Τεκμήριο των φτωχών αποτελεσμάτων του προγράμματος «Σπίτι μου ΙΙ» αποτελούν τα τελικά στοιχεία, γιατί δεν κατάφερε να χρηματοδοτήσει φτηνά ακίνητα, αντιθέτως πυροδότησε τις αυξήσεις των ζητούμενων τιμών πώλησης σε περιοχές με ακίνητα που πληρούσαν τις προδιαγραφές ένταξης.
Σύμφωνα με χθεσινή ανακοίνωση του υπουργείου Κοινωνικής Συνοχής, υπογράφηκαν 14.114 δανειακές συμβάσεις, ύψους 1,54 δισ. ευρώ, κινητοποιώντας αγορές ακινήτων συνολικής αξίας άνω των 2,15 δισ. ευρώ. Η μέση εμπορική αξία των ακινήτων διαμορφώθηκε σε 152.100 ευρώ και το μέσο εμβαδόν σε 88,5 τ.μ.
Τα δεδομένα για το προφίλ των ωφελούμενων δείχνουν ότι 2 στους 3 (66,6%) έχουν ετήσιο εισόδημα έως 24.000 ευρώ, η μέση ηλικία είναι 38 έτη, με το 41% να είναι ηλικίας έως 36 ετών, και το 7% αφορά μονογονεϊκές οικογένειες.
Η νεαρή ηλικία των δανειοληπτών επιτρέπει συμφωνία με την εκάστοτε τράπεζα για μεγαλύτερη διάρκεια που μπορεί να φτάσει τα 30 έτη και τότε το ποσό δόσης μπορεί να πέσει κάτω από τα 450 ευρώ. Ωστόσο, το μέσο έτος κατασκευής 1982 μαρτυρά ότι για όσα χρόνια συμφωνήσει ο ωφελούμενος θα πληρώνει ένα παλιό και άρα ενεργοβόρο σπίτι, με αυξημένες ανάγκες θέρμανσης και ψύξης.
Υπενθυμίζεται ότι για την ένταξη στο πρόγραμμα, που αναμένεται να επαναληφθεί με τρίτο κύκλο δανειοδοτήσεων, απαιτείται σημαντικό ίδιο κεφάλαιο, καθώς το δάνειο δεν καλύπτει το σύνολο της αξίας του ακινήτου.
Ακόμα και το ΔΝΤ
Ομως, ακόμα και το Διεθνές Νομισματικό σε νέα έρευνα για τις οικονομικές επιπτώσεις της περιορισμένης προσιτότητας της στέγασης στην Ευρώπη σημειώνει πως το πρόβλημα αφορά πρωτίστως τα άτομα που έχουν χαμηλά εισοδήματα ή ζουν σε συνθήκες φτώχειας.
Το ΔΝΤ υποστηρίζει ότι η έλλειψη προσφοράς αποτελεί κύριο παράγοντα της τρέχουσας στεγαστικής κρίσης, αλλά τονίζει και την ανάγκη για περισσότερες επενδύσεις στην κοινωνική στέγαση, αφού τα μέτρα για την αύξηση της προσφοράς θα πρέπει να στοχεύουν στα άτομα που βρίσκονται σε μεγαλύτερη δυσχέρεια σε ό,τι αφορά τη στέγαση.
Το Ταμείο σημειώνει επίσης το ιδιαίτερα έντονο φαινόμενο στην Ελλάδα, το οποίο επιδεινώνει την ανισότητα στο διαθέσιμο εισόδημα. Οπως αναφέρει, σε όλες τις χώρες ο συντελεστής Gini με βάση το διαθέσιμο εισόδημα μετά την αφαίρεση του κόστους στέγασης είναι υψηλότερος από τον συντελεστή Gini με βάση το διαθέσιμο εισόδημα πριν από την αφαίρεση του κόστους στέγασης. Τέλος, εξηγεί πως σε επίπεδο νοικοκυριών το κόστος επιβαρύνει δυσανάλογα τους ενοικιαστές χαμηλού εισοδήματος στις αστικές περιοχές, οι οποίοι αντιμετωπίζουν τόσο αυξανόμενα ενοίκια όσο και μειωμένες προοπτικές μετάβασης στην ιδιοκατοίκηση. «Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τους οικονομικά πιο ευάλωτους ενοικιαστές, των οποίων η πιθανότητα να γίνουν ιδιοκτήτες κατοικίας έχει μειωθεί περισσότερο από το ήμισυ σε σύγκριση με την περίοδο πριν από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση».
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
