Η επανάληψη των συνομιλιών Ιράν – Ομάν για τη δημιουργία ενός προσωρινού θαλάσσιου διαδρόμου ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ οδήγησε σε αποκλιμάκωση των τιμών πετρελαίου χθες, ωστόσο η συνεχιζόμενη αντιπαράθεση Ιράν – ΗΠΑ δεν αφήνει πολλά περιθώρια αισιοδοξίας για μια μακροπρόθεσμη αποκατάσταση της ηρεμίας στις αγορές ενέργειας.
Οι τιμές του πετρελαίου κατέγραψαν χθες το μεσημέρι πτώση μεγαλύτερη του 3%, με το μπρεντ να υποχωρεί κάτω από τα 86 δολάρια και το αμερικανικό κάτω από τα 80 δολάρια ανά βαρέλι. Η αποκλιμάκωση τροφοδοτήθηκε από τις διπλωματικές επαφές μεταξύ του Ιράν και του Ομάν. Οι δύο χώρες ανακοίνωσαν ότι συζήτησαν «έναν κοινό προσωρινό διάδρομο ναυσιπλοΐας» μέσω του στενού και συμφώνησαν να τον καθαρίσουν από νάρκες. Ωστόσο, οι αναλυτές παραμένουν εξαιρετικά επιφυλακτικοί.
Το βασικό σημείο τριβής εστιάζεται στο γεγονός ότι η προσωρινή συμφωνία για τον θαλάσσιο διάδρομο, ο οποίος εκτείνεται σε πλάτος 7 μιλίων (περίπου 11,3 χιλιομέτρων), δεν συνεπάγεται το πλήρες και ελεύθερο άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ. Η Τεχεράνη έχει ξεκαθαρίσει σε όλους τους τόνους ότι διατηρεί τον απόλυτο έλεγχο της διέλευσης και ότι τα Στενά παραμένουν ουσιαστικά κλειστά για τη διεθνή ναυσιπλοΐα, χρησιμοποιώντας τη συγκεκριμένη δίοδο ως μοχλό πίεσης στις αυξανόμενες πιέσεις των ΗΠΑ.
Οι τελευταίες εντείνουν τις πιέσεις προς την Τεχεράνη με τις οικονομικές κυρώσεις που ανακοίνωσε την περασμένη Δευτέρα ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ.
Ωστόσο, η ευρύτερη εκτίμηση των αναλυτών είναι ότι οι κυρώσεις δεν θα αλλάξουν πολλά. Το Ιράν δεν θα υποχωρήσει, ενώ από την άλλη πλευρά ο Ντόναλντ Τραμπ δεν θα θελήσει να κλιμακώσει τη σύγκρουση με τρόπους που θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο τα αμερικανικά στρατεύματα ή την παγκόσμια οικονομία λίγο πριν από τις εκλογές του επόμενου Νοεμβρίου.
Η εύθραυστη αυτή ισορροπία θυμίζει πόλεμο χαρακωμάτων ανάλογο αυτού του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου και υποδεικνύει ότι οποιοδήποτε πιθανό νέο στρατιωτικό ή διπλωματικό αδιέξοδο θα ήταν σε θέση να ανατρέψει ακαριαία την τρέχουσα πτωτική πορεία των τιμών.
Προβλέψεις
Στο επίπεδο των προβλέψεων, οι διεθνείς οργανισμοί και οι επενδυτικοί οίκοι εμφανίζονται διχασμένοι, διαμορφώνοντας δύο βασικά σενάρια για τη μελλοντική τροχιά του μπρεντ. Σύμφωνα με το βασικό σενάριο της Υπηρεσίας Πληροφοριών Ενέργειας των ΗΠΑ (EIA) και της J.P. Morgan Global Research, η μέση τιμή του μπρεντ στο τρέχον γ΄ τρίμηνο του έτους αναμένεται να διαμορφωθεί γύρω στα 85 με 86 δολάρια ανά βαρέλι. Στο δ΄ τρίμηνο και το κλείσιμο του έτους αναμένεται αποκλιμάκωση στα 80 και 78 δολάρια αντίστοιχα υπό την προϋπόθεση ότι η μειωμένη ζήτηση της Κίνας θα λειτουργήσει ως αντίβαρο στις γεωπολιτικές πιέσεις και η πρόσφατη ξαφνική αύξηση των αμερικανικών αποθεμάτων αργού κατά 4,2 εκατομμύρια βαρέλια θα επηρεάσει θετικά το ισοζύγιο. Αντίθετα, το εναλλακτικό σενάριο μιας νέας κλιμάκωσης προειδοποιεί για ένα βίαιο ράλι των τιμών που θα μπορούσε να εκτινάξει το πετρέλαιο στα 100 ή και τα 120 δολάρια ανά βαρέλι.
Φυσικό αέριο
Η κρίση στα Στενά του Ορμούζ προκαλεί όμως ισχυρούς τριγμούς και στην αγορά Υγροποιημένου Φυσικού Αερίου (LNG). Τα Στενά αποτελούν τη σημαντικότερη θαλάσσια αρτηρία για τη μεταφορά ενέργειας παγκοσμίως, καθώς από αυτά διέρχεται το 20% των συνολικών φορτίων LNG, με κύριο εξαγωγέα το Κατάρ. Εξι μήνες μετά την έναρξη του πολέμου ΗΠΑ – Ιράν, το Κατάρ συγκαταλέγεται στις μεγαλύτερες οικονομικές απώλειες της σύγκρουσης, με τις εξαγωγές υγροποιημένου φυσικού αερίου αυτού να έχουν συρρικνωθεί κατά 96%.
Στους πέντε μήνες του πολέμου, το Κατάρ έχει απολέσει έσοδα 24 δισ. δολαρίων από τις πωλήσεις LNG, έχοντας εξαγάγει μόλις 18 φορτία από 509 την ίδια περίοδο πέρυσι. Αυτό έχει δημιουργήσει ένα κενό δεκάδων δισεκατομμυρίων κυβικών μέτρων στην παγκόσμια αγορά, το οποίο οι ΗΠΑ και οι άλλοι παραγωγοί δεν μπορούν να καλύψουν πλήρως.
Η κατάσταση είναι ιδιαίτερα δύσκολη στην Ευρώπη, όπου η αποθήκευση έχει συρρικνωθεί σε ιστορικά χαμηλά για αυτή την εποχή του χρόνου επίπεδα. Η Ε.Ε. κινδυνεύει με υψηλότερες τιμές σε περίπτωση κρύου χειμώνα. Η πληρότητα των υπόγειων αποθηκών της Ε.Ε. διαμορφώνεται αυτή τη στιγμή κοντά στο 61% με 63%, ποσοστό σημαντικά χαμηλότερο σε σχέση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο, όταν η πληρότητα άγγιζε το 74%. Η Ε.Ε. το 2022, όταν η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία εκτόξευσε τις τιμές του φυσικού αερίου πάνω από τα 300 ευρώ ανά μεγαβατώρα εισήγαγαν έναν στόχο για την πλήρωση των αποθεμάτων στο 90% της χωρητικότητας έως τον Νοέμβριο. Ο στόχος χαλάρωσε έκτοτε στο 80% έως τον Δεκέμβριο προκειμένου να αποφευχθεί έξαρση αγορών πριν από τον χειμώνα που θα μπορούσε να αυξήσει τις τιμές.
Στην τελευταία αξιολόγηση της Ε.Ε. εκπρόσωπος της Κομισιόν δήλωσε ότι ο στόχος πλήρωσης της αποθήκευσης κατά 80% «είναι επαρκής για την εξασφάλιση της χειμερινής προσφοράς και τεχνικά εφικτός».
Ωστόσο, οι αναλυτές είναι επιφυλακτικοί. Οι προβλέψεις που κάνει το Reuters κυμαίνονται από μια κορύφωση 67%-76% στα επίπεδα αποθήκευσης πριν από τον χειμώνα.
Για να φτάσουν ακόμα και σε αυτά τα χαμηλότερα επίπεδα, οι Ευρωπαίοι αγοραστές θα πρέπει όμως να προσφέρουν υψηλότερες τιμές για φορτία LNG, υπερκεράζοντας τους αγοραστές στην Ασία, οι οποίοι αγωνίζονται προσφέροντας υψηλότερη τιμή να καλύψουν τα κενά της Μέσης Ανατολής.
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
