Τελευταία νέα
Θεσσαλονίκη: Ο Ματ Χάγκενγκρουμπερ νέος γενικός πρόξενος των ΗΠΑ – Από τη δημοσιογραφία στη διπλωματία Πειραιάς: Μηχανική βλάβη σε πλοίο – Δεν εκτελέστηκε το δρομολόγιο για Αίγινα και Αγκίστρι Μπαράζ γυναικοκτονιών στην Ιταλία: Σημειώθηκαν 6 νέοι φόνοι μέσα σε 5 μόλις μέρες Σαλαμίνα: Συγκλονιστική περιγραφή ζευγαριού για τη μάχη με τις φλόγες – «Χωρίς τα ζώα μου δεν φεύγω» [βίντεο] «Χρυσώνεται» ο Τομ Χόλαντ: Θα πάρει 100 εκατ. δολάρια για τη νέα ταινία του Spider-Man που γνωρίζει τεράστια εμπορική επιτυχία Ο Ματ Χάγκενγκρουμπερ νέος γενικός πρόξενος των ΗΠΑ στη Θεσσαλονίκη Γαλλία: Επιπλέον 1.243 θάνατοι στη χώρα κατά τη διάρκεια των κυμάτων καύσωνα του Ιουλίου Νάταλι Χαρπ: Η πολυσυζητημένη συνεργάτις του Τραμπ που κρύφτηκε ακόμη και σε πορτμπαγκάζ για να είναι κοντά του Ρωσία: Φρικτός θάνατος 29χρονης κατασκηνώτριας από αρκούδα στην οροσειρά Αλτάι Μεσολόγγι: Συλλήψεις για ξυλοδαρμό και απειλές κατά 16χρονου Ουκρανία: Νέο κρούσμα διαφθοράς φέρνει μπελάδες στον Ζελένσκι – Αποπέμφθηκε αξιωματούχος του προεδρικού γραφείου Δούκας: Προχωράμε σε ένα μεγάλο πρόγραμμα αναβάθμισης των σχολικών κτηρίων μας
Efsyn.gr

Υπουργείο Οικονομικών για την πρόωρη αποπληρωμή χρέους: Ωφελεί τους πολίτες – Η αντιπολίτευση μεμψιμοιρεί

Τη θέση ότι όσο μειώνεται το χρέος, τόσο μεγαλώνει το όφελος για τους πολίτες εξέφρασε το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών σε ανακοίνωσή του, στην οποία κάνει λόγο για μεμψιμοιρία της αντιπολίτευσης και αντιτείνει ότι «απαντούν οι αριθμοί», σχετικά με το ζήτημα της αμφιλεγόμενης επικείμενης πρόωρης αποπληρωμής της επόμενης δόσης του δημοσίου χρέους.
Η ανακοίνωση αναφέρει ότι λόγω της πρόωρης αποπληρωμής παλαιών δανείων, το συνολικό όφελος κατά τη διάρκεια των επτά τελευταίων ετών ανέρχεται σε τουλάχιστον 2,6 δισ. ευρώ.
Το υπουργείο τονίζει: «Η κριτική της αντιπολίτευσης για την πολιτική μείωσης του δημόσιου χρέους θα μπορούσε να θεωρηθεί παράδοξη, αν δεν ήταν τόσο αποκαλυπτική. Προέρχεται από πολιτικές δυνάμεις που κυβέρνησαν τη χώρα, συνέβαλαν στην εκτόξευση του χρέους, έπαιξαν ρόλο στο να οδηγηθεί η Ελλάδα στα μνημόνια και υποθήκευσαν για δεκαετίες το εισόδημα και τις επιλογές των επόμενων γενεών. Εκείνοι που άφησαν στους πολίτες έναν τεράστιο λογαριασμό εμφανίζονται σήμερα να εγκαλούν την κυβέρνηση επειδή τον μειώνει. Δεν έμαθαν τίποτα, δεν ξέχασαν τίποτα».
Στην ανακοίνωση του υπουργείου αναφέρεται ότι «οι Έλληνες πλήρωσαν πολύ ακριβά την εποχή που το πολιτικό σύστημα μετέφερε διαρκώς το κόστος των επιλογών του στο μέλλον. Η κυβέρνηση ακολουθεί την αντίθετη πορεία. Μειώνει ταχύτερα το δημόσιο χρέος, περιορίζει τις δαπάνες για τόκους, ενισχύει την ανθεκτικότητα της χώρας απέναντι σε μελλοντικές κρίσεις και δημιουργεί δημοσιονομικό χώρο προς όφελος της κοινωνίας. Δεν φορτώνει το μέλλον με νέα βάρη. Μειώνει εκείνα που κληρονόμησε από το παρελθόν. Και δεν θα κουραστούμε να το επαναλαμβάνουμε: δεν θα περάσουμε τον λογαριασμό στα παιδιά μας και στις επόμενες γενιές».
Σχολιάζοντας ότι «η αντιπολίτευση μεμψιμοιρεί, οι αριθμοί απαντούν», το υπουργείο τονίζει:

«Το συνολικό ποσό των πρόωρων αποπληρωμών δημοσίου χρέους για το 2026 αναμένεται να ανέλθει σε περίπου 12,84 δισ. ευρώ.
Το ποσό αυτό αφορά στην αποπληρωμή των διμερών δανείων του GLF, που έλαβε η χώρα τον Ιούνιο 2026, ύψους περίπου 6,94 δισ. ευρώ, τη μείωση του ύψους των εντόκων γραμματίων του ελληνικού δημοσίου κατά 1,2 δισ. ευρώ, την επικείμενη πρόωρη εξόφληση δανείων του EFSF ύψους 2,5 δισ. ευρώ, καθώς και την επικείμενη πρόωρη εξόφληση ομολογιακού δανείου του ελληνικού δημοσίου ύψους περίπου 2,2 δισ. ευρώ, λήξης Δεκεμβρίου 2027.
Η αποπληρωμή του χρέους αποτελεί χρηματοοικονομική, δηλαδή ταμειακή συναλλαγή και όχι δημοσιονομική, καθώς απομειώνει μελλοντικές υποχρεώσεις της χώρας. Σύμφωνα με τους κανόνες της Eurostat, η χρηματοοικονομική συναλλαγή είναι συναλλαγή που δεν προσμετράται ούτε στο πρωτογενές πλεόνασμα, ούτε στο συνολικό έλλειμμα, ούτε στους στόχους δαπανών. Αντίθετα, οι δημόσιες δαπάνες αποτελούν δημοσιονομικές συναλλαγές, οι οποίες και μειώνουν το πλεόνασμα ή αυξάνουν το συνολικό έλλειμμα, προσμετρώνται στον στόχο δαπανών και αυξάνουν επίσης το δημόσιο χρέος της χώρας. Συνεπώς η κριτική μέρους της αντιπολίτευσης ότι αυτά τα χρήματα θα μπορούσαν εναλλακτικά να δαπανηθούν, είναι εντελώς ανεδαφική.
Η μέση σταθμική διάρκεια του προαναφερόμενου προεξοφλούμενου δημόσιου χρέους ανέρχεται σε 7,1 έτη, ενώ το μέσο σταθμικό κόστος εξυπηρέτησής του ανέρχεται σε περίπου 2,9%.
Με δεδομένα τα παραπάνω στοιχεία, το ετήσιο όφελος που προκύπτει για το ελληνικό δημόσιο λόγω της μείωσης των δαπανών τόκων ανέρχεται σε περίπου 370 εκατ. ευρώ, ενώ ταυτόχρονα αξιοποιούνται τα πλεονάζοντα ταμειακά διαθέσιμα των οποίων οι αποδόσεις υπολείπονται κατά πολύ του μέσου κόστους εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους. Με τις ίδιες παραδοχές, το συνολικό όφελος κατά τη διάρκεια των 7 ετών ανέρχεται σε τουλάχιστον 2,6 δισ. ευρώ. Η μείωση του χρέους, εκτός από λιγότερα βάρη για τις επόμενες γενιές, σημαίνει και υψηλότερα δημοσιονομικά περιθώρια σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα για τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των Ελλήνων πολιτών.
Επιπλέον, με τις εν λόγω κινήσεις διαχείρισης χαρτοφυλακίου μειώνεται σημαντικά ο κίνδυνος αναχρηματοδότησης, διατηρείται η υψηλή μέση σταθμική διάρκεια του δημοσίου χρέους, αξιοποιούνται τα ταμειακά διαθέσιμα του ελληνικού δημοσίου, ενώ μειώνεται το δημόσιο χρέος τόσο ως απόλυτο μέγεθος, όσο και ως ποσοστό του ΑΕΠ.
Αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής είναι η φιλοδοξία της χώρας, από το τέλος του 2026 να μην είναι πια η πλέον υπερχρεωμένη χώρα της Ευρώπης, προς τα τέλη της τρέχουσας δεκαετίας να είναι η 4η χώρα με το μεγαλύτερο χρέος και όχι η 1η και, τέλος, προς τα μέσα της δεκαετίας του 2030, το ύψος του δημοσίου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ να «σπάσει» το φράγμα του 100%, που θεωρείται και το πρώτο σημείο ισορροπίας για τη βιωσιμότητά του.
Σύμφωνα με όλους τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας, η εν λόγω πολιτική διαχείρισης χρέους έχει φέρει απτά αποτελέσματα ως προς τη βελτίωση του αξιόχρεου της ελληνικής οικονομίας, ενώ η συνέχισή της αποτελεί βασικό κριτήριο για περαιτέρω αναβαθμίσεις.
Για όλους τους παραπάνω λόγους το κόστος δανεισμού του ελληνικού δημοσίου είναι πλέον σταθερά και επί μακρόν χαμηλότερο από εκείνο άλλων χωρών της ευρωζώνης, όπως, για παράδειγμα, της Ιταλίας κατά 13 μονάδες βάσης ή 0,13% ετησίως και της Γαλλίας κατά 17 μονάδες βάσης ή 0,17% ετησίως. Αυτό βοηθά τόσο το ελληνικό δημόσιο, όσο και τις ελληνικές επιχειρήσεις, να δανείζονται με χαμηλότερο κόστος έναντι των ανταγωνιστών τους, με προφανή θετικά αποτελέσματα για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας».

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...