Η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να έχει χαμηλή διεθνή ανταγωνιστικότητα. (Παρά τη διαφωνία μας υιοθετούμε την ανωτέρω επικρατούσα οικονομική άποψη που ουσιαστικά θεωρεί τα κυρίαρχα κράτη ως επιχειρήσεις – προφανώς η επικρατούσα άποψη είναι έμπλεα ιδεολογίας… Ειρήσθω εν παρόδω, μόνο για τις επιχειρήσεις μπορεί, με κάποιον πάντα μη ακριβή τρόπο, να τεκμηριωθεί η ανταγωνιστικότητα.)
Αυτό απορρέει από τα συνεχώς αυξανόμενα ελλείμματα του εμπορικού ισοζυγίου αλλά και του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών παρά τις αυξήσεις των εξαγωγών (αγαθών και υπηρεσιών).
Κατά την ΤτΕ (Νομισματική Εκθεση Ιούνιος 2026), ο ευρύτερος δείκτης πραγματικής σταθμισμένης συναλλαγματικής ισοτιμίας με βάση το σχετικό κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος στο σύνολο της οικονομίας (unit labour costs in the total economy – ULCT) κατέγραψε οριακή αύξηση (ανατίμηση) κατά 0,2% το 2025 σύμφωνα με την ΕΚΤ (παρόμοια μεταβολή 0,3% σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος), καθώς η αρνητική επίδραση της ανατίμησης του ευρώ αντισταθμίστηκε σχεδόν εξ ολοκλήρου από την ευνοϊκή για την Ελλάδα διαφορά στο μοναδιαίο κόστος εργασίας.
Για το 2025, η άνοδος του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος παρέμεινε χαμηλότερη για την Ελλάδα σε σχέση με τους εμπορικούς της εταίρους στο 2,3%, έναντι 3,1% για τη ζώνη του ευρώ και για την Ε.Ε., κυρίως λόγω του υψηλότερου ρυθμού αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας στην Ελλάδα (1,2%, έναντι 0,7% στην ευρωζώνη, προφανώς λόγω της αύξησης των επενδύσεων με πόρους του ΤΑΑ). Μάλιστα, ο σχετικός δείκτης έναντι μόνο των εμπορικών εταίρων στη ζώνη του ευρώ κατέγραψε βελτίωση εφόσον δεν επηρεάζεται αρνητικά από τη συναλλαγματική ισοτιμία του ευρώ.
Συνεπώς η διεθνής ανταγωνιστικότητα με βάση το σχετικό κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος καταφέρνει να διατηρείται σχετικά σταθερή λόγω της μεγαλύτερης συγκράτησης των μισθολογικών αποδοχών των Ελλήνων εργαζομένων σε σχέση με τους αντίστοιχους των κύριων εμπορικών εταίρων (ευρωπαϊκών χωρών).
Αυτό δείχνει ότι η συγκράτηση των μισθολογικών αποδοχών των εργαζομένων, που έχει αντικαταστήσει τη διολίσθηση του νομίσματος όταν υπήρχε εθνικό νόμισμα, είναι ένα συγκυριακό μέτρο και δεν έχει θετικές επιδράσεις στην αύξηση της μακροχρόνιας ανταγωνιστικότητας. Ομως στην Ελλάδα, το μέτρο αυτό έχει χρησιμοποιηθεί κατά κόρον την περίοδο των μνημονίων και συνεχίζεται καθ’ όλη τη διακυβέρνηση Μητσοτάκη, δημιουργώντας ψευδή συμπεράσματα για τη διεθνή ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας.
Το απλό συμπέρασμα είναι: Δεν μπορείς να είσαι ανταγωνιστικός εις βάρος των αμοιβών εργασίας, των δικαιωμάτων των εργαζομένων και των περιβαλλοντικών προτύπων, γιατί στον παγκοσμιοποιημένο κόσμο θα υπάρχει πάντα κάποιος που θα μειώνει περισσότερο.
Θέλω να τονίσω ότι η προσαρμογή της οικονομίας της χώρας, από τα Μνημόνια μέχρι και σήμερα, στηρίζεται στις χαμηλές αμοιβές εργασίας. Αυτές είναι απαραίτητες για τη στήριξη των εξαγωγών (αγαθών και υπηρεσιών) δεδομένου ότι η παραγωγικότητα παραμένει χαμηλή.
Οι επενδύσεις που ενσωματώνουν τεχνολογία και θα μπορούσαν να συνδράμουν στην αύξηση της παραγωγικότητας είναι περιορισμένες, οι περισσότερες κατευθύνονται σε ακίνητα, real estate, τουρισμό, χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες. Αντιθέτως, την τελευταία δεκαετία, η συνεισφορά του παραγωγικού συντελεστή της εργασίας (απασχόληση) στον πραγματικό ρυθμό μεγέθυνσης του ΑΕΠ είναι θετική και σημαντική, παρότι υποαμείβεται. Με απλά λόγια, η αυξημένη απασχόληση στηρίζει τη μεγέθυνση της ελληνικής οικονομίας.
Η παραπάνω εξέλιξη προφανώς συνάδει με τη χαμηλή παραγωγικότητα της οικονομίας. Η μεγάλη πλειονότητα των δημιουργούμενων θέσεων εργασίας είναι χαμηλής τεχνολογικής εξειδίκευσης, όπως άλλωστε και ο μεγάλος όγκος των επενδύσεων. Το μέλλον αυτού του υποδείγματος είναι προδιαγραμμένο: διεύρυνση των ανισοτήτων και συνεπώς δυσκολίες διευρυμένης αναπαραγωγής του ίδιου του κεφαλαίου, το οποίο για την ώρα στηρίζεται στον τουρισμό και στους πόρους του ΤΑΑ.
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
