο όμως ήταν που θα άφηνε το αποτύπωμά του.
Το 1981, κρατώντας το ρόλο του «Σωκράτη», γιου του συντηρητικού γυμνασιάρχη του χωριού (Βασίλη Διαμαντόπουλου) και αδελφού του «Δημοσθένη» (Κώστα Τσάκωνα) στο «Μάθε παιδί μου γράμματα» του Θόδωρου Μαραγκού, απέσπασε το Β΄ Βραβείο Ανδρικού Ρόλου στη Θεσσαλονίκη. Ακολούθησε το «Αρπα Colla» (1982) του Περάκη και 1-2 ταινίες ακόμα. Και ύστερα ήρθε το «Ρεμπέτικο» (1983) του Κώστα Φέρρη. Εμβληματικός σταθμός για το ελληνικό σινεμά (και την ελληνική μουσική χάρη στον Σταύρο Ξαρχάκο και τον Νίκο Γκάτσο) ούτως ή άλλως αυτό, συμπεριλαμβάνει ανάμεσα σε πολλές και μία ιστορία που αφορά τον Καλογερόπουλο, λέγοντας για εκείνον περισσότερα απ’ ό,τι ολόκληρη η φιλμογραφία του.
Ο Φέρρης τού είχε προτείνει να παίξει τον «Φώντα». Εκείνος όμως ήθελε τον (εμπνευσμένο απ’ τον Τσιτσάνη) «Μπάμπη». Και δεν το διαπραγματεύτηκε. «Ή τον Μπάμπη ή φεύγω», διεμήνυσε ουσιαστικά. Από μία σειρά ευτυχών συμπτώσεων για τον ίδιο πήρε τελικά τον ρόλο και ο «Μπάμπης» έγινε ένας από τους χαρακτήρες με τους οποίους ταυτίστηκε περισσότερο και του χάρισε Βραβείο Εξαιρετικής Ερμηνείας στη Θεσσαλονίκη. Χάρη σ’ αυτόν τον ρόλο απέκτησε και το μπουζούκι που δεν αποχωρίστηκε ποτέ.
Το «Ρεμπέτικο» ο ίδιος το αγαπούσε «λίγο παραπάνω» από τις άλλες του, γιατί η πλοκή έπιανε εξαρχής, όπως έλεγε, το πολιτισμικό νήμα: τη Σμύρνη, την προσφυγιά, το ρεμπέτικο, την Ελλάδα του περιθωρίου και των αποκλεισμένων.
Ακολούθησε, το 1984, η «Λούφα και Παραλλαγή» του Νίκου Περάκη, όπου ο «τυφεκιοφόρος πεζικού Παπαδόπουλος Ιωάννης» τού χάρισε το Α΄ Βραβείο Ανδρικού Ρόλου.
Είχε γίνει πλέον πρωταγωνιστής. Θα μπορούσε να ακολουθήσει τον ασφαλή δρόμο της επιτυχίας. Δεν τον ακολούθησε. Στα μέσα της δεκαετίας του ’80 απομακρύνθηκε από το σινεμά – και μια εκδοχή λέει ότι αυτό συνέβη όταν δεν μπόρεσε το ’86 να γυρίσει μια δική του ταινία. Εγραψε κι ασχολήθηκε όμως με το θέατρο, την ποίηση και τη μουσική. Μελέτησε με πάθος τα αρχαία κείμενα. Το 1994 κυκλοφόρησε το «Τα δέοντα», με δικούς του στίχους και μουσική. Επέστρεψε στη μεγάλη οθόνη το 1999 με τη «Θηλυκή Εταιρεία» του Περάκη κι ένα χρόνο μετά ως «Πελοπίδας» στο «Ενας κι ένας» του Νίκου Ζαπατίνα κέρδισε ξανά το Α΄ Βραβείο Ανδρικού Ρόλου στη Θεσσαλονίκη.
Ηδη δεν ήταν μόνο ηθοποιός. Ηταν ένας σφαιρικός καλλιτέχνης, μία ιδιαίτερη προσωπικότητα τόσο στη σκηνή ή στην οθόνη όσο και εκτός αυτής όπου επέλεγε να κάνει παρέα με ανθρώπους εξίσου ταλαντούχους, ανήσυχους κι αντισυμβατικούς: τον Σπυριδάκη, τον Ασιμο (παίρνοντας μάλιστα μέρος στις υπαίθριες παραστάσεις του όποτε μπορούσε), τη Λεονάρδου, τον Ρέτσο, τον Χρόνη Μίσσιο, τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου.
Το 2011 σκηνοθέτησε τους «Ιππείς της Πύλου», γράφοντας το σενάριο και τη μουσική και κρατώντας έναν από τους βασικούς ρόλους. Γύρω του βρέθηκαν φίλοι και συνοδοιπόροι (ο Τάκης Σπυριδάκης και πάλι, ο Ηλίας Λογοθέτης, ο Γιώργος Κιμούλης, ο Αντώνης Καφετζόπουλος, η Βάνα Μπάρμπα κ.ά.), άνθρωποι με τους οποίους μοιραζόταν μια ενιαία αντίληψη για την τέχνη. Κι ένα χρόνο μετά πήρε μέρος στο ντοκιμαντέρ του Αντώνη Μποσκοΐτη «Κατερίνα Γώγου: Για την αποκατάσταση του μαύρου».
Και ύστερα υπήρχε η Κυπαρισσία.
Εκεί δημιούργησε το «Τρενοτεχνείο», στον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό. Εναν χώρο πολιτισμού φτιαγμένο από τα χέρια του, που φιλοξενούσε συναυλίες, παραστάσεις, εκθέσεις και μουσικές βραδιές. Δεν τον ενδιέφερε φυσικά να δημιουργήσει μια ακόμη «πολιτιστική επιχείρηση». Ηθελε έναν χώρο ανοιχτό στους ανθρώπους και στην τέχνη.
Το «Τρενοτεχνείο» ήταν το καταφύγιό του, αλλά και ο χώρος όπου μπορούσε ν’ αναπτύξει το δικό του όραμα για τον πολιτισμό. Εκεί μπορούσε να ζει με τους δικούς του κανόνες. Να καλεί φίλους, να γράφει, να παίζει μουσική, να οργανώνει παραστάσεις, να μιλάει για πολιτική και να τα βάζει με όποιον θεωρούσε ότι έπρεπε να τα βάλει. Ισως γι’ αυτό, το 2024, χωρίς κανέναν λόγο, άγνωστοι είχαν βανδαλίσει με πρωτοφανή μανία τον χώρο αφήνοντας πίσω τους, σπασμένες καρέκλες, τραπέζια, μουσικά όργανα, μπουκάλια, κάδρα, αφίσες, CD, αρχεία, πυροσβεστήρες, ποτήρια. Το περιστατικό τον είχε πικράνει αφάνταστα, κάμπτοντας προς στιγμήν το ηθικό του. Κι όμως «ανένηψε» και συνέχισε στον ίδιο ρυθμό. Βαθιά πολιτικός, χωρίς ποτέ ν’ ανακατευτεί με κόμματα, είχε άποψη και την έλεγε χωρίς φίλτρο. Μία από τις τελευταίες του παρεμβάσεις και παρά τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετώπιζε με την καρδιά του π.χ. ήταν ένα σκωπτικό ρεμπέτικο που είχε γράψει κι ερμήνευε ο ίδιος με το θρυλικό μπουζούκι του για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ. Κάποια άλλη φορά είχε σκεφτεί μαζί με τον Γιώργο Μαργαρίτη να πάνε στη Βουλή με ένα γαϊδούρι και να μοιράσουν στους βουλευτές προσκλήσεις μέσα από σακούλα σκουπιδιών. Δεν ήταν απλώς μια φάρσα. Ηταν ο δικός του τρόπος πολιτικής παρέμβασης: να γελοιοποιεί το σοβαροφανές και να κάνει το παράλογο να μοιάζει ξαφνικά πιο λογικό από το επίσημο. Η αμφισβήτηση της εξουσίας, η ειρωνεία απέναντι στην κοινωνική υποκρισία και τον καθωσπρεπισμό, η υπεράσπιση της ελεύθερης βούλησης και της αυτοδιάθεσης, τα «όχι», οι εμμονές του, οι αποτυχίες του, οι φιλίες του, το έργο του όλο μαζί (ερμηνείες, θεατρικά, ποιήματα, τραγούδια, σκηνοθεσίες και το «Τρενοτεχνείο») ήταν συμβατές όψεις μιας ανεπανάληπτης περσόνας αλλά και μιας ολόκληρης αντίληψης που σβήνοντας κάνει τον κόσμο λίγο πιο άνοστο, πιο «μονόχρωμο» και πιο φτωχό.

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...