Στο επίκεντρο της δημόσιας αντιπαράθεσης μπήκε ξανά τις τελευταίες ημέρες στις ΗΠΑ το ζήτημα της χρηματιστηριακής δραστηριότητας του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ.
Η πρόσφατη δήλωση «πόθεν έσχες» του Αμερικανού προέδρου αποκάλυψε ότι ο Ντόναλντ Τραμπ επένδυσε έως και 50.000 δολάρια στη SpaceX του Ιλον Μασκ τον περασμένο Ιούνιο, αποκτώντας μερίδιο σε έναν μεγάλο εργολήπτη της κυβέρνησής του, ο οποίος διοικείται από τον πρώην σύμβουλό του και πλουσιότερο άνθρωπο του κόσμου.
Σύμφωνα με τη δήλωση που υπέγραψε ο ίδιος στις 12 Αυγούστου και δημοσιοποιήθηκε στις 22 Αυγούστου, ο Τραμπ αγόρασε στις 23 Ιουνίου μετοχές της εταιρείας διαστημικής και τεχνητής νοημοσύνης του Μασκ αξίας μεταξύ 15.001 και 50.000 δολαρίων.
Η επένδυση του Τραμπ στη SpaceX πρόσθεσε έναν νέο οικονομικό δεσμό μεταξύ του Αμερικανού προέδρου και της πυραυλικής εταιρείας του Μασκ σε μια εποχή που η κυβέρνηση λαμβάνει αποφάσεις που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την τύχη της δεύτερης. Η SpaceX είναι ένας αμερικανικός στρατιωτικός εργολάβος και συχνά ζητά εγκρίσεις από ομοσπονδιακές υπηρεσίες. Μόλις την περασμένη Πέμπτη ο Τραμπ έδωσε, για παράδειγμα, εντολή στην ομάδα του να βοηθήσει στη δραστική αύξηση του αριθμού των εμπορικών διαστημικών εκτοξεύσεων στις ΗΠΑ, τομέα στον οποίο η SpaceX είναι κυρίαρχη.
Η αποκάλυψη ήρθε παράλληλα με τη δημοσιοποίηση έκθεσης των Δημοκρατικών στην Κοινή Οικονομική Επιτροπή του Κογκρέσου, στην οποία εκτιμάται ότι ο πλούτος του Τραμπ έχει αυξηθεί έως και 15,5 εκατομμύρια δολάρια από τον Ιανουάριο, χάρη στις επενδύσεις του σε μετοχές πετρελαίου και φυσικού αερίου, οι οποίες εκτοξεύτηκαν από τότε που ο πρόεδρος επιτέθηκε παράνομα στο Ιράν χωρίς την έγκριση του Κογκρέσου. Εξετάζοντας τις μετοχές ορυκτών καυσίμων που κατέχει ο πρόεδρος –συμπεριλαμβανομένων των μετοχών της Exxon Mobil, της Chevron και της Occidental Petroleum–, η έκθεση διαπίστωσε ότι η αξία τους έχει αυξηθεί κατά μέσο όρο 39% από την αρχή του έτους.
Η ανάλυση σημείωσε επίσης ότι ο Τραμπ αγόρασε επιπλέον μετοχές πετρελαίου και φυσικού αερίου αξίας 3,6 εκατ. δολαρίων στο πρώτο τρίμηνο του 2026, κάτι που του επέτρεψε να επωφεληθεί περαιτέρω από τον πόλεμο που ξεκίνησε. Ο πόλεμος έχει αυξήσει τις αξίες των εταιρειών ορυκτών καυσίμων. Από την άλλη πλευρά, όμως, έχει πλήξει άμεσα τους Αμερικανούς καταναλωτές που πληρώνουν ακριβότερα πετρέλαιο, ντίζελ, βενζίνη και λοιπά καύσιμα. Η έκθεση των Δημοκρατικών εκτίμησε ότι συνολικά «οι Αμερικανοί έχουν ξοδέψει επιπλέον 71,5 δισεκατομμύρια δολάρια για βενζίνη από την έναρξη του πολέμου του Τραμπ στο Ιράν, που σημαίνει κατά μέσο όρο 604 δολάρια σε πρόσθετο κόστος ανά νοικοκυριό».
Οι εν λόγω χρηματιστηριακές συναλλαγές του Τραμπ δεν είναι οι μοναδικές. Τα επίσημα στοιχεία από το Γραφείο Κυβερνητικής Δεοντολογίας των ΗΠΑ (OGE) αποκαλύπτουν μία άνευ προηγουμένου επενδυτική δραστηριότητα για εν ενεργεία πρόεδρο, με περισσότερες από 21.000 συναλλαγές το 2025, χιλιάδες ακόμα φέτος και πάνω από 1.000 μόνο τον Ιούνιο.
Οι συναλλαγές, αν και είναι νομικά επιτρεπτές υπό το ισχύον αμερικανικό δίκαιο, προκαλούν όπως είναι φυσικό έντονες ηθικές αντιδράσεις και πολιτικές αντιπαραθέσεις λόγω της πιθανής σύγκρουσης συμφερόντων και φαύλης διαχείρισης της κρατικής εξουσίας.
Η πλευρά του Λευκού Οίκου και του Ομίλου Τραμπ υπεραμύνεται των διαδικασιών, υποστηρίζοντας ότι όλες οι κινήσεις γίνονται θεσμικά, αυτοματοποιημένα και χωρίς καμία προσωπική παρέμβαση του προέδρου. Οι εκπρόσωποί του υποστηρίζουν ότι τα κεφάλαια τελούν υπό τη διαχείριση κορυφαίων, ανεξάρτητων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, όπως η JPMorgan, η Charles Schwab και η UBS. Οι αγοραπωλησίες, λένε, δεν εκτελούνται με εντολές του Τραμπ αλλά μέσω αυτοματοποιημένων υπολογιστικών μοντέλων που ακολουθούν τυφλά μεγάλους χρηματιστηριακούς δείκτες, όπως ο Schwab 1000.
Από την άλλη πλευρά, νομικοί, ακτιβιστές, ηθικολόγοι και πολιτικοί αντίπαλοι, με επικεφαλής στελέχη του Δημοκρατικού Κόμματος, όπως η γερουσιάστρια Ελίζαμπεθ Γουόρεν, αμφισβητούν έντονα την ηθική νομιμότητα αυτής της πρακτικής. Τονίζουν ότι τα περιουσιακά στοιχεία του προέδρου δεν έχουν τοποθετηθεί σε ένα πραγματικό «τυφλό καταπίστευμα» (blind trust) που θα διοικούνταν από έναν εντελώς άγνωστο και ανεξάρτητο επίτροπο.
Αντίθετα, βρίσκονται σε ένα ανακλητό καταπίστευμα (revocable trust), το οποίο επιβλέπεται από τον γιο του, Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ. Αυτή η δομή, σύμφωνα με τους επικριτές, δεν διασφαλίζει τον απαραίτητο στεγανό διαχωρισμό μεταξύ της κρατικής λήψης αποφάσεων και του προσωπικού πλουτισμού. Η χρονική σύμπτωση των συναλλαγών σε κρίσιμους κλάδους (τεχνολογία, άμυνα, ενέργεια) με σημαντικές κυβερνητικές αποφάσεις ή διεθνείς εξελίξεις, όπως ο πόλεμος στο Ιράν, εντείνει τις αμφιβολίες της κοινής γνώμης, ακόμα κι αν δεν μπορεί να αποδειχτεί νομικά η χρήση εσωτερικής πληροφόρησης.
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
