Στις 19/4/1952, με αφορμή πρεμιέρα νέας παραγωγής της ΕΛΣ που είχε γίνει μία εβδομάδα νωρίτερα στο παλιό θέατρο «Ολύμπια», ο σοφός και πολυσπούδαχτος μουσικοκριτικός Μίνως Δούνιας (1900-1962) έγραφε στην εφημερίδα «Καθημερινή» για την όπερα «Διδώ» του Διονυσίου Λαυράγκα (1860-1941):
«Πιθανόν η “Διδώ” του Λαυράγκα να προδίδει, όπως λέγουν, ισχυρές επιδράσεις του δασκάλου του Μασσενέ. Ομως το γεγονός δεν αποτελεί αξιολογικό κριτήριο, διαπιστώνει απλώς ποιες είναι οι ρίζες του έργου. Αλλωστε κάθε δημιουργία κάπου έχει τις ρίζες της. Σημασία έχει ότι ο Λαυράγκας, χρησιμοποιώντας το ιδίωμα της διεθνούς μελοδραματικής παραγωγής γύρω από το 1900 -η “Διδώ” πρωτοπαίχθηκε το 1900-, μίλησε τη γλώσσα της καρδιάς. Μίλησε μια γλώσσα σαφή, άμεση, εκφραστική, μουσικώτατα οργανωμένη.
Από τους πρώτους ήχους της εισαγωγής μπαίνουμε στο νόημα. Μας συναρπάζει η ωραία ενορχήστρωσις και η εκλεκτικότης των αρμονικών συνδυασμών. Παρ’ ότι το έργο παρουσιάζει ισχνότατη δράση, η προσοχή μας δεσμεύεται από την πηγαία μελωδική έμπνευση και τη λογική συνέπεια των μουσικών ιδεών, συνέπεια η οποία δεν ανακόπτεται πουθενά από φλύαρα επεισόδια. Το φωνητικό μέρος του Αινεία είναι κρατημένο πέρα ώς πέρα σε αξιολογότατο ύψος. Η Διδώ, ένας ρόλος κάπως ωχρά σκιαγραφημένος, μπορεί να σταθεί μόνο με μεγάλη υποκριτική τέχνη, ιδίως στην επικίνδυνη τελική σκηνή του εμπρησμού και της αυτοκαταστροφής (…)».
Λαυράγκας, Ελληνική Σουίτα
Σήμερα είμαστε υποχρεωμένοι να παραδεχτούμε ότι, παρά τη μείζονα συμβολή του στην εξέλιξη της ελληνικής μουσικής ζωής, ο Λαυράγκας δεν έγινε ποτέ ευρύτερα γνωστός ως συνθέτης, καθώς τα έργα του δεν παρουσιάζονται από τους ελληνικούς θεσμούς και επιπλέον καθυστέρησαν υπερβολικά να ενταχθούν στη δισκογραφία, ώστε να γίνουν κοινό κτήμα.
Ετσι, τα συναντάμε έχοντας ήδη γνώση της διεθνούς εργογραφίας της εποχής του Λαυράγκα (Μασνέ, Ρ. Στράους κ.ά.), μέσα από σκηνικές παραγωγές και ηχογραφήσεις. Αυτό μοιραία προκαλεί μείζονα αδικία και ατυχία καθώς τα γνωρίζουμε έχοντας δυσλειτουργικά πρωθύστερη γνώση της διεθνούς παραγωγής.
Πρόσφατα κυκλοφόρησε η ηχογράφηση της «Διδούς» υπό τον Βύρωνα Φιδετζή ακριβώς 75 χρόνια μετά την κριτική του Δούνια και -φευ!- 117 από το πρώτο της ανέβασμα στο προ πολλού κατεδαφισμένο Δημοτικό Θέατρο της Αθήνας. Η ανίατη φτώχεια μέσων, η μικροψυχία και η κακιά μοίρα της ελληνικής μουσικής συνεργάστηκαν στενά στη λειψή διατήρηση του μουσικού υλικού. Ετσι, για να εκτελεστεί και να ηχογραφηθεί σήμερα το έργο χρειάστηκε να προηγηθεί διαδικασία δραστικής αποκατάστασής του από τον αρχιμουσικό Βύρωνα Φιδετζή. Ακούγοντας την ηχογράφηση συνειδητοποιεί κανείς πρώτα απ’ όλα το προφανές στίγμα της απλουστευμένης απήχησης της μουσικής του Μασνέ στο πεδίο της μουσικής ζωής της βαλκανικής Αθήνας.
Η «Διδώ» θα ήθελε να ήταν μία «Θαΐς», όμως ούτε ο Πολύβιος Δημητρακόπουλος αντλεί από έναν Ανατόλ Φρανς ούτε ο Λαυράγκας είναι κοινωνός και επίγονος -πώς θα μπορούσε άλλωστε!- μιας μουσικής κληρονομιάς με βάθος όπως η γαλλική. Η δε Ελλάδα της μπελ επόκ απέχει από τη Γαλλία πολύ περισσότερο από απλώς 3.000 χιλιόμετρα στον οδικό χάρτη. Μοιραία και φυσικά, στ’ αυτιά ενός ενημερωμένου, σύγχρονου φιλόμουσου όλα στη «Διδώ» ηχούν περασμένα από περιοριστικά φίλτρα χρονικών και εξελικτικών αποστάσεων. Ωστόσο, ασυζητητί αξίζει και οφείλει κανείς να τη γνωρίσει ώστε να γεφυρώσει βιωματικά μείζονα κενά πολιτισμικής αυτογνωσίας: η όπερα είναι η τέχνη της συναισθηματικής αρχαιολογίας!
Αποτελούμενη από τρία CDs η παρούσα έκδοση της Melism περιλαμβάνει εκτός από ολόκληρη τη «Διδώ» και σωζόμενα συμφωνικά έργα του Λαυράγκα: κυρίως, όμως, τις δύο «Ελληνικές σουίτες» (1902, 1922), που συνεισέφεραν αποφασιστικά στην υλοποίηση της Ελληνικής Εθνικής Σχολής, αλλά και τη «Μικρή σουίτα» (1913/1919) και τα δύο «Λυρικά ιντερμέτζι» (1885, 1924) για ορχήστρα εγχόρδων και άρπα. Πώς είναι το ακρόαμα; Οι εκτελέσεις με την Ορχήστρα Φιλαρμόνια, τη Χορωδία του Δήμου Αθηναίων και Ελληνες μονωδούς υπό τον Φιδετζή είναι καλές, η διανομή στη «Διδώ» φανερά όχι ιδανική, ωστόσο οι ερμηνείες των συμφωνικών έργων προβάλλουν εντυπωσιακά καλές -ένθεν χρήσιμες!- από κάθε άποψη. Η ψηφιακή, στερεοφωνική ηχογράφηση της όπερας πάσχει τοπικά, ειδικά όπου συμμετέχει χορωδία. Εξαιρετικά μεστό σε πληροφορία το δίγλωσσο, πολυσέλιδο συνοδευτικό φυλλάδιο.
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
