Αιχμηρή είναι η αντίδραση της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης (ΕΛΑΣ) στην άτυπη ενημέρωση του υπουργείου Οικονομικών, σύμφωνα με την οποία το πρόγραμμα που παρουσίασε ο Αλέξης Τσίπρας από τη ΔΕΘ ξεπερνά τα 40 δισ. ευρώ σε βάθος τετραετίας, αντί για τα 7,5 δισ. ευρώ που υποστηρίζει η ΕΛΑΣ. Το κόμμα κάνει λόγο για την «τρίτη κατά σειρά “κοστολόγηση” της ΝΔ», αμφισβητεί τους κυβερνητικούς υπολογισμούς και επαναλαμβάνει ότι θα καταθέσει το πρόγραμμά του στο Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο.«Είδαμε σήμερα την τρίτη κατά σειρά “κοστολόγηση” της ΝΔ. Από τα 18 δισ. του κ. Κοντογεώργη, στα 13 δισ. του κ. Μαρινάκη, φτάσαμε σήμερα στα 40 δισ. του κυρίου Πιερακάκη, που ως γνωστόν από τις αναθέσεις του ΤΑΑ έχει ιδιαίτερη έφεση στις υπερκοστολογήσεις. Αναμένουμε με ενδιαφέρον τη συνέχεια του σίριαλ.», σημειώνει χαρακτηριστικά η ΕΛΑΣ σε ανακοίνωσή της.
Στη συνέχεια επαναλαμβάνει πως «σε κάθε περίπτωση το πρόγραμμά μας θα κατατεθεί στην προβλεπόμενη διαδικασία του Ελληνικού Δημοσιονομικού Συμβουλίου» και υπογραμμίζει πως «περιμένουμε από την κυβέρνηση να κάνει το ίδιο και να παρουσιάσει το πλήρες κόστος των δικών της εξαγγελιών για όλα τα έτη έως το 2030, όχι μόνο τον αριθμό που τη βολεύει».
ΥΠΟΙΚ: 40 δισ. ευρώ το πρόγραμμα
Σημειώνεται ότι σύμφωνα με άτυπη ενημέρωση με του οικονομικού επιτελείου της κυβέρνησης, «το πρόγραμμα Τσίπρα περιλαμβάνει μέτρα που κοστίζουν πάνω από 40 δισ. ευρώ στην τετραετία, ενώ ο ίδιος παρουσιάζει το κόστος στα 7,5 δισ. ευρώ».
Όπως αναφέρεται, «ο κ. Τσίπρας ισχυρίζεται ότι το κόστος του προγράμματός του είναι 7,5 δισ. την τετραετία. Ο τρόπος παρουσίασης των δημοσιονομικών μέτρων από το κόμμα του είναι πλήρως παραπλανητικός, καθώς μέτρα που έχουν συγκεκριμένο ετήσιο κόστος διαιρούνται δια 4 στις ετήσιες κατανομές, ενώ το ετήσιο κόστος είναι για κάθε έτος. Επιπλέον αντί να παρουσιάζεται το σωρευτικό κόστος κάθε έτος, όπως παρουσιάζονται πάντα τα δημοσιονομικά μέτρα στους ετήσιους προϋπολογισμούς και στον πολυετή δημοσιονομικό προγραμματισμό, βάζει μόνο το επιπλέον οριακό κόστος κάθε έτους αντί το σωρευτικό. Όμως ο δημοσιονομικός χώρος που επικαλείται ο κ. Τσίπρας αντιστοιχεί σε σωρευτικό κόστος τετραετίας, όχι στο επιπλέον κόστος κάθε έτους!».
Το υπουργείο παραθέτει στη συνέχεια σειρά παρατηρήσεων επί των επιμέρους μέτρων.
Για την αύξηση κατά 500 ευρώ τον μήνα στους εργαζόμενους στη δημόσια υγεία, υποστηρίζει ότι το κόστος δεν μπορεί να ανέρχεται σε 225 εκατ. ευρώ ετησίως, καθώς 128.000 εργαζόμενοι επί 500 ευρώ επί 12 μήνες αντιστοιχούν σε 768 εκατ. ευρώ και, μαζί με τις εργοδοτικές εισφορές, σε περίπου 900 εκατ. ευρώ ετησίως. Σύμφωνα με την κυβερνητική κοστολόγηση, το ποσό αυτό θα πρέπει να υπολογίζεται από το 2027 και κάθε έτος έως το 2030.
Για τη μηδενική συμμετοχή στα φάρμακα, το υπουργείο αναφέρει ότι, ακόμη και εάν προβλεπόταν μείωση κατά 50% το 2029 και κατάργηση το 2030, ο πίνακας θα έπρεπε να αναγράφει κόστος 450 εκατ. ευρώ το 2029 και 900 εκατ. ευρώ το 2030.
Για την Εθνική Εγγύηση Φροντίδας, σημειώνεται ότι δεν παρέχονται στοιχεία για τον τρόπο ποσοτικοποίησης, ενώ το ετήσιο κόστος θα έπρεπε να ανέρχεται σε 336 εκατ. ευρώ το 2030, καθώς πρόκειται για σωρευτικό κόστος.
Αντίστοιχη κριτική διατυπώνεται για την αύξηση κατά 300 ευρώ τον μήνα στους εκπαιδευτικούς. Το υπουργείο υπολογίζει ότι 200.000 εκπαιδευτικοί επί 500 ευρώ επί 12 μήνες αντιστοιχούν σε 720 εκατ. ευρώ και, μαζί με τις εργοδοτικές εισφορές, σε 840 εκατ. ευρώ ετησίως. Υποστηρίζει, επομένως, ότι το κόστος θα πρέπει να υπολογίζεται από το 2027 και κάθε έτος έως το 2030.
Για τις προσλήψεις μόνιμων εκπαιδευτικών, το υπουργείο υποστηρίζει ότι ακόμη και στην περίπτωση 15.000 προσλήψεων το 2029 και άλλων 15.000 το 2030, το κόστος το 2030 θα έπρεπε να είναι 150 εκατ. ευρώ και όχι 75 εκατ., ενώ το κόστος για συνολικά 30.000 προσλήψεις ανέρχεται, σύμφωνα με την ίδια πηγή, σε 569 εκατ. ευρώ ετησίως.
Για τη στήριξη 80.000 φοιτητών με 500 ευρώ τον μήνα για 10 μήνες, το ετήσιο κόστος υπολογίζεται από το υπουργείο σε 400 εκατ. ευρώ. Εφόσον, όπως αναφέρεται, η εξαγγελία αφορά στήριξη από το 2027 και κάθε έτος έως το 2030, το ποσό δεν θα πρέπει να διαιρείται διά τέσσερα.
Το υπουργείο θέτει επίσης ζήτημα ως προς τον σωρευτικό υπολογισμό του κόστους για την καθολική προσχολική αγωγή, το οποίο, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του, θα έπρεπε να ανέρχεται σε 600 εκατ. ευρώ και όχι 400 εκατ. το 2030. Για τα δωρεάν σχολικά γεύματα, αναφέρει ότι το ποσό θα έπρεπε να είναι 165 εκατ. ευρώ αντί για 90 εκατ. το 2029 και 165 εκατ. αντί για μηδέν το 2030.
Παράλληλα, το υπουργείο θέτει ερωτήματα για τον νέο μόνιμο μηχανισμό για τον ΕΛΓΑ, καθώς εμφανίζεται κόστος το 2028 και μηδενικό το 2029, αλλά και για τις εξαγγελίες σχετικά με τους εποχικούς πυροσβέστες και τις δωρεάν αστικές μετακινήσεις, όπου επίσης το κόστος εμφανίζεται να μηδενίζεται από το 2028.
Για τη μείωση του ΦΠΑ στο 6% σε επιλεγμένα βασικά προϊόντα, το υπουργείο αναφέρει ότι η εξαγγελία κοστολογείται σε 400 εκατ. ευρώ, ενώ η μείωση του ΦΠΑ στα τρόφιμα και τα είδη υγιεινής θα κόστιζε, σύμφωνα με τους δικούς του υπολογισμούς, 1,8 δισ. ευρώ. Παράλληλα διερωτάται γιατί το κόστος εξαφανίζεται από το 2028.
Αντίστοιχες παρατηρήσεις διατυπώνονται για τη διπλάσια έκπτωση φόρου για παιδιά, την κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος και τη μείωση της προκαταβολής φόρου στα νομικά πρόσωπα.
Το υπουργείο Οικονομικών αμφισβητεί επίσης τις προβλέψεις του προγράμματος ως προς τα πρόσθετα έσοδα.
Για τη φορολόγηση των μερισμάτων, η κυβέρνηση αναφέρει ότι ο Αλέξης Τσίπρας υπολογίζει πρόσθετα έσοδα 400 εκατ. ευρώ, δηλαδή υπερδιπλάσια από τα 360 εκατ. ευρώ που εισπράχθηκαν το προηγούμενο έτος.
Στην κυβερνητική ενημέρωση γίνεται αναφορά στις μεταβολές του φόρου μερισμάτων τα προηγούμενα χρόνια. Συγκεκριμένα, ο φόρος αυξήθηκε το 2017 από την τότε κυβέρνηση Τσίπρα από 10% σε 15%, ενώ τα σχετικά έσοδα μειώθηκαν από 196 εκατ. ευρώ το 2016 σε 193 εκατ. ευρώ το 2017. Το 2019 ο φόρος μειώθηκε εκ νέου από 15% σε 10%, με τα δηλωθέντα εισοδήματα να παραμένουν σχεδόν σταθερά.
Το 2020, εν μέσω της πανδημίας COVID, η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας μείωσε τον φόρο μερισμάτων από 10% σε 5%. Τα δηλωθέντα εισοδήματα αυξήθηκαν, σύμφωνα με τα στοιχεία του υπουργείου, από 1,44 δισ. ευρώ σε 5,48 δισ. ευρώ, ενώ τα φορολογικά έσοδα αυξήθηκαν από 144 εκατ. ευρώ σε 274 εκατ. ευρώ. Σήμερα, τα έσοδα ανέρχονται σε 361 εκατ. ευρώ έναντι 144 εκατ. ευρώ το 2019.
Το υπουργείο υποστηρίζει ότι, λόγω της μεγάλης ελαστικότητας της φορολόγησης των μερισμάτων και του γεγονότος ότι η διανομή τους βρίσκεται στη διακριτική ευχέρεια των επιχειρηματιών, δεν προκύπτει πώς αναμένεται υπερδιπλασιασμός των εσόδων.
Για την αύξηση του συμπληρωματικού φόρου ΕΝΦΙΑ στα νομικά πρόσωπα, το υπουργείο αναρωτιέται πόσο θα αυξηθεί ο φόρος ώστε να προκύψουν έσοδα 300 εκατ. ευρώ και πώς μια τέτοια αύξηση θα επηρεάσει τις επενδύσεις.
Σε ό,τι αφορά τα έσοδα από τον αναβαλλόμενο φόρο, τα οποία το πρόγραμμα υπολογίζει σε 900 εκατ. ευρώ το 2030, το υπουργείο υποστηρίζει ότι πρόκειται για ανεφάρμοστη πρόβλεψη, επικαλούμενο και την Τράπεζα της Ελλάδος, καθώς, όπως αναφέρει, πλήττει ευθέως και σημαντικά τα απαραίτητα εποπτικά κεφάλαια των τραπεζών. Παράλληλα θέτει το ερώτημα κατά πόσο είναι δυνατό να χρηματοδοτηθούν δαπάνες του 2027 και του 2028 με έσοδα που θα εισπραχθούν το 2030.
Τα μέτρα που, σύμφωνα με την κυβέρνηση, δεν κοστολογήθηκαν
Το υπουργείο υποστηρίζει ακόμη ότι από την κοστολόγηση της ΕΛΑΣ απουσιάζουν πλήρως σειρά μέτρων που εξήγγειλε ο Αλέξης Τσίπρας.
Μεταξύ αυτών είναι η εξαγγελία για «50.000 νέες προσιτές στεγαστικές επιλογές μέσα σε τέσσερα χρόνια». Το υπουργείο υπολογίζει το ετήσιο κόστος σε 1,5 δισ. ευρώ, με βάση κόστος 1.500 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, 50.000 κατοικίες και μέσο εμβαδόν 80 τετραγωνικών μέτρων. Το συνολικό κόστος στην τετραετία υπολογίζεται σε τουλάχιστον 6 δισ. ευρώ, ενώ, σύμφωνα με την κυβερνητική ενημέρωση, η ΕΛΑΣ το θεωρεί μηδενικό.
Ανάλογη είναι η κυβερνητική εκτίμηση για την αύξηση του κατώτατου μισθού στα 1.000 ευρώ από το 2027. Το ετήσιο κόστος για την αύξηση των μισθών στο Δημόσιο, που βάσει νόμου ακολουθεί την αύξηση του κατώτατου μισθού, υπολογίζεται σε 859 εκατ. ευρώ για πλήρες έτος, ενώ και αυτό το κόστος, σύμφωνα με το υπουργείο, θεωρείται μηδενικό από τον Αλέξη Τσίπρα.
Για την απόδοση του συνόλου του τέλους ανθεκτικότητας στους Δήμους, το υπουργείο εκτιμά ετήσιο κόστος 590 εκατ. ευρώ. Όπως αναφέρει, το ποσό έχει ήδη δεσμευτεί μέσω εγκεκριμένων έργων και αποζημιώσεων που πρέπει να καταβληθούν μέσω του Προγράμματος Φυσικών Καταστροφών εντός της επόμενης τριετίας, με το μεγαλύτερο μέρος να υλοποιείται μέσω χρηματοδότησης Δήμων και Περιφερειών. Συνεπώς, η απόδοση επιπλέον ποσού στους δήμους από ήδη ενταγμένα έργα συνιστά, σύμφωνα με την κυβέρνηση, πρόσθετη δαπάνη.
Για την αύξηση των επενδυτικών πόρων που διαθέτει το Πράσινο Ταμείο στους Δήμους, το εκτιμώμενο ετήσιο κόστος ανέρχεται σε 160 εκατ. ευρώ.
Στα μέτρα που, σύμφωνα με την κυβέρνηση, δεν έχουν συνυπολογιστεί περιλαμβάνεται και ο νέος «Φιλόδημος», με χρήση 250 εκατ. ευρώ από το Εθνικό ΠΔΕ και 450 εκατ. ευρώ από δάνεια της ΕΤΕΠ ετησίως. Πρόκειται συνολικά για 700 εκατ. ευρώ τον χρόνο και 3,5 δισ. ευρώ σε πενταετή ορίζοντα.
Το υπουργείο εκτιμά το ετήσιο δημοσιονομικό κόστος σε 700 εκατ. ευρώ, υποστηρίζοντας ότι το Εθνικό ΠΔΕ έχει ήδη προκαθορισμένα όρια κατανομής για Περιφέρειες, Δήμους και έργα υποδομών μέσω των υπουργείων. Τα επιπλέον 250 εκατ. ευρώ θα σήμαιναν, σύμφωνα με την ενημέρωση, αύξηση των ορίων του ΠΔΕ και συνεπώς πρόσθετη δαπάνη.
Παράλληλα, επισημαίνεται ότι ο δανεισμός από την ΕΤΕΠ δεν αποτελεί δημοσιονομικό έσοδο αλλά χρηματοοικονομικό μέγεθος, ενώ η δαπάνη του Δήμου υπολογίζεται στον στόχο πρωτογενών δαπανών και στο πρωτογενές αποτέλεσμα. Και σε αυτή την περίπτωση, το υπουργείο υποστηρίζει ότι το κόστος θεωρείται μηδενικό από τον Αλέξη Τσίπρα.
Τέλος, το υπουργείο υπολογίζει σε 1,5 δισ. ευρώ ετησίως το κόστος της πρότασης για διάθεση από το εθνικό σκέλος των δημοσίων επενδύσεων ποσού 1,5 δισ. ευρώ τον χρόνο για το Εθνικό Ταμείο Σύγκλισης, καθώς, όπως αναφέρει, θα απαιτηθεί επιπλέον αύξηση των ορίων του Εθνικού Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων.
Η κυβερνητική ενημέρωση καταλήγει υποστηρίζοντας ότι αυτό είναι το πλήρες «κοστολογημένο» πρόγραμμα του Αλέξη Τσίπρα, με κόστος πάνω από 40 δισ. ευρώ στην τετραετία και όχι 7,5 δισ. ευρώ.
«Δεν γνωρίζουμε αν αυτή η παραπλανητική κοστολόγηση έγινε σκόπιμα ή από άγνοια. Τον καλούμε και πάλι λοιπόν να καταθέσει τις παρεμβάσεις του στο Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο και να παραδεχτεί έστω και αργά τα λάθη του», καταλήγει η ενημέρωση.
Διαβάστε περισσότερα
Thepressproject.gr
