Ο Pietro D’ Ambrosio γεννιέται στις 17 Οκτώβρη του 1915 στη πόλη Mottola της επαρχίας Τάραντας, στη Νότια Ιταλία.
Το 1928, ο πατέρας του, Τομάσο, και η μητέρα του, Άννα, ελληνικής καταγωγής, παίρνουν τα τέσσερα παιδιά τους Πιέτρο (Πιερίνο), Ιντα, Τζοβάνα και Αντζελο και μετοικούν στη Λέρο. Ο πατέρας του δουλεύει ως εργολάβος οικοδομών. Πολλά από τα κτίρια ιταλικού ρυθμού που υπάρχουν στη Λέρο, στη Ρόδο και στα άλλα Δωδεκάνησα είναι δουλειές δικές του.
Ο νεαρός Πιέτρο τελειώνει τη Σχολή Μηχανικών της Λέρου.
Με την έναρξη του πολέμου οι Ιταλοί του κάνουν πολιτική επιστράτευση, στην αρχή για οκτώ μήνες ως μηχανικό σε ένα υποβρύχιο και κατά τα μέσα του 1941 τον στέλνουν ως αποθηκάριο στη Σύρο αλλά και αργότερα στο μηχανικό, σε συνεργείο αυτοκινήτων. Εκεί στη Σύρο γνωρίζει και ερωτεύεται τη Γαρυφαλλιά Καραμπουρνιώτη, με καταγωγή από το Τσεσμέ της Μικράς Ασίας. Τον επόμενο χρόνο, μέσα του 1942, γεννιέται το πρώτο τους παιδί, η Άννα.
Η Σύρος σπαράσσεται από τον λιμό, ο Δήμος Σύρου μιλάει για 8.000 νεκρούς, ουδέτεροι αναλυτές λένε για 4.000 νεκρούς. Όποιος και από τους δύο να είναι ο ακριβής αριθμός των νεκρών σε ένα σύνολο 20.000 κατοίκων, το νούμερο ακούγεται τρομακτικό!
Ο Πιέτρο προερχόταν από μια οικογένεια που ήταν αντιφασίστες, όπως κι ίδιος. Στη Σύρο, ανάμεσα στα ιταλικά στρατεύματα κατοχής υπήρξαν αρκετοί αντιφασίστες, γεγονός που βοήθησε τον Ντ’ Αμπρόσιο να αναπτύξει την αντιστασιακή του δράση. Ο καθολικός επίσκοπος Βουτσίνος ήταν ένας απ’ αυτούς που συνεργάστηκε ο Ντ’ Αμπρόσιο. Του έδινε πληροφορίες για τις κινήσεις των σκαφών που περνούσαν ή έφευγαν από το λιμάνι της Σύρου, πληροφορίες που έπαιρνε από τον τότε Ιταλό ναυτικό διοικητή Mario Napoli, δηλωμένο αντιφασίστα, τις οποίες ο επίσκοπος τις έστελνε μέσω ενός παράνομου ασυρμάτου στο στρατηγείο της Μέσης Ανατολής.
Το 1949 επιστρέφουν στη Σύρο, από την οποία δεν θα ξαναφύγουν ποτέ. Θα ανοίξει ένα μηχανουργείο από το οποίο θα περάσει όλη η Σύρος, το συνεργείο του μαστρο-Πέτρου Δαμπροσίου. Κάτω: Γραμματόσημο με το λιμάνι της Σύρου. Το λιμάνι από το Νησάκι έως και την Ηλεκτρική μετά από παρέμβασή του παρέμεινε άθικτο, αφού εξουδετέρωσε τα εκρηκτικά που είχαν τοποθετήσει οι Γερμανοί πριν από την αποχώρησή τους
Ακόμη, είχε επαφή με μέλη της Αντίστασης, στους οποίους έδινε πληροφορίες για τις κινήσεις των ιταλικών κατοχικών δυνάμεων. Έτσι με τον καιρό αναπτύχθηκε μια σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ τους.
Ο Αύγουστος του 1943 βρίσκει τον Ντ’ Αμπρόσιο στη Λέρο, όπου είχε μεταβεί να πάρει υλικά για τις διάφορες μηχανές που είχανε στη Σύρο. Εκεί τον βρήκε η συνθηκολόγηση του στρατάρχη Μπαντόλιο. Τα νησιά ανακαταλαμβάνονται από τους Γερμανούς, όπως και η Σύρος, ενώ ο ίδιος μένει αποκλεισμένος στη Λέρο, με τη γυναίκα του και το παιδί του στη Σύρο.
Στη Λέρο τα πράγματα αλλάζουν, έρχονται Έλληνες και Άγγλοι και είναι ευτυχής η συγκυρία ότι αναλαμβάνει ναυτικός διοικητής της βάσης του νησιού ο γνωστός από τη Σύρο Mario Napoli! Εκεί, δεν μένει με σταυρωμένα τα χέρια. Σημαντική στιγμή της ζωής του είναι όταν μια μέρα βομβαρδίζεται το αντιτορπιλικό Βασίλισσα Όλγα μαζί με ένα επίσης αντιτορπιλικό, αγγλικό, από γερμανικά αεροπλάνα. Το ελληνικό βυθίζεται σε ελάχιστα λεπτά. Ο Ντ’ Αμπρόσιο με τον διοικητή Mario Napoli παίρνουν μια τορπιλάκατο, μαζεύουν ναυαγούς και τραυματίες και τους πηγαίνουν στο νοσοκομείο της βάσης. Ανάμεσα σε αυτούς, οι Συριανοί Λώρης Κουντούρης και Σταύρος Κουλούρης.
Μένει ένα χρόνο στη Λέρο, και επιτέλους καταφέρνει να βρει ένα καΐκι στις αρχές Σεπτέμβρη του 1944 και να επιστέψει στη Σύρο παράνομα. Κρύβεται στην Παρακοπή σ’ ένα συγγενικό του σπίτι, δίπλα από την εκκλησία του Σταυρού. Κάποιος φίλος του, υπαξιωματικός του ναυτικού, Ιταλός τον οποίο είχαν κρατήσει οι Γερμανοί γιατί γνώριζε τη γερμανική γλώσσα, ήρθε σε επαφή με τον Ντ’ Αμπρόσιο λίγες μέρες πριν από την αποχώρηση των Γερμανών και του εκμυστηρεύτηκε ότι οι Γερμανοί άρχισαν να παγιδεύουν με εκρηκτικά όλο το λιμάνι της Σύρου, κάθε 15 με 20 μέτρα, από το Νησάκι έως και την Ηλεκτρική, δίπλα από τις δέστρες.
Συναντήθηκαν μερικές φορές ακόμα για να του δείξει τα σημεία, καθώς επίσης και το σύστημα πυροδότησης με ρεύμα, και καθόρισαν τον τρόπο με τον οποίο θα αποτρέψουν αυτή την τεράστια καταστροφή που προετοιμαζόταν. Οι Γερμανοί φεύγουν νύχτα με ένα πλοίο που είναι ανοικτά του λιμανιού. Τους πηγαίνει (κατόπιν απειλών) με το καΐκι του ο Αλέξανδρος Μανδηλαράς, λίγους – λίγους. Ο τελευταίος Γερμανός, πριν επιβιβαστεί στο πλοίο του καταφέρνει μια δυνατή κλωτσιά με την μπότα του στο πρόσωπό του, ως ευχαριστώ για τις υπηρεσίες του…
Μια μικρή ομάδα Γερμανών με μια μικρή βάρκα του πλοίου πυροδοτεί τα εκρηκτικά κι η πρώτη μικρή έκρηξη ακούγεται στο Νησάκι. Στις 11 Οκτώβρη του 1944 ο Ντ’ Αμπρόσιο μαζί με τον Ιταλό μεταφραστή και έναν Έλληνα, τον Δενδρινό, κρυμμένοι στα χαλάσματα πίσω από το σημερινό ξενοδοχείο Ερμής, όρμησαν από ένα στενό (την οδό Μήλου) και κατάφεραν με κίνδυνο της ζωής τους να κόψουν το κεντρικό καλώδιο, εμπρός από το καφενείο του Κουλμάση. Όταν αντιλήφθηκαν ότι και οι τελευταίοι Γερμανοί που ήταν στη βάρκα επιβιβάστηκαν στο πλοίο και αναχώρησαν, αφόπλισαν όλα τα εκρηκτικά για να προφυλάξουν τον κόσμο που άρχισε να κατεβαίνει προς το λιμάνι. Η Ηλεκτρική ήταν ναρκοθετημένη ξεχωριστά. Όταν κατέβηκαν στο λιμάνι οι αντάρτες τούς υπόδειξε ολόκληρη τη συνδεσμολογία της ναρκοθέτησης κι έτσι σώθηκε και η Ηλεκτρική.
Μετά το τέλος του πολέμου, το ελληνικό κράτος προς επιβράβευση των ηρωικών του πράξεων τον απελαύνει στην Ιταλία. Στο Τάραντο ζει με την Ελληνίδα γυναίκα του και την κόρη του και εργάζεται στο ναυπηγείο Αρσενάλε ως μηχανικός. Το 1949 καταφέρνουν να επιστρέψουν στη Σύρο, από την οποία δεν θα ξαναφύγουν ποτέ. Στη Σύρο θα γεννηθούν οι άλλες δύο κόρες του, το 1952 η Δέσποινα και το 1955 η Μαρία. Θα ανοίξει ένα μηχανουργείο από το οποίο θα περάσει όλη η Σύρος, το συνεργείο του μαστρο-Πέτρου Δαμπροσίου (με αυτό το όνομα τον θυμούνται οι παλιότεροι). Στους περισσότερους δεν μπορούσε να πάρει χρήματα γιατί… απλά δυσκολεύονταν να τον πληρώσουν. Παρ’ όλα αυτά θα συνεχίσει να τους εξυπηρετεί μέχρι και το 1971, που θα πιάσει δουλειά στο ναυπηγείο του Νεωρίου ως μηχανικός προϊστάμενος στους γερανούς.
Πέθανε στις 3 Οκτώβρη του 2011, στα 96 του χρόνια, λες και ο Οκτώβρης τον είχε σημαδέψει: 17/10 γεννήθηκε, 28/10 γίνεται η επίθεση των Ιταλών στην Ελλάδα, 11/10 κόβει τον πυροδοτικό μηχανισμό και 3/10 φεύγει από τον μάταιο τούτο κόσμο!
Το ελληνικό κράτος είναι πάντοτε απόν. Έπρεπε να περάσουν 49 χρόνια για να βρεθεί ένας δήμαρχος, ο Νίκος Φιλάρετος, να του δώσει το απειροελάχιστο, μία τιμητική πλακέτα. Κι αυτή κατά σύμπτωση του αποδόθηκε την ημέρα της εθνικής εορτής στις 28 Οκτώβρη του 1993. Ο ίδιος δήμαρχος ο οποίος ήταν και πρόεδρος του παραρτήματος Σύρου της Πανελλήνιας Ένωσης Αγωνιστών Εθνικής Αντίστασης, πρότεινε στο αρμόδιο υπουργείο να αναγνωρίσουν την αντιστασιακή δράση του Ντ’ Αμπρόσιο, αλλά χωρίς κανένα αποτέλεσμα.
Επίσης με απίστευτη γρηγοράδα, μετά από σχεδόν… 80 χρόνια παραμονής στη χώρα μας, το ελληνικό κράτος, τη Δευτέρα 12 Μαΐου του 2008 απέδωσε την ελληνική υπηκοότητα στον Πιέτρο Ντ’ Αμπρόσιο. Πολλές προηγούμενες δημοτικές αρχές υποσχέθηκαν στην οικογένειά του το επίσης ελάχιστο, την ονομασία ενός δρόμου με το ονοματεπώνυμό του, πράγμα που δεν έγινε ποτέ.
Η άποψη μου ότι αυτό που θα έπρεπε να γίνει είναι, στο σημείο που έκοψε το καλώδιο, να έμπαινε επί της παραλίας η προτομή του, κι αν αυτό είναι τόσο κοστοβόρο (κανένα νούμερο δεν μπορεί να είναι εμπόδιο όταν οφείλεις να τιμήσεις έναν άνθρωπο που έσωσε την πόλη σου), ας έβαζαν μία μαρμάρινη πλάκα που να λέει τι έγινε σε αυτό το σημείο. Ο σημερινός δήμαρχος Σύρου – Ερμούπολης, Αλέξανδρος Αθανασίου, συμφώνησε ότι το αίτημα είναι δίκαιο και ότι θα εισηγηθεί στο δημοτικό συμβούλιο την υλοποίησή του. Ας ελπίσουμε να μην διαψευστεί όπως όλοι οι προηγούμενοι.
Όποιος τόπος δεν έχει μνήμη, δεν έχει μέλλον!
ΥΓ. Αυτό το άρθρο δεν θα γινόταν αν δεν με βοηθούσαν οι μαρτυρίες της μικρότερης κόρης του Πιέτρο Ντ’ Αμπρόσιο, Μαρίας Ζαχαράκη, το Γενικό Αρχείο Κυκλάδων (ΓΑΚ) και ιδιαίτερα ο Αντώνης Δούκας, η εφημερίδα «Λόγος» με τον εκδότη της Γιάννη Ρουσσουνέλο, καθώς και η Δημοτική Βιβλιοθήκη Ερμούπολης.
Διαβάστε περισσότερα
