Σοβαρή απογοήτευση περίμενε το προηγούμενο διήμερο αρκετούς που πήραν την απόφαση να επισκεφτούν το αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου για να παρακολουθήσουν μια παραγωγή εξαιρετικού ενδιαφέροντος – τουλάχιστον σύμφωνα με τις προαναγγελίες.
Για πρώτη φορά ο αργολικός χώρος δόθηκε στον σημαντικό χορογράφο και σκηνοθέτη Αλαν Λουσιέν Ογεν και τη φημισμένη ομάδα του, που σε πολύ γενικές γραμμές θεωρούνται σήμερα πανευρωπαϊκώς μεταξύ των πλέον άξιων συνεχιστών της Πίνα Μπάους.
Ειδικά μετά το 2013 και μια εξαιρετική εκ μέρους του μεταφορά του μύθου του Ορφέα, εξάωρης διάρκειας, ο Ογεν έχει μπει στο κάδρο της συζήτησης που διεξάγεται στη Δύση σχετικά με την ανάγκη ανανέωσης του θεατρικού εγχειρήματος, ειδικά σήμερα που η θέση του θεάτρου στο πεδίο της πολιτικής, κοινωνικής αλλά και τεχνολογικής μετάβασης κρίνεται πιο αναγκαία από ποτέ. Η προσφορά του; Κατά κάποιον τρόπο η επιστροφή σε παλαιότερες σκέψεις για το πειραματικό θέατρο, ανανεωμένες όμως σύμφωνα με ένα πολύ ιδιαίτερο προσωπικό λεξιλόγιο, που ο Νορβηγός σκηνοθέτης και η ομάδα του αναπτύσσουν με τα χρόνια.
Μερικές σκηνές είναι εντελώς ακατάληπτες
Ενα πειραματικό «θέατρο», που από τη μια συσσωματώνει όλες τις γύρω τέχνες σε μια κοινή έκφραση, ενώ από την άλλη απομειώνει τον φόρτο της σκηνής ώστε να καταλήξει στα απολύτως απαραίτητα: πηγαίος λόγος και προφορικότητα, γυμνή σωματικότητα και διάφανη ανθρωπινότητα, λιτή και ουσιαστική χορευτική πράξη, και βέβαια, το πανταχού παρόν χέρι της μεταδραματικής παρέμβασης, στις βιντεο-προβολές, τις επιτελεστικές διακοπές της σκηνικής δράσης, στη διασπορά και κάποτε χαοτική παράθεση του υλικού και τις μετωπικές συναντήσεις του κοινού με τους ηθοποιούς-περφόρμερ της ομάδας.
Αυτά τα ωραία λοιπόν για όσους περιμέναμε την κάθοδο των Νορβηγών στην Επίδαυρο για να μεταγγίσουν τη δική τους πνοή στον χώρο. Μα αυτό που είδαμε απείχε πολύ από ό,τι προσδοκούσαμε, περιμέναμε ή, έστω, φοβόμασταν… Η Αντιγόνη των «winter guests» προκάλεσε αντιθέτως φανερή αμηχανία αρχικά, που στη συνέχεια εξελίχτηκε σε απορία, κούραση και τελικά έκδηλο εκνευρισμό. Γιατί ούτε «Αντιγόνη» ήταν αυτό που είδαμε, ούτε παράσταση «εμπνευσμένη» από το συγκεκριμένο αρχαίο έργο, όπως έλεγε το δελτίο Τύπου, ούτε καν κάτι εξ αρχής συγκροτημένο για να παρουσιαστεί στο αμφιθέατρο της Αργολίδας.
Ηταν μια συρραφή από ανεξάρτητα μεταξύ τους κομμάτια, ανάμεικτα, με λόγο και χορό, κάποια με στοιχειώδη δραματουργία και κάποια ως απευθείας απεύθυνση στο κοινό, που έδιναν τη δυσάρεστη (και ελπίζω επιπόλαια) εντύπωση πως προέρχονταν από μια ανεξάρτητη ως προς το έργο και τον χώρο δουλειά του θιάσου, που όψιμα καλύφθηκε με το πέπλο της σοφόκλειας ηρωίδας και μεταφέρθηκε στην Επίδαυρο σαν «σκέψη πάνω στην Αντιγόνη».
Πονηρές σκέψεις, ασφαλώς… Μα η σειρά και η ερμηνεία των επιμέρους σκηνών δεν οδηγούσαν αλλού. Για παράδειγμα, η παράσταση ξεκινά με μια γυναίκα να ρίχνει τα κόκκινα πέταλα ενός τριαντάφυλλου στην ορχήστρα… Είναι η Αντιγόνη; Και ύστερα κάποιος τυφλός «ξεναγείται» στο θέατρο από έναν νεαρό συνοδό του. Είναι ο Τειρεσίας; Το κάθε τι όμως φεύγει γρήγορα χωρίς να εξελίσσεται, αν δεν ακυρώνεται κιόλας απ’ ό,τι ακολουθεί. Μερικές σκηνές είναι εντελώς ακατάληπτες: ας πούμε, δύο ηθοποιοί παλεύουν (ο Πολυνείκης και ο Ετεοκλής;), μα μόνο ένας πεθαίνει στο τέλος, ενώ ο άλλος φωνάζει «τι έκανα;»…
Κι ύστερα ακολουθεί μια κυρία που μιλάει στο ΑΙ της για το παρελθόν, όταν κάποια άλλη που καλεί στο τηλέφωνο για βοήθεια… Μεσολαβούν σκηνές όπως εκείνη στην οποία μια ηθοποιός του θιάσου αραδιάζει περιπτώσεις γυναικών που (μάλλον) θα πρέπει να θεωρούνται περιπτώσεις έμφυλης θυματοποίησης, ξεκινώντας από τον μύθο (;) και καταλήγοντας σε υπαρκτά πρόσωπα… ή μια άλλη, όπου κάποια συνάδελφός της ξεμπερδεύει εν τάχει με το έργο του Σοφοκλή (αυτό που ήρθαμε να δούμε αρχικώς) παραθέτοντας τηλεγραφικά την υπόθεσή του.
Αυτά από όσα θυμάμαι και έχω σημειώσει, γιατί ήταν τόσα πολλά και σκόρπια όσα βλέπαμε, που από ένα σημείο και μετά ήταν δύσκολο ακόμη και να τα συγκρατήσεις. Βάλτε στο ενδιάμεσο την τακτική επιστροφή του θιάσου στις καταβολές του, με μια εξίσου ανερμάτιστη χορογραφία, η οποία, αν και αναρμόδιος, μπορώ να πω πως μου φάνηκε ενδιαφέρουσα, αλλά όχι αληθινά συναρπαστική. Προσθέστε τα εξίσου ουρανοκατέβατα βίντεο, που, ως όφειλε κάθε άξιο ανάλογο εγχείρημα, πρόβαλλαν σε κλοζ-απ τις μορφές των ερμηνευτών. Και κρατήστε ξέχωρα ακόμη δύο παρεμβάσεις: όπου στην πρώτη μια συμπαθητική ηθοποιός μάς έμαθε το διεθνές σήμα βοήθειας για όσες γυναίκες διατρέχουν κίνδυνο – ζητώντας μάλιστα να επαναλάβουμε τις κινήσεις της για να τις εμπεδώσουμε. Και μια άλλη, στο τέλος πια της δίωρης παράστασης, που μοίρασε χαρτάκια στο κοινό, καλώντας τους θεατές -σε απευθείας μάλιστα μετάδοση μέσω βίντεο- να διαβάσουν αυτό που έβλεπαν γραμμένο: «Να θυμάσαι πως σε αγαπούν…».
Εντάξει, πρέπει να ομολογήσω πως με αυτά και με αυτά έφτασα σε ένα δικό μου όριο. Μαζί με ακόμη μία παράσταση του Ρακίνα που είχα δει από τον αμερικανικό θίασο του Wooster Group στο Φεστιβάλ πριν από πολλά χρόνια, η «Αντιγόνη» των «winter guests» ήταν η πιο αποδομιστική πρόταση που έχω προσωπικά παρακολουθήσει στα χρόνια μου στον χώρο. Δεν το λέω αυτό τυχαία: Αναρωτήθηκα μήπως αυτό που ονομάζουμε στη χώρα μας «μεταμοντέρνο», «αποδομισμό» ή ό,τι άλλο, ανήκει πια σε μια γενιά παλαιότερη από αυτό που η Δύση ονοματίζει με τους ίδιους όρους. Ανησυχώ μήπως η δική μας ιδέα για το «εμπνέομαι από ένα κλασικό έργο και το διαλύω στη σκηνή» δεν ακολουθεί πλέον τις εξελίξεις στις χώρες της Εσπερίας. Και μήπως αυτό το χάσμα έρχεται τώρα να γεμίσει με τον εκνευρισμό μας μπροστά σε ό,τι διαψεύδει τις προσδοκίες μας. Ακόμη και όταν βλέπουμε ένα αληθινά άρτιο καλλιτεχνικό σχήμα πολυερμηνευτών σαν τους Enoch Grubb, Douglas Letheren, Pascal Marty, Antonin Monié, Nazareth Panadero, Julie Shanahan, Fernando Suels Mendoza, Meng-Ke Wu, τα ευρηματικά σκηνικά του Åsmund Fæarvaag, τα κοστούμια της Stine Sjøgren, τον μαγικό ήχο και τα φώτα των Gunnar Innvær και Martin Flack αντίστοιχα, τα άριστα βίντεο του Mathias Grønsdal.
Αστοχη επιλογή για την Επίδαυρο
Γιατί ακόμη και η δήλωση του Ογεν πως η δική του «Αντιγόνη» θα παρουσιάσει το δράμα της γυναίκας πίσω από τον μύθο ή την απόσταση της δικαιοσύνης από τον νόμο, είναι πολύ λίγη για να καλύψει (ή να δικαιολογήσει) τον μεταδραματικό κατάλογο του κάθε πικραμένου επί γης. Πόσα θέματα μπορεί να καλύψει μια παράσταση χωρίς να γενικολογεί; Την κακοποίηση, τη μοναξιά, την εξουσία, την αδικία, την ανάγκη για τρυφερότητα και συνύπαρξη ή το ΑΙ;… Και πόσο θα μιλήσει χωρίς να καταφεύγει σε αφορισμούς και στερεότυπα;
Οχι λοιπόν, η Κλυταιμνήστρα δεν ήταν αυτή «που δολοφονήθηκε από τον γιο της», ούτε βέβαια η Αντιγόνη υπήρξε θύμα «γυναικοκτονίας». Αυτή η επιπόλαια περιγραφή περιπτώσεων που καθεμιά τους είναι τόσο πυκνή ώστε να παροτρύνει τα καλύτερα μυαλά να την αναλύσουν στους αιώνες, είναι σημάδι πνευματικής αβελτηρίας. Το ίδιο και αυτή η εναγώνια προσπάθεια της παράστασης να συγκινήσει, προτάσσοντας το κακό και στην αδικία χωρίς επιχειρήματα. Τέλος, δεν είναι αληθινά απίθανο εύρημα (μιλάω κομψά) να μοιράσεις χαρτάκια στο κοινό με μηνύματα του Κοέλιο;
Οπως και να ’χει, αυτή η «Αντιγόνη» δεν είχε τίποτα να δώσει πέρα από την πολύ θεμιτή ανησυχία της για τη θέση των γυναικών στον κόσμο (και μάλιστα όπως κατάλαβα για ακόμη μία φορά, στο δυτικό συγκεκριμένα ημισφαίριό του). Αν τη βλέπαμε κάπου αλλού, στην Πειραιώς, θα είχε τουλάχιστον βρει θέση ανάμεσα σε αρκετές άλλες παρόμοιες δράσεις. Αλλά στην Επίδαυρο έμοιαζε παράταιρη και αστόχαστη. Αγωνιστήκαμε να διώξουμε από την Επίδαυρο την άλω μιας δήθεν «ιερότητας»- ας μη χάσει για αυτό την αληθινή της ιδιαιτερότητα.
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
