Τελευταία νέα
Πυρκαγιά στον Βοτανικό Κήπο Χαϊδαρίου: Συνελήφθη 54χρονος για εμπρησμό από αμέλεια Βόλος: Συνελήφθη 50χρονος εργοδότης – Τον κατήγγειλε 30χρονη υπάλληλος για απόπειρα βιασμού Στο ξενοδοχείο χωρίς τα παιδιά: Χρυσωρυχείο στην ΕΕ οι τουριστικές υπηρεσίες «μόνο για ενήλικες» Ο Νετανιάχου καταγγέλλει το Ιράν: «Προσπάθησε να δολοφονήσει έναν από τους γιους μου» Μύκονος: Οι διάλογοι που «έκαψαν» το κύκλωμα ναρκωτικών – Το «λαχματζούν» και η αναφορά στον Ερντογάν Ντοκιμαντέρ για τη Γάζα στο Φεστιβάλ Βενετίας – Θέμα του η σφαγή αμάχων από το Ισραήλ Ο Ζελέσνκι ζητάει από τους συμμάχους την κάλυψη κενού 27 δισ. ευρώ για τις αμυντικές ανάγκες της Ουκρανίας το 2026 Κυρώσεις Μπέσεντ κατά Ιράν: «Θα κόψουμε κάθε γραμμή ζωής που το στηρίζει» – Τελεσίγραφο σε τρίτες χώρες Υποχρηματοδότηση φαρμάκων: Ποιες νέες θεραπείες από το εξωτερικό δεν φτάνουν ποτέ στον Ελληνα ασθενή Παγκόσμιο δέος: Οι Ρώσοι πυρπόλησαν το Κίεβο εν μέσω επίσκεψης του Γερμανού ΥΠΕΞ Wadephul – Πανικός Merz, κόλαφος η Zakharova Η εξομολόγηση της Στέλλας Κυριακίδου: Διαγνώστηκα με καρκίνο – «Μέρος της ζωής μου, αλλά δεν την καθορίζει» Εμπρησμός «μυστήριο» σε φαρμακείο στη Βλαχέρνα Αρκαδίας – Άγνωστοι του έβαλαν φωτιά μέσα στη νύχτα [εικόνες – βίντεο]
Efsyn.gr

«Λυσιστράτη» ΚΘΒΕ: Διασώζοντας το μήνυμα ειρήνης του Αριστοφάνη

Είναι αυτός ο πρώτος και μόνος Αριστοφάνης της Επιδαύρου που θα έχει τη χαρά να σχολιάσει η παρούσα στήλη αυτό το καλοκαίρι, καθώς η προηγούμενη «Ειρήνη» του Εθνικού ατύχησε, ως γνωστόν, με την αιφνίδια βροχή που διέκοψε την πρεμιέρα της.
Είναι όμως και ο πρώτος Αριστοφάνης που βλέπουμε έπειτα από καιρό και για τον οποίο μπορούμε να πούμε πως, με όλες τις αναμενόμενες πια δραματουργικές παρεμβάσεις στο αρχαίο κείμενο επί το θεατρικά εγγύτερον και προσφιλέστερον, παραμένει τέλος πάντων Αριστοφάνης. Κι αυτό δεν είναι λίγο. Γιατί η «Λυσιστράτη» του ΚΘΒΕ, μέσα από τη διασκευή και τη σκηνοθεσία του Αστέριου Πελτέκη, ακουμπά στον πυρήνα του αρχικού έργου, μεταφέρει στη σκηνή κάτι από την ποιητική και φιλοσοφική του φλέβα και διασώζει, χάρη στη δαιμόνια μετάφραση του Κωνσταντίνου Μπούρα, κάτι από τη γλωσσική ευδαιμονία του πρωτότυπου.
Η «Λυσιστράτη» του ΚΘΒΕ μοιάζει μάλιστα να επαναφέρει προγραμματικά ό,τι επιχειρούσε ίσως και το ίδιο το έργο στην εποχή του: να υπενθυμίσει πως υπάρχουν πολλοί και καλοί λόγοι για να ζεις. Και πως αν κανείς κατορθώσει να ανακόψει την εντροπία του πολέμου έστω για λίγο, τόσο ώστε οι άνθρωποι να αντιληφθούν ξανά τι χάνουν εγκλωβισμένοι στη δίνη του, τότε η πολυπόθητη Ειρήνη μπορεί να έρθει με τον τρόπο της άνοιξης: σαν επανάσταση της θέλησης για ζωή.
Με αυτό το βλέμμα επόμενο είναι να δούμε στην ορχήστρα της Επιδαύρου τα πάντα να ενώνονται και να συμμετέχουν στον αγώνα της Λυσιστράτης. Η παράσταση ξεκινά από το κοίλον, με ζευγάρια να κατεβαίνουν καβγαδίζοντας (ευχάριστος αιφνιδιασμός που θύμισε την παλιότερη αρχή της «Λυσιστράτης» από τον Γιάννη Κακλέα). Επειτα ένα αερόστατο ανεβαίνει στον ουρανό, σημάδι πως από τα ερείπια μπορεί ακόμη να υψωθεί φως σωτηρίας. Κι αμέσως μετά αρχίζει το πανηγύρι.
Σε αυτό συμμετέχουν οι πάντες, θεοί και άνθρωποι, όλα τα στρατόπεδα του πολέμου, το χθες και το σήμερα, ακόμα και η Πυθία, που, χάριν εκσυγχρονισμού, ακούει πια στο όνομα Πυθί-ΑΙ! Από κοντά Ευνούχοι, Δούλοι και Αθηναίοι Γέροντες, δίπλα σε Μάντηδες που σχολιάζουν με κάτι από το ύφος του Μπέκετ και του παλιού εκείνου διδύμου τού «Εκείνος κι Εκείνος». Ολα βρίσκονται εδώ όχι ακριβώς ανακατεμένα, όσο διάσπαρτα, πολύχρωμα και ζωντανά, αίσθηση στην οποία συμβάλλουν καθοριστικά τα κοστούμια του Νίκου Χαρλαύτη. Σαν λουλούδια που φυτρώνουν ανάμεσα στα ερείπια μιας βομβαρδισμένης λουτρόπολης, όπως την έχει στήσει σκηνικά η Φρόσω Λύτρα, και απλώνονται γύρω από το ρείθρο ενός παλιού, κατεστραμμένου σιντριβανιού, εμφανίζονται οι Γυναίκες.
Η ιστορία γνωστή: η Λυσιστράτη θα τις πείσει να γίνουν οι ίδιες ένα αληθινά απίθανο ομοιοπαθητικό φάρμακο κατά του πολέμου. Αφού οι εχθροπραξίες έχουν αναστείλει την αληθινή ζωή, εκείνες θα προχωρήσουν ακόμα βαθύτερα: Θα στερήσουν από τους άνδρες τους κάτι τόσο φυσικό και δεδομένο, ώστε το σοκ της απουσίας να ξυπνήσει τους τελευταίους από τον λήθαργο. Θα απαντήσουν με άλλα λόγια στη στέρηση του σώματος που επιβάλλει ο πόλεμος με μιαν άλλη στέρηση, οικειοθελή αυτή τη φορά και στραμμένη εναντίον του.
Δεν μένουν όμως εκεί. Προχωρούν σε μια δεύτερη, πολύ πιο απροκάλυπτα πολιτική πράξη. Στερούν από την πόλη το ταμείο της, καταλαμβάνοντας το θησαυροφυλάκιό της. Εδώ πια δεν έχουμε τις γυναίκες στον συμβατικό ρόλο που τους επιφυλάσσει η πόλη, αλλά αγωνίστριες που δεν θα διστάσουν να τα βάλουν ακόμα και με τους φύλακες για να υπερασπιστούν την επανάστασή τους. Η αλήθεια είναι πως αυτή η δεύτερη ενέργεια συχνά σκιάζεται από την πιο πιπεράτη απόφαση να αναστείλουν τα ερωτικά τους καθήκοντα. Κι όμως, η κατάληψη του ταμείου είναι μια εξίσου τολμηρή και πολιτικά πολύ πιο άμεση πράξη: χτυπά τον πόλεμο εκεί όπου αυτός πραγματικά συντηρείται, στους οικονομικούς πόρους που τον τροφοδοτούν.
Στην ορχήστρα βρισκόταν μια αληθινά μπριλάντε κωμικός, η Ελισάβετ Κωνσταντινίδου
Σημειώνω τα παραπάνω όχι μόνο γιατί βρίσκονται κατά τη γνώμη μου στον πυρήνα της αριστοφανικής κωμωδίας, αλλά και γιατί είναι φανερό πως ο ίδιος ο σκηνοθέτης τα γνωρίζει και τα έχει λάβει υπόψη του στην ανάγνωσή του. Κι εδώ ακριβώς γεννιέται η πρώτη μου ένσταση. Αν η παράσταση αντιλαμβάνεται τόσο καθαρά την πολιτική τόλμη και τη δραστικότητα αυτών των γυναικών, γιατί επιμένει την ίδια στιγμή στη γνώριμη και μάλλον απαρχαιωμένη εικόνα της «γυναίκας σε οίστρο»; Γιατί επιστρέφει στα παλιά σκηνικά καμώματα της θηλυκότητας, που όχι μόνο δεν κολακεύουν το φύλο τους, αλλά ξαναβάζουν από το παράθυρο τον σεξισμό που θέλουμε να διώξουμε από την πόρτα;
Αυτή η εκδοχή του θηλυκού έρχεται από μακριά, από το μπουρλέσκ, την επιθεώρηση και το καμπαρέ του Μεσοπολέμου, από έναν ολόκληρο κώδικα χειρονομιών, λικνισμάτων και υπονοούμενων που δύσκολα μπορεί πλέον να συνομιλήσει με τη σεξουαλικότητα των σημερινών γυναικών. Γνωρίζω βέβαια πως το ευρύ κοινό αναγνωρίζει αμέσως τον κώδικα και γελά. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως η σκηνή οφείλει να συνεχίσει να τον αναπαράγει. Κάποια στιγμή θα πρέπει να αναρωτηθούμε με ποιον τρόπο μπορούμε να γελάσουμε με το φύλο και τη σεξουαλικότητα χωρίς να επιστρατεύουμε ξανά τα στερεότυπα που υποτίθεται πως έχουμε αφήσει πίσω μας.
Ενα δεύτερο σημείο στο οποίο αξίζει να σταθεί η κριτική αφορά την πληθωρική, μέχρι κορεσμού, χρήση της σεξουαλικής και βωμολοχικής φρασεολογίας. Ναι, Αριστοφάνης είναι αυτός, το ξέρω… Μα το ζήτημα εδώ δεν είναι η τόλμη της γλώσσας, αλλά η χρήση της. Γιατί η αριστοφανική αισχρολογία δεν είναι προφανώς ένα αδιάκοπο γαϊτανάκι από σεξουαλικά υπονοούμενα και βωμολοχίες· είναι ένας κωμικός μηχανισμός που αιφνιδιάζει, ανατρέπει, προσβάλλει δημιουργικά την τάξη των πραγμάτων και, ακριβώς γι’ αυτό, απαιτεί μέτρο ακόμα και στην υπερβολή του. Οταν όμως οι σκατολογίες επαναλαμβάνονται, η πρόκληση μοιραία εξαντλείται και στη βουή αδικείται τελικά η ευφυής γλωσσοπλαστική δεινότητα του μεταφραστή.
Ισως το δυσάρεστο αίσθημα κορεσμού να οφείλεται και στον συνολικό ρυθμό της παράστασης. Από την αρχή σχεδόν βρέθηκε σε διαρκές κρεσέντο, σε μια υψηλή ένταση από την οποία δεν κατέβηκε παρά ελάχιστα. Ελειψε η πολυπόθητη διακύμανση του τόνου που θα επέτρεπε στον θεατή να πάρει τις ανάσες του, αλλά και στην ίδια την κωμωδία να ξαναβρίσκει κάθε τόσο τη δύναμή της. Υπήρξαν άλλωστε και σκηνές με αρκετά παραγεμίσματα, που τραβούσαν περισσότερο απ’ όσο άντεχε το εύρημά τους.
Κι όλα αυτά ενώ στην ορχήστρα βρισκόταν μια αληθινά μπριλάντε κωμικός, η Ελισάβετ Κωνσταντινίδου, κοσμαγάπητη μέσα από την τηλεοπτική της εικόνα, αλλά και φυσική αγωγός της αριστοφανικής κωμωδίας. Η δική της Λυσιστράτη ήταν όσο έπρεπε γήινη, μια λαϊκή αγωνίστρια του ονείρου. Γύρω της ένας άριστα διδαγμένος θίασος άξιων ερμηνευτών, στα πρότυπα της υποκριτικής συνοχής που σταθερά υπηρετεί το κρατικό θέατρο της Θεσσαλονίκης. Ο Κρατερός Κατσούλης και η Κατερίνα Παπουτσάκη χάρισαν στο κοινό το απολαυστικό αρχαίο κωμικό «σκετς» του Κινησία και της Μυρρίνης, ενώ ο Κώστας Σάντας παρέδωσε έναν σημαίνοντα Μάντη, μια προσθήκη που ανοίγει το έργο σε σύγχρονες αναγνώσεις. Ο Γιάννης Χαρίσης, πάλι, ως Πρόβουλος, ξεχώρισε για την υπόκωφη εικόνα ερημωμένης μοναξιάς που άφησε να περάσει μέσα από έναν κατά τα άλλα αμιγώς κωμικό ρόλο. Χυμώδης και πληθωρική η Κλεονίκη της Αλεξάνδρας Παλαιολόγου.
Την όμορφη, αν και όχι αρκούντως ξεσηκωτική για ένα τέτοιο αριστοφανικό πανηγύρι, μουσική έγραψε ο Γιώργος Ανδρέου. Περισσότερο αδιόρατη, αντίθετα, έμεινε η χορογραφική συμβολή του Κωνσταντίνου Ρήγου, κι αυτό σε μια παράσταση που με τόση κίνηση, πλήθος και σωματική ενέργεια θα περίμενε κανείς να του προσφέρει προνομιακό πεδίο.
Ξεχωρίζω για το τέλος μια πολύ όμορφη σκηνή της παράστασης. Μία από τις γυναίκες βοηθά έναν άνδρα να βγάλει από το μάτι του «τη σκίπα» που τον ενοχλεί. Το κάνει με ένα φιλί. Κι ευθύς αυτός «βλέπει»: βλέπει έναν άλλο κόσμο, χωρίς εχθρούς και αντίπαλα στρατόπεδα, χωρίς αντίπαλα φύλα και φυλές. Εναν κόσμο ενωμένο, αγαπημένο και ταιριασμένο. Με όλες τις επιμέρους αντιρρήσεις η «Λυσιστράτη» του ΚΘΒΕ υπήρξε μια άκρως χαρούμενη, καλοκουρδισμένη και κεφάτη πρόταση. Και ήταν μαζί μια γενναία απόπειρα να ακουστεί ξανά ο Αριστοφάνης μέσα στον θόρυβο των βομβαρδισμών και των drones. Σαν μια επίμονη φωνή που εξακολουθεί να θυμίζει ότι υπάρχει πάντα η δυνατότητα μιας άλλης ζωής.

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...