Aυτό το καλοκαίρι, έχουν εκτοξευτεί τα ποσά που δαπανήθηκαν για μεταγραφές αλλά και εισπράχθηκαν από πωλήσεις για τις ελληνικές ομάδες. Γιατί συμβαίνει αυτό; Δεν θα μπορούσε να μην ακολουθήσει τη διεθνή τάση το ελληνικό ποδόσφαιρο, καθώς, όπως στην υπόλοιπη Ευρώπη, έτσι και στη χώρα μας τα χρήματα που διακινούνται στο παζάρι για αγορές και πωλήσεις ποδοσφαιριστών έχουν φτάσει σε επίπεδα-ρεκόρ όλων των εποχών.
Αρκεί μόνο να επισημάνουμε ότι τη σεζόν 2022-2023 δόθηκαν περίπου 43 εκατομμύρια ευρώ από όλες τις ομάδες της πρώτης κατηγορίας και φέτος, πριν καν κλείσει το μεταγραφικό παράθυρο (15/9), έχουν δαπανηθεί πάνω από 150 εκατομμύρια ευρώ. Αντίστοιχα, τα νούμερα για τις πωλήσεις παρουσιάζουν σημαντική αύξηση, με τα 38,91 εκατομμύρια ευρώ πριν από τέσσερα χρόνια να έχουν γίνει πλέον 130,5 εκατ. ευρώ για το φετινό καλοκαίρι. Και όλα αυτά τα ποσά αφορούν τις μετακινήσεις ποδοσφαιριστών και τις δοσοληψίες ανάμεσα σε συλλόγους. Δεν συμπεριλαμβάνονται τα συμβόλαια, τα μπόνους, οι ατζέντηδες και τα δικά τους ποσοστά, ούτε βέβαια η εφορία.
Για να έχουμε μια τάξη μεγέθους, από τις ομάδες της Πρέμιερ Λιγκ (που έχει τα οικονομικά πρωτεία) έχουν ξοδευτεί φέτος 4,12 δισ. για αγορές παικτών, ενώ τα έσοδα από τις πωλήσεις φτάνουν τα 2,59 δισ. Αντίστοιχα, τη σεζόν 2022-23 τα χρήματα για τις αγορές άγγιζαν τα 3,18 δισ. ευρώ, ενώ από τις πωλήσεις είχε συγκεντρωθεί σχεδόν 1 δισεκατομμύριο.
Φυσικά, το γεγονός ότι υπάρχει ραγδαία αύξηση των χρημάτων που διακινούνται από τις ελληνικές ομάδες για μεταγραφές οφείλεται στη δραστηριότητα των τεσσάρων κορυφαίων ΠΑΕ που διαθέτουν και ισχυρούς -οικονομικά- ιδιοκτήτες. Ο Ολυμπιακός του Βαγγέλη Μαρινάκη έδωσε 69,1 εκατομμύρια ευρώ για να κάνει 12 αγορές παικτών, με ακριβότερη αυτήν του Γκουστάβο Πουέρτα από τη Ρασίνγκ Σανταντέρ έναντι 16 εκατομμυρίων ευρώ. Ποσό που μπορεί να φτάσει τα 20 εκατομμύρια με τα μπόνους. Πέρσι οι «ερυθρόλευκοι» είχαν δώσει 33,9 εκατ. ευρώ για αγορές, ωστόσο ήταν μειωμένες και οι πωλήσεις, αφού είχαν πάρει 44,3 εκατ. ευρώ έναντι των 78,8 εκατομμυρίων που εισέπραξαν φέτος, δίνοντας παίκτες όπως ο Τζολάκης, ο Αντρέ Λουίς και ο Μουζακίτης. Η αλήθεια είναι ότι τα πολλά χρήματα σε αγορές ο Μαρινάκης τα έδωσε προς το φινάλε του καλοκαιριού, όταν αισθάνθηκε την αμφισβήτηση του κόσμου στους χειρισμούς που έκανε στην υπόθεση του Χοσέ Μεντιλίμπαρ, τον οποίο στήριξαν ανοιχτά οι οπαδοί των «ερυθρολεύκων» («ίσως αυτή η στήριξη επηρεάζει και αποφάσεις που ήδη έχουν ληφθεί», είχε δηλώσει ο Βάσκος προπονητής μετά το ματς της πρεμιέρας του πρωταθλήματος με τον Ατρόμητο). Ας μην ξεχνάμε, επίσης, ότι ο Ολυμπιακός είχε στα ταμεία του και 43 εκατ. ευρώ από την περσινή συμμετοχή του στη league stage του Τσάμπιονς Λιγκ, έχει ένα τηλεοπτικό συμβόλαιο που οι πληροφορίες το θέλουν περίπου στα 18 εκατομμύρια τον χρόνο, ενώ έχει υπογράψει μία νέα μεγάλη χορηγία με γνωστή στοιχηματική για τη φανέλα του.
Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η μεταγραφική πολιτική του Παναθηναϊκού αυτό το καλοκαίρι, καθώς ο Γιάννης Αλαφούζος δαπάνησε 45,7 εκατ. ευρώ για αγορές παικτών, χωρίς να έχει ανάλογα έσοδα από πωλήσεις. Για την ακρίβεια, έλαβε μόλις 4 εκατομμύρια από την παραχώρηση Τσέριν και Σφιντέρσκι. Η επιστροφή του Ουναΐ από την Τζιρόνα και αγορές όπως αυτές των Λουζά, Φαν Ντρόνχελεν, Καμαρά, Κάνγκουα, αλλά και ο δανεισμός του Λιβάι Γκαρσία από τη Σπαρτάκ Μόσχας, ήρθαν ως συνέχεια της περσινής σεζόν που οι «πράσινοι» είχαν δαπανήσει 30,6 εκατ, ευρώ για να ενισχυθούν. Η διαφορά με φέτος είναι πως στο αντίστοιχο διάστημα έκαναν και πωλήσεις 46,5 εκατομμυρίων (κυρίως λόγω της παραχώρησης των Ιωαννίδη-Βαγιαννίδη στη Σπόρτινγκ). Ο Αλαφούζος «καίγεται» να κατακτήσει το πρώτο πρωτάθλημα στα 14 χρόνια ενασχόλησής του με τον Παναθηναϊκό, επιδιώκοντας να βάλει τους «πράσινους»… εστεμμένους στο νέο γήπεδο του Βοτανικού, ενώ δεν πρέπει να παραλείπουμε και την παραδοσιακή κόντρα με τους «ερυθρόλευκους», αλλά και του ιδίου προσωπικά με τον Μαρινάκη. Ο ιδιοκτήτης της «πράσινης» ΠΑΕ, βέβαια, έχει και ένα ατού φέτος: Τα τηλεοπτικά της ομάδας περνάνε μέσα από το δικό του κανάλι (ΣΚΑΪ και ΣΠΟΡ FM TV) και αυτό επιτρέπει ευελιξία σε ό,τι αφορά το cost control της UEFA. Δηλαδή το ποσό που λέγεται ότι θα αλλάξει… τσέπη είναι στα 20.000.000 ευρώ! Επίσης, δεν πρέπει να παραλείπουμε και ένα μεγάλο deal με νεοσύστατη -στην Ελλάδα- στοιχηματική εταιρεία για τη χορηγία της φανέλας, ύψους 6 εκατ. ευρώ ανά έτος.
Παρόμοια συμφωνία έχει κάνει και ο ΠΑΟΚ με τη συγκεκριμένη εταιρεία. Φέτος, ο Δικέφαλος του Βορρά έχει καταφέρει να βγάλει 29 εκατ. ευρώ από πωλήσεις (ελέω Κωνσταντέλια βασικά) και έχει δαπανήσει 16,2 εκατ. ευρώ για αγορές δικαιωμάτων παικτών, με κορυφαία περίπτωση του Ούγκρεσιτς από την Παρτίζαν, που με τα 6+1,5 εκατομμύρια που δόθηκαν συνιστά τη δεύτερη πιο ακριβή αγορά στην ιστορία του συλλόγου, πίσω από τη μεταγραφή του Ζαφείρη πέρυσι με 10,5 εκατομμύρια.
Στην περίπτωση του ΠΑΟΚ και του Ιβάν Σαββίδη, υπάρχει ένα έξτρα κίνητρο και αυτό δεν είναι άλλο από τον ανταγωνισμό με τον ιδιοκτήτη της ΚΑΕ, Τέλη Μυστακίδη, που άρχισε όταν ο δεύτερος παρουσιάστηκε θετικός στο κάλεσμα του Ερασιτέχνη να αναλάβει την κατασκευή της Νέας Τούμπας εμφανίζοντας 250 εκατ. ευρώ. Για την «ασπρόμαυρη» ΠΑΕ, ωστόσο, φέτος υπάρχει το πλήγμα της απώλειας των εσόδων από την Ευρώπη, λόγω των δύο καλοκαιρινών αποκλεισμών που σημαίνει περίπου μείον 14 εκατ. ευρώ στο ταμείο που είχε πέρυσι από τη συμμετοχή στο Γιουρόπα Λιγκ, καθώς φέτος πήρε μόνο 1,1 εκατομμύριο από τα προκριματικά.
Η ΑΕΚ από τη μεριά της ξόδεψε 19,5 εκατ. ευρώ για να ενισχυθεί, ενώ πήρε 9,2 από αποχωρήσεις παικτών (τα 8 από την πώληση Πινέδα στη Μοντερέι), έχει όμως εξασφαλισμένα ήδη 23,3 εκατομμύρια ευρώ από την παρουσία της στη league stage του Τσάμπιονς Λιγκ, με προοπτική να φτάσουν ακόμα και στα 40 περίπου, όπως πέρυσι ο Ολυμπιακός. Ο Ηλιόπουλος δεν αισθάνεται πίεση από τον κόσμο, το αντίθετο μάλιστα, αφού στη δεύτερη σεζόν του στο τιμόνι της ομάδας, η ΑΕΚ πήρε το πρωτάθλημα, ωστόσο ο ισχυρός ανταγωνισμός με τα υπόλοιπα τρία μέρη του big-4 ίσως τον αναγκάσει τον χειμώνα να ρίξει και άλλα χρήματα στη μεταγραφική αγορά. Πέρα από τις κλασικές χορηγίες και τα τηλεοπτικά, η ΑΕΚ λαμβάνει και έξτρα 2.000.000 ευρώ από την Allwyn, που έχει δώσει το όνομά στο γήπεδο της ομάδας.
Ολος αυτός ο ανταγωνισμός, ουσιαστικά η (δι)έξοδος του ελληνικού ποδοσφαίρου από την περίοδο κυριαρχίας του ενός, έχει παίξει τον καθοριστικότερο ρόλο στο να δίνονται πολλά χρήματα για μεταγραφές και, μάλιστα, πλέον στην Ελλάδα να υπάρχουν και ανάλογα μεγάλα συμβόλαια. Είναι δεκάδες του εκατομμυρίου τον χρόνο, ενώ υπάρχουν και μερικά (Ουναΐ, Ελ Κααμπί, Γιόβιτς) που κυμαίνονται μεταξύ 2,5 και 3 εκατ. ευρώ τον χρόνο.
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
