Τελευταία νέα
Ανδρουλάκης κατά Μητσοτάκη για στεγαστικό: «Φαεινή ιδέα να το κάνει μπίζνα για τους εργολάβους» Καμπούρης: Στη ΓΑΔΑ Βολάνης, Κελεκίδου, Ζαζόπουλος, Καψάλης για την υπόθεση του ΕΦΚΑ Κουφονικολάου: «Η κυβέρνηση ακολουθεί τη ζημιογόνα τακτική του δεδομένου συμμάχου – Να μας παρουσιάσει το κέρδος των συμμαχιών για τη χώρα» Ισραήλ: Τρία χρόνια από την πολύνεκρη επίθεση της 7ης Οκτωβρίου – Εκδηλώσεις μνήμης σε όλη τη χώρα [εικόνες – βίντεο] Χάρης Δούκας στο Συνέδριο του Βήματος: “Περίπου 40.000 κατοικίες στην Αθήνα παραμένουν χωρίς χρήση” Μητσοτάκης από MED9: Στήριξη πολιτών και επιχειρήσεων για την ακρίβεια στην ενέργεια Πέθανε ο γιατρός Ανδρέας Στεφόπουλος – Η ανακοίνωση της ΕΛΑΣ Τσίπρας για Ρούμπιο: «Παρουσιάζεται σαν Πόντιος Πιλάτος στο θέμα του καλωδίου» – Δείτε live Ανατροπή στην Σούδα: Φωτογράφος γάμου η Αμερικανίδα που συνέλαβαν για κατασκοπεία ΠΑΣΟΚ: Προ των πυλών η Μυρτώ Κοροβέση – Σε ποια περιφέρεια μπορεί να κατέβει Γαλλία: Μέτρα από την αστυνομία μετά τον ακρωτηριασμό μαθητή από κρότου λάμψης – «Του έκλεψαν τη ζωή» καταγγέλλει η μητέρα Δένδιας – Ρούμπιο: Υπεγράφη συμφωνία των Ενόπλων Δυνάμεων με την Εθνοφρουρά της Φλόριντα
Thefaq.gr

13 δισ. ευρώ στους δανειστές και θριαμβολογίες στο Μαξίμου – αλλά ποιος πληρώνει τελικά τον λογαριασμό της «επιτυχίας» Μητσοτάκη;

Η κυβέρνηση πανηγυρίζει για την πρόωρη αποπληρωμή χρέους ύψους 13 δισ. ευρώ, παρουσιάζοντάς την ως ακόμη μία απόδειξη ότι η Ελλάδα γύρισε σελίδα και ότι το οικονομικό «θαύμα» της περιόδου Μητσοτάκη συνεχίζεται. Ο πρωθυπουργός αισθάνεται περήφανος για τους αριθμούς που παρουσιάζει στις διεθνείς συνόδους. Μόνο που υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα: πίσω από τους αριθμούς υπάρχουν άνθρωποι.

Γιατί μπορεί η κυβέρνηση να μετράει δισεκατομμύρια που επιστρέφονται πρόωρα στους δανειστές, όμως οι πολίτες μετρούν λογαριασμούς, ενοίκια, τρόφιμα και φόρους. Και η εικόνα της Ελλάδας στην καθημερινότητα δεν είναι ακριβώς αυτή που περιγράφεται στα κυβερνητικά πανηγύρια.
Το ποσοστό των Ελλήνων που, ακόμη και μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις, βρίσκονται κάτω από το κατώφλι της φτώχειας αυξήθηκε στο 19,6% το 2025, από 17,9% το 2019. Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε όρους αγοραστικής δύναμης παραμένει στις τελευταίες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δηλαδή, την ώρα που το Μέγαρο Μαξίμου πανηγυρίζει για τη δημοσιονομική «αριστεία», ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας εξακολουθεί να παλεύει για να βγάλει τον μήνα.
Από το 2019 μέχρι σήμερα η Ελλάδα έχει προχωρήσει σε πρόωρες αποπληρωμές δανείων περίπου 36 δισ. ευρώ. Μόνο φέτος, σύμφωνα με τον σχεδιασμό της κυβέρνησης, το ποσό φτάνει περίπου τα 13 δισ. ευρώ: 6,94 δισ. ευρώ έχουν ήδη αποπληρωθεί, ενώ ακολουθούν πληρωμές προς τον EFSF, πρόωρη εξόφληση ομολόγου και μείωση των εντόκων γραμματίων.
Η κυβέρνηση θα πει ότι έτσι εξοικονομούνται πάνω από 2 δισ. ευρώ σε τόκους. Σωστά. Κανείς δεν ισχυρίζεται ότι οι τόκοι είναι ευλογία. Το ερώτημα είναι άλλο: τι θα γινόταν αν ένα σημαντικό μέρος αυτών των χρημάτων είχε κατευθυνθεί στην ανάπτυξη μιας χώρας που κουβαλά ακόμη τεράστιο επενδυτικό έλλειμμα;
Γιατί εδώ βρίσκεται η μεγάλη πολιτική απάτη της συζήτησης: παρουσιάζεται ως μονόδρομος αυτό που στην πραγματικότητα είναι πολιτική επιλογή.
Τα 36 δισ. ευρώ δεν εξαφανίστηκαν. Κατευθύνθηκαν στην πρόωρη εξυπηρέτηση του χρέους. Θα μπορούσαν, όμως, να είχαν αποτελέσει καύσιμο για νοσοκομεία, σχολεία, δρόμους, σιδηροδρόμους, ενεργειακά δίκτυα, κοινωνικές κατοικίες, μειώσεις φόρων και ουσιαστική στήριξη των εισοδημάτων. Θα μπορούσαν να είχαν πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα στην οικονομία.
Και αυτό είναι το πραγματικό opportunity cost: όχι ένας ακαδημαϊκός όρος για παρουσιάσεις στο Columbia, αλλά τα έργα που δεν έγιναν, οι επενδύσεις που δεν πραγματοποιήθηκαν, οι μισθοί που δεν αυξήθηκαν αρκετά και η κοινωνική πολιτική που περιορίστηκε σε επιδόματα και προσωρινά μέτρα.
Η Ελλάδα βγήκε από τα μνημόνια με ένα τεράστιο επενδυτικό κενό. Το λογικό θα ήταν να αξιοποιήσει την επιστροφή στη δημοσιονομική κανονικότητα για να πραγματοποιήσει ένα παραγωγικό άλμα. Αντί γι’ αυτό, η ανάπτυξη κινείται σε πολύ πιο συγκρατημένους ρυθμούς από εκείνους που θα δικαιολογούσε το μέγεθος των αναγκών της χώρας.
Και κάπου εδώ εμφανίζεται το κυβερνητικό αφήγημα περί «επιτυχίας».
Πρόκειται για μια εξαιρετικά βολική επιτυχία: οι αριθμοί του χρέους βελτιώνονται, οι αγορές χαμογελούν, οι διεθνείς οίκοι χειροκροτούν και ο πρωθυπουργός μπορεί να εμφανίζεται στις ευρωπαϊκές συνόδους ως ο μαθητής που έκανε επιτέλους τα μαθήματά του. Μόνο που στην κοινωνία το χειροκρότημα είναι πολύ πιο χλιαρό.
Γιατί η ίδια κυβέρνηση που πανηγυρίζει ότι ξεπληρώνει 13 δισ. ευρώ πρέπει να εξηγήσει πώς χρηματοδοτεί αυτή την πολιτική, ενώ οι κρατικοί προϋπολογισμοί των προηγούμενων ετών εμφάνισαν σημαντικά ελλείμματα και ενώ το ονομαστικό δημόσιο χρέος έχει αυξηθεί σε σχέση με το 2019.
Εδώ αρχίζει το ενδιαφέρον κομμάτι του κυβερνητικού «μαγικού» κόλπου. Το κράτος διαχειρίζεται τα διαθέσιμα των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, αξιοποιεί βραχυπρόθεσμες χρηματοδοτήσεις και repos και παράλληλα διατηρεί ένα τεράστιο απόθεμα ρευστότητας. Η εικόνα, επομένως, είναι πολύ πιο σύνθετη από το απλοϊκό «βρήκαμε τα λεφτά και ξεπληρώσαμε τους δανειστές».
Και φυσικά υπάρχει και το περίφημο «μαξιλάρι» του 2019.
Η κυβέρνηση μπορεί να επιμένει ότι το μαξιλάρι παραμένει. Μόνο που άλλο τα διαθέσιμα του Δημοσίου και άλλο η ειδική χρηματοδοτική δικλείδα ασφαλείας που είχε δημιουργηθεί μετά την έξοδο από το πρόγραμμα. Το να παρουσιάζονται όλα αυτά σαν ένα ενιαίο σακούλι με 40 δισ. ευρώ έτοιμα για κάθε χρήση είναι περισσότερο επικοινωνιακό τέχνασμα παρά σοβαρή δημοσιονομική ανάλυση.
Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να διατηρεί ένα εξαιρετικά υψηλό απόθεμα ρευστότητας ως ποσοστό του ΑΕΠ. Η κυβέρνηση το παρουσιάζει ως «ασπίδα» απέναντι σε μελλοντικές κρίσεις. Και σωστά: μια χώρα που έζησε την κρίση χρέους δεν έχει την πολυτέλεια να μείνει χωρίς αποθέματα.
Αλλά τότε ας συμφωνήσουμε σε κάτι απλό: δεν γίνεται την ίδια στιγμή να πανηγυρίζεις για τη δημοσιονομική σου «μαεστρία» και να αποφεύγεις να συζητήσεις πόσο μεγάλο είναι το κόστος ευκαιρίας αυτής της επιλογής.
Γιατί τελικά η κυβέρνηση έχει καταφέρει κάτι πραγματικά εντυπωσιακό: να παρουσιάζει ως απόλυτη οικονομική επιτυχία μια πολιτική όπου το κράτος εξοφλεί πρόωρα δάνεια, διατηρεί τεράστια ταμειακά αποθέματα, συνεχίζει να δανείζεται και ταυτόχρονα ένα σημαντικό τμήμα της κοινωνίας δυσκολεύεται να ανταποκριθεί στο κόστος ζωής.
Αυτό δεν είναι απαραίτητα «θαύμα». Είναι μια συγκεκριμένη πολιτική προτεραιότητα.
Και η προτεραιότητα αυτή είναι απολύτως σαφής: πρώτα οι δείκτες, μετά οι αγορές, μετά η εικόνα της χώρας στους ευρωπαϊκούς διαδρόμους και κάπου στο τέλος ο πολίτης που ανοίγει το πορτοφόλι του.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης μπορεί λοιπόν να συνεχίσει να εμφανίζεται ως ο πρωθυπουργός που «έβαλε την Ελλάδα σε τάξη». Έχει κάθε δικαίωμα να πανηγυρίζει για κάθε δισεκατομμύριο που μειώνει από το χρέος.
Οι πολίτες, όμως, έχουν εξίσου κάθε δικαίωμα να κάνουν μια πολύ πιο απλή ερώτηση:
Αν η οικονομία πηγαίνει τόσο καλά, γιατί τόσο πολλοί Έλληνες δεν το αισθάνονται στην τσέπη τους;
Γιατί εκεί, και όχι στα κυβερνητικά PowerPoint, κρίνεται τελικά αν υπάρχει πραγματική ανάπτυξη ή απλώς μια πολύ καλοστημένη λογιστική επιτυχία.

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...