Πόσο είναι το ύψος του οικονομικού «πακέτου» που εξήγγειλε ο πρωθυπουργός στη ΔΕΘ, ποια έτη επιβαρύνει δημοσιονομικά και πόσο; Το ερώτημα δεν είναι μόνο οικονομικό, αλλά και πολιτικό.
Ενόψει των εκλογών, που είναι πλέον φανερό ότι μετατίθενται οριστικά για την άνοιξη του 2027, και δεδομένου ότι πρέπει να θεωρείται βέβαιο ότι θα υπάρξουν και νέα μέτρα σε προεκλογικό χρόνο το επόμενο έτος, με βάση την κυβερνητική ερμηνεία για τον «κόφτη» δαπανών του Συμφώνου Σταθερότητας, τα διαθέσιμα περιθώρια για αύξηση των δαπανών θα πιεστούν πάρα πολύ και ίσως αγγίξουν τα ανελαστικά όρια.
Η κυβέρνηση θα εντάξει στον προϋπολογισμό του 2027, που θα ψηφιστεί στο τέλος του έτους, όλα τα μέτρα που ανακοίνωσε. Δεν πρέπει να διαφύγει την προσοχή ότι τα μέτρα έχουν μόνιμο χαρακτήρα και θα επιβαρύνουν τις δαπάνες και των προϋπολογισμών καθενός από τα έτη και μετά το 2027. Μπορούμε να υποθέσουμε βάσιμα ότι και τα επιπλέον προεκλογικά μέτρα που θα ανακοινωθούν το 2027 -στο γνωστό μοτίβο ότι το νέο υπερπλεόνασμα «δίνει νέα περιθώρια για μέτρα στήριξης»- θα έχουν επίσης μόνιμο χαρακτήρα και θα εξαντλούν τα όρια δαπανών, δημιουργώντας ασφυκτικό δημοσιονομικό πλαίσιο για την επόμενη κυβέρνηση. Οταν μάλιστα η παρούσα κυβέρνηση έχει την ευχέρεια να καθορίσει στον προϋπολογισμό του 2027 πολύ αισιόδοξους στόχους, ενώ ούτε θα μπορεί να εγγυηθεί ούτε και θα αναλάβει οποιαδήποτε ευθύνη για το τελικό ταμειακό ή δημοσιονομικό αποτέλεσμα της εκτέλεσης του προϋπολογισμού…
Λιτότητα
Η δημοσιονομική «παγίδα» λιτότητας με τις δαπάνες του προϋπολογισμού στήθηκε συστηματικά στα έτη 2021-2025 (θα ισχύσει το ίδιο και για το 2026, αλλά τα στοιχεία εκτέλεσης θα τα έχουμε στις αρχές του 2027). Οπως φαίνεται στον παρατιθέμενο πίνακα, σε αυτή την περίοδο είχαμε συστηματική υποεκτέλεση του προϋπολογισμού στο σκέλος των δαπανών: στο τέλος υλοποιούνταν δαπάνες πολύ λιγότερες σε σχέση με τις προϋπολογισμένες. Το γεγονός ότι η υποεκτέλεση ήταν συστηματική και κλιμακούμενη από έτος σε έτος καταρρίπτει κάθε επιχείρημα για «νοικοκύρεμα», δηλαδή για εντοπισμό και κόψιμο «μη απαραίτητων» δαπανών. Το γεγονός επίσης ότι τα υπερπλεονάσματα αυτών των ετών (σε ταμειακή βάση) οφείλονταν (σε ποσοστό κοντά στο 80%!) στην υποεκτέλεση δαπανών και όχι στα υπερέσοδα μας δίνει το νήμα για τη σωστή ερμηνεία: η συστηματική υποεκτέλεση δαπανών ήταν βασικός, συνειδητά σχεδιασμένος μηχανισμός παραγωγής των υπερπλεονασμάτων μέσω πολιτικής λιτότητας στις δαπάνες.
Αυτό όμως είχε την εξής κρίσιμη συνέπεια: Οταν, από τις αρχές του 2024, άρχισε να ισχύει ο «κόφτης» δαπανών του νέου Συμφώνου Σταθερότητας, με βάση τον οποίο οι καθαρές πρωτογενείς δαπάνες επιτρέπεται να αυξάνονται κάθε επόμενο έτος κατά 3% σε σχέση με το προηγούμενο, είχε ήδη δημιουργηθεί μια βάση πρωτογενών δαπανών χαμηλή, λόγω της υποεκτέλεσης δαπανών. Κάθε αύξηση 3% τα επόμενα έτη εφαρμόστηκε πλέον πάνω σε αυτή τη χαμηλότερη βάση, περιορίζοντας τα δημοσιονομικά περιθώρια όλων των επόμενων ετών.
Κόφτης δαπανών
Η υποεκτέλεση δαπανών αποτέλεσε, επομένως, μόνιμο μέτρο λιτότητας στις δημόσιες δαπάνες.
Απαραίτητο υστερόγραφο: Η πρόβλεψη του Συμφώνου Σταθερότητας για τον «κόφτη» δαπανών δεν είναι στην πραγματικότητα τόσο ανελαστική όσο παρουσιάζει η κυβέρνηση, αλλά υπό προϋποθέσεις «πλαστική» τόσο στο σκέλος των δαπανών όσο και στο σκέλος των εσόδων. Η άρνηση της κυβέρνησης να αξιοποιήσει αυτά τα περιθώρια, ισχυριζόμενη ότι το 3% είναι ανελαστικό, αποτέλεσε επίσης ένα μόνιμο μέτρο λιτότητας επί διακυβέρνησης Μητσοτάκη.
«Πιπίλα-pass» σε βάθος χρόνου
Ισως η πιο προκλητική και χαρακτηριστική ταυτόχρονα έλλειψη στις εξαγγελίες του πρωθυπουργού είναι η πλήρης απουσία μέτρων που θα ελαφρύνουν την πολύ δύσκολη ζωή της νεολαίας. Αντί για απαραίτητα μέτρα που θα απαντούσαν στα μεγάλα προβλήματα της νεολαίας, πρότεινε το… «πιπίλα-pass», μέτρο που θα αποδώσει για τα σημερινά νήπια σε… βάθος χρόνου.
Ο «κουμπαράς» αυτός, με 50% εισφορά του Δημοσίου και 50% εισφορά των γονιών μέχρι 1.200 ευρώ τον χρόνο, χωρίς διαφοροποίηση με εισοδηματικά κριτήρια για το ποσοστό συμμετοχής του Δημοσίου, είναι προφανές ότι ευνοεί τα νοικοκυριά που έχουν ευχέρεια αποταμίευσης. Αν μάλιστα μείνουμε στον ορισμό της «μεσαίας τάξης» κατά ΟΟΣΑ, που ξεκινάει από μηνιαίο εισόδημα 737 ευρώ τον μήνα σε 12μηνη βάση και εκτείνεται έως εισόδημα 1.965 ευρώ/μήνα σε 12μηνη βάση, τα κατώτερα τμήματά της δεν έχουν δυνατότητα αποταμίευσης. Εν ολίγοις, άλλοι θα εισφέρουν στον «κουμπαρά» πενηντάρικα και κατοστάρικα και άλλοι 1.200 ευρώ – με το Δημόσιο να επιδοτεί γενναιόδωρα τους δεύτερους!
Διαβάστε περισσότερα
