Η στρατιωτική ισχύς δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το ύψος των αμυντικών δαπανών. Η Ελλάδα μπορεί να επενδύει σε σύγχρονα και ακριβά οπλικά συστήματα, όμως αυτό από μόνο του δεν αρκεί για να διαμορφώσει μια αξιόπιστη «θεωρία νίκης» απέναντι στην τουρκική πολεμική μηχανή.
Η σύγχρονη εξέλιξη της πολεμικής τεχνολογίας δείχνει ότι μικρότερα, φθηνότερα και πιο ευέλικτα μέσα μπορούν σε πολλές περιπτώσεις να αποκτήσουν δυσανάλογα μεγάλη αξία στο πεδίο της μάχης. Παρ’ όλα αυτά, ένα μέρος του στρατιωτικού και πολιτικού κατεστημένου εξακολουθεί να αντιμετωπίζει αυτές τις αλλαγές ως προσωρινές, επιμένοντας στη λογική των λίγων και πανάκριβων «όπλων-φετίχ».
Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν αφορά μόνο την τεχνολογία. Συχνά παραβλέπονται οι λεγόμενοι «ταπεινοί» παράγοντες της πολεμικής ισχύος, όπως η εκπαίδευση, η διοίκηση, η επάνδρωση, η εφεδρεία, η συντήρηση και η επιχειρησιακή ετοιμότητα. Παράγοντες που μπορεί να μην εντυπωσιάζουν, αλλά είναι ικανοί να καθορίσουν την αποτελεσματικότητα ενός στρατεύματος.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Ρωσίας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η ήττα των ρωσικών δυνάμεων στο Τάνενμπεργκ αποδίδεται συχνά στη στρατηγική υπεροχή των Γερμανών διοικητών. Ωστόσο, σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε και η απουσία ενός ισχυρού, επαγγελματικού σώματος υπαξιωματικών. Σε ένα δύσκολο πεδίο μάχης, όπου οι μονάδες διασπώνταν, η έλλειψη έμπειρων στελεχών είχε ως αποτέλεσμα σύγχυση, απώλεια ηθικού και τελικά παράδοση.
Η αδυναμία αυτή είχε ευρύτερες συνέπειες. Η Ρωσία δεν διέθετε την ίδια στρατιωτική συνοχή και αποτελεσματικότητα, ενώ η αποτυχία προηγούμενων μεταρρυθμίσεων για τη δημιουργία μόνιμου σώματος υπαξιωματικών μπορεί να θεωρηθεί ένας από τους παράγοντες που επηρέασαν την πορεία του τσαρικού καθεστώτος και, κατ’ επέκταση, τις εξελίξεις που ακολούθησαν.
Το ιστορικό αυτό παράδειγμα αναδεικνύει μια κρίσιμη πραγματικότητα: η πολεμική ισχύς δεν είναι απλώς το άθροισμα των όπλων που διαθέτει ένας στρατός. Είναι αποτέλεσμα της συνολικής λειτουργίας ενός συστήματος, μέσα στο οποίο ακόμη και οι λιγότερο εντυπωσιακοί παράγοντες μπορούν να λειτουργήσουν ως πολλαπλασιαστές ισχύος.
Για την Ελλάδα, επομένως, το ερώτημα δεν είναι μόνο πόσα χρήματα θα διατεθούν για την Άμυνα, αλλά πού θα κατευθυνθούν αυτά τα χρήματα. Η αγορά ενός ακόμη ακριβού οπλικού συστήματος δεν μπορεί από μόνη της να καλύψει αδυναμίες στην εκπαίδευση, στη στελέχωση, στις εφεδρείες, στα αποθέματα ή στη συντήρηση.
Η λεγόμενη «επανάσταση των ταπεινών» σηματοδοτεί ακριβώς αυτή τη διαφορετική προσέγγιση. Δεν αφορά απλώς την επιλογή φθηνότερων όπλων, αλλά τη δημιουργία ενός αμυντικού οικοσυστήματος που μπορεί να προσαρμόζεται γρήγορα, να αξιοποιεί μεγάλο αριθμό διαφορετικών μέσων και να επιτυγχάνει μεγαλύτερα αποτελέσματα από όσα θα περίμενε κανείς με βάση το κόστος τους.
Για μια χώρα όπως η Ελλάδα, που δεν μπορεί ούτε χρειάζεται να ανταγωνιστεί την Τουρκία αποκλειστικά σε αριθμούς και συνολικό όγκο εξοπλισμών, αυτή η αλλαγή νοοτροπίας μπορεί να αποτελέσει κλειδί για μια διαφορετική, ελληνοκεντρική αντίληψη αποτροπής και πολεμικής ισχύος.
Διαβάστε περισσότερα
