Τελευταία νέα
Ηλεία: Ξυλοδαρμός 36χρονης και του πατέρα της με ρόπαλο από τον πρώην σύντροφό της Γαύδος: Ανατράπηκε βάρκα με 77 μετανάστες – 1 χωρίς τις αισθήσεις του, 25 αγνοούμενοι, 51 διασώθηκαν «Αντί-λογος» Υπαλλήλων Υπ. Εργασίας: Το νέο νομοσχέδιο του ΥΠΕΣ φέρνει ποινολόγιο, αυταρχισμό, αυθαιρεσία Δύο οι δρόμοι μπροστά μας: Συνέχεια της ΝΔ ή πραγματική αλλαγή με ΠΑΣΟΚ Νέα κόντρα Πατούλη – Γιάμαλη για τους γιατρούς Μαζωνάκη: Οι αναφορές στο «ωραίο χαμόγελο» και στον… ΣΥΡΙΖΑ Τραμπ: «Μπορεί να μείνουμε στον Ιράν και να κρατήσουμε εμείς τα πετρέλαια» Ανάπηρη αγορά εργασίας: Εμπόδια και λύσεις για τον εργασιακό αποκλεισμό των ανάπηρων ατόμων PISA: Γιατί τόσο χαμηλά οι μαθητικές επιδόσεις Γαλάζια σκάνδαλα / Novartis με άρωμα Predator! O Μαζωνάκης «στην παλιά του γειτονιά»: Στη Νίκαια για τη λαϊκή αγρυπνία η σορός του [εικόνες – βίντεο] Η σύζυγος του Κωστή Χατζηδάκη για Μαζωνάκη και «LifeStyle Medicine»: Με χυδαίο τσουβάλιασμα θέλουν να μας πλήξουν Λυκόβρυση: Νεκρός εντοπίστηκε άνδρας δίπλα στο αμάξι του στη γέφυρα της Εθνικής
Efsyn.gr

PISA: Γιατί τόσο χαμηλά οι μαθητικές επιδόσεις

Μια δεύτερη ματιά στα αποτελέσματα του τελευταίου διαγωνισμού της PISA από τον ΟΟΣΑ, που παρουσιάστηκαν από το υπουργείο Παιδείας και αφορούσαν την περσινή σχολική χρονιά, μας επιτρέπει μια περαιτέρω διερεύνηση των αιτιών της πρωτοφανούς διαπίστωσης για τη γενική υποχώρηση των επιδόσεων των 15χρονων μαθητών στα σχολεία των κρατών-μελών του οργανισμού.
Πέρα από τη σταθερά πολύ χαμηλή θέση της Ελλάδας στην κατάταξη, πέρα και από την αμφισβήτηση του θεσμού για την εξισωτική λογική απέναντι σε διαφορετικά εκπαιδευτικά συστήματα, ανακύπτουν δύο σημαντικά ευρήματα σχετικά με την απόδοση της σύγχρονης εκπαίδευσης γενικώς στη διεθνή πραγματικότητα και ειδικώς στην ελληνική.
Σε ό,τι αφορά, συνολικά, τα κράτη-μέλη του οργανισμού: «Οι επιδόσεις των μαθητών/τριών (κατά μέσο όρο) σε όλες τις χώρες και σε όλα τα αντικείμενα έπεσαν σε χαμηλό ιστορικό και ταυτόχρονα αυξάνονται διαρκώς οι μαθητές/τριες που δεν διαθέτουν το ελάχιστο επίπεδο εγγραμματισμού σε όλα τα αντικείμενα, όπως κατανόηση απλών κειμένων και απλούς μαθηματικούς συλλογισμούς και πράξεις». Για τη δε ελληνική πραγματικότητα: «Οι μαθητές/τριες αισθάνονται να βρίσκονται σε ένα μαθησιακό περιβάλλον σημαντικά φτωχότερο σε σχέση με τους μαθητές/τριες σε άλλες χώρες του ΟΟΣΑ (ειδικά των δημόσιων σχολείων)» και «εμφανίζουν αρνητική στάση απέναντι στη μάθηση και την αξία του σχολείου».
Τι φταίει, τι έχει αλλάξει, τι σημαίνει από τη μια η διεθνής καθίζηση και από την άλλη η αυξανόμενη δυσαρέσκεια των δικών μας μαθητών για το ελληνικό σχολείο; Η περίοδος του Covid σαφώς έπαιξε τον ρόλο της. Είναι μόνο αυτό; Ευρωπαίοι αξιωματούχοι ετοιμάζουν πακέτο μέτρων, ενώ οι ειδικοί αρχίζουν να εστιάζουν στην επέλαση της τεχνητής νοημοσύνης, στην αναθεώρηση των μοντέλων εκπαίδευσης με βάση τον ανταγωνισμό και την αγορά της εξειδίκευσης, σε μια νέα αναζήτηση τρόπων μετάδοσης και εμπέδωσης της γνώσης.
Φιλοξενούμε απαντήσεις από τον νέο εθνικό συντονιστή του προγράμματος PISA, καθηγητή Κοινωνικής και Εκπαιδευτικής Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, Κώστα Δημόπουλο, και τον καθηγητή Ιστορίας στο Τμήμα Επιστημών της Αγωγής και της Εκπαίδευσης στην Προσχολική Ηλικία, στο Πανεπιστήμιο Πατρών, Παντελή Κυπριανό.

Ο διεθνής διαγωνισμός και το άδηλο μέλλον του ελληνικού σχολείου
Δύο είναι τα κρίσιμα προβλήματα: η απαξίωση του σχολείου και η διάρρηξη των κοινωνικών σχέσεων στο εσωτερικό του
Παντελής Κυπριανός* 
Ο Ανδρέας Σλάιχερ, διευθυντής Εκπαίδευσης και Δεξιοτήτων του ΟΟΣΑ, εμπνεύστηκε το Πρόγραμμα PISA (Διεθνές Πρόγραμμα για την Αξιολόγηση των Μαθητών) τη δεκαετία του 1990. Στόχος, έγραψε, ήταν η άμιλλα 15χρονων μαθητών από διάφορες χώρες, η σύγκριση των εκπαιδευτικών συστημάτων προέλευσής τους και η βελτίωσή τους. Μαθητές Γ’ Γυμνασίου από το 2000, αρχικά από 43 χώρες, από 91 το 2025, καλούνται κάθε τρία χρόνια να διαγωνιστούν στη Γλώσσα, στα Μαθηματικά και στις Φυσικές Επιστήμες. Στα τρία πεδία προστέθηκε το 2025 και η Επίλυση Προβλημάτων σε Ψηφιακά Περιβάλλοντα.
Παρά τις αντιδράσεις, οι διαγωνισμοί PISA αναδείχτηκαν σε πρωτογενή πηγή μελέτης της εκπαίδευσης. Πέρα από τις επιδόσεις των μαθητών ανά γνωστικό πεδίο, αξιολογούνται ποικίλες πτυχές όπως το φύλο, η κοινωνική σύνθεση των μαθητών, η γεωγραφική τους προέλευση…
Οι Ελληνες μαθητές δεν τα πήγαν ιδιαίτερα καλά από την αρχή. Στους πρώτους διαγωνισμούς ήταν λίγο κάτω από τη μέση της κατάταξης. Οι προσπάθειες βελτίωσης δεν ευοδώθηκαν. Η Νίκη Κεραμέως εισήγαγε διαγωνισμό προετοιμασίας στα παιδιά της ΣΤ’ Δημοτικού, την «ελληνική PISA». Τα αποτελέσματα, ωστόσο, το 2022 και το 2025, ήταν προς το χειρότερο.
Στους πρώτους διαγωνισμούς του PISA διακρίνονταν οι Βορειοευρωπαίοι, η Φινλανδία κατά πρώτον. Εκπαιδευτικά συστήματα φιλελεύθερα, αποκεντρωμένα, με περιορισμένη γραφειοκρατία, με τάξεις με λίγα παιδιά, με υψηλούς μισθούς των εκπαιδευτικών, με συμμετοχή της οικογένειας. Προοδευτικά πρώτευσαν χώρες της Απω Ανατολής, με πρώτες τις δύο ομάδες από την Κίνα. Εκπαιδευτικά συστήματα συγκεντρωτικά, παιδαγωγικά και πολιτισμικά «παραδοσιακά», βασισμένα στην πειθαρχία και στη χρήση της τεχνολογίας, συστήματα όπου ο εκπαιδευτικός χαίρει σεβασμού από παιδιά και γονείς, όπου ο αριθμός των μαθητών ανά τάξη μειώνεται με τον χρόνο αλλά παραμένει ψηλός για τα δυτικά δεδομένα.
Στους διαγωνισμούς τα πήγαν μέτρια παραδοσιακά λίκνα της εκπαίδευσης, όπως η Γερμανία, η Γαλλία, οι Ηνωμένες Πολιτείες. Αντίθετα, ανέβηκαν στις κατατάξεις οι Βαλτικές χώρες, ιδιαίτερα η Εσθονία, οι οποίες, από όσο γνωρίζω βιβλιογραφικά, συνδυάζουν φιλελεύθερα στοιχεία με παραδοσιακά, εστιασμένα στην πειθαρχία και στους αυστηρούς παιδαγωγικούς κανόνες.
Το 2003, ο Βασίλειος Φθενάκης (1937-), καθηγητής Παιδαγωγικής σε γερμανικά πανεπιστήμια και σύμβουλος της βαυαρικής κυβέρνησης και τοπικών γερμανικών κυβερνήσεων, υποστήριξε ότι η γερμανική εκπαίδευση για να βελτιωθεί όφειλε να επενδύσει σε μια προσχολική εκπαίδευση εστιασμένη στη μάθηση. Ωρες μετά την ανακοίνωση των όχι κολακευτικών επιδόσεων των Γάλλων μαθητών στον διαγωνισμό του 2025, ο πρώην πρωθυπουργός και υποψήφιος πρόεδρος Γκαμπριέλ Ατάλ πρότεινε εντατικοποίηση των σπουδών στο Δημοτικό και επαναφορά των εισαγωγικών εξετάσεων για το Γυμνάσιο.
Στο ελληνικό ΥΠΑΙΘ διάβασαν τα αποτελέσματα του 2025 στη λογική του μισοάδειου-μισογεμάτου. «Η συνολική εικόνα για τη χώρα είναι μεικτή, αλλά με σαφείς ενδείξεις σταθεροποίησης: ανακόπτεται η πολυετής διεύρυνση της απόστασης από τον ΟΟΣΑ και την Ε.Ε.-27 και σε ορισμένα πεδία, ιδίως στα Μαθηματικά, υπάρχει σαφής τάση σύγκλισης. (…) Η χώρα υστερεί ακόμα σημαντικά στις επιδόσεις των μαθητών/τριών της έναντι του μέσου όρου του ΟΟΣΑ. (…) Η χώρα, επενδύοντας τα επόμενα χρόνια σε δρομολογημένες μεταρρυθμίσεις, όπως είναι το Εθνικό Απολυτήριο, η εφαρμογή των νέων Προγραμμάτων Σπουδών και του συστήματος του Πολλαπλού Βιβλίου, η περαιτέρω ψηφιακή σύγκλιση και, κυρίως, συνεχίζοντας και επεκτείνοντας την προσπάθεια αναβάθμισης της λογικής PISA στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, μπορεί βάσιμα να ελπίζει ότι οι πρώτες θετικές ενδείξεις που προέκυψαν στην έρευνα PISA 2025 θα είναι ακόμα περισσότερο ορατές στον επόμενο κύκλο της έρευνας το 2029».
Ελπίδα
Ωραιοποιημένη εκδοχή των αποτελεσμάτων, που δείχνει στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα. Συνοπτικά, δύο -νομίζω- είναι τα κρίσιμα προβλήματα: η απαξίωση του σχολείου και η διάρρηξη των κοινωνικών σχέσεων στο εσωτερικό του. Το σχολείο δεν κάνει τα παιδιά να ονειρεύονται, να επενδύσουν σ’ αυτό, στη γνώση.
Στα μάτια όλο και περισσότερων ταυτίζεται με το επαγγελματικό του αντίκρισμα. Η διάρρηξη των δεσμών στην εκπαιδευτική κοινότητα με την αυξανόμενη γραφειοκρατία, ιδιαίτερα μετά το 2019, και τον έλεγχο οδηγεί στην παθητικότητα, στην αναδίπλωση στο «εγώ». Αν συνυπολογίσουμε και τις πολύ χαμηλές απολαβές των εκπαιδευτικών, καταλαβαίνουμε γιατί το ενδιαφέρον για το επάγγελμα μειώνεται ραγδαία, ώστε μελλοντικά η σημερινή έλλειψη σε ειδικότητες μπορεί να πάρει τη μορφή χιονοστιβάδας.
*Πανεπιστήμιο Πατρών

Διεθνής υποχώρηση και πρώτες ενδείξεις σταθεροποίησης στην Ελλάδα
Η υποχώρηση της οικογενειακής υποστήριξης και η αυξανόμενη ετερογένεια των τάξεων κάνουν το έργο του σχολείου δυσκολότερο
Κώστας Δημόπουλος*
Η υποχώρηση των επιδόσεων στο PISA 2025 δεν αποτελεί αποκλειστικά και κυρίως ελληνικό φαινόμενο. Οι μέσες επιδόσεις των χωρών του ΟΟΣΑ έφτασαν στα χαμηλότερα επίπεδα από την έναρξη της έρευνας. Σε σύγκριση με το 2022, η μεγαλύτερη πτώση καταγράφηκε στην Κατανόηση Κειμένου, με 16 μονάδες, ακολούθησαν τα Μαθηματικά με 11, ενώ οι Φυσικές Επιστήμες παρουσίασαν μικρή και στατιστικά μη σημαντική μεταβολή. Ισχυρά συστήματα, όπως εκείνα της Φινλανδίας, της Ιρλανδίας, της Κορέας και της Σιγκαπούρης, υποχώρησαν επίσης. Η διεθνής κάμψη ήταν εντονότερη στους μαθητές με χαμηλές επιδόσεις, διευρύνοντας τον πληθυσμό που δεν κατακτά το βασικό επίπεδο επάρκειας.
Δεξιότητες
Οι αιτίες είναι σύνθετες. Οι μαθητές που εξετάστηκαν το 2025 φοιτούσαν στη Δ’ και την Ε’ Δημοτικού όταν η πανδημία διέκοψε τη διά ζώσης εκπαίδευση σε μια κρίσιμη ηλικία για την οικοδόμηση βασικών δεξιοτήτων.
Παράλληλα, η αυξημένη έκθεση σε ψηφιακά περιβάλλοντα, η συνεχής εναλλαγή σύντομων ερεθισμάτων και η υποχώρηση της παρατεταμένης ανάγνωσης δυσκολεύουν τη συγκέντρωση και την επεξεργασία σύνθετων κειμένων.
Το PISA δείχνει ότι η στοχευμένη χρήση ψηφιακών μέσων μπορεί να βοηθά τη μάθηση, ενώ η υπερβολική χρήση και η ψηφιακή διάσπαση συνδέονται με χαμηλότερες επιδόσεις. Στη διεθνή εικόνα συμβάλλουν επίσης η κάμψη της περιέργειας και της επιμονής, η αύξηση των απουσιών και τα προβλήματα πειθαρχίας στο σχολείο.
Η υποχώρηση της οικογενειακής υποστήριξης σε αρκετές χώρες και η αυξανόμενη ετερογένεια των τάξεων κάνουν το έργο του σχολείου ακόμα δυσκολότερο.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ελληνική εικόνα παραμένει δύσκολη, αλλά εμφανίζει ενθαρρυντικές μεταβολές. Σε σχέση με το 2022, στατιστικά σημαντική πτώση σημειώθηκε μόνο στην Κατανόηση Κειμένου. Στα Μαθηματικά και στις Φυσικές Επιστήμες οι μεταβολές δεν ήταν στατιστικά σημαντικές. Για πρώτη φορά έπειτα από περισσότερο από μία δεκαετία, η Ελλάδα ανακόπτει τη συνεχή διεύρυνση της απόστασής της από τον ΟΟΣΑ. Στα Μαθηματικά μάλιστα η πτώση περιορίστηκε στις 6 μονάδες, έναντι 11 στον ΟΟΣΑ και 12 στην Ε.Ε.-27, με αποτέλεσμα μια πρώτη σχετική σύγκλιση. Στην Κατανόηση Κειμένου η απόσταση από την Ε.Ε.-27 επίσης μειώθηκε. Η χώρα βελτίωσε τη σχετική θέση της στην Κατανόηση Κειμένου και στα Μαθηματικά και υποχώρησε λιγότερο από αρκετές χώρες με ισχυρότερες οικονομίες και υψηλότερες επιδόσεις.
Ψηφιακή υποδομή
Υπάρχουν και άλλα σημεία αισιοδοξίας. Περίπου ένα στα έξι ελληνικά σχολεία πέτυχε στις Φυσικές Επιστήμες επίδοση κοντά στον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, ενώ ανάμεσά τους βρίσκονται δημόσια σχολεία και σχολεία κοινωνικά λιγότερο προνομιούχων περιοχών.
Οι διαφορές επιδόσεων μεταξύ σχολείων είναι μικρότερες από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ και οι αποκλίσεις ανάμεσα σε αστικές και αγροτικές περιοχές μειώνονται. Το ποσοστό των κοινωνικά μειονεκτούντων μαθητών που επιτυγχάνουν υψηλές επιδόσεις είναι αντίστοιχο του ΟΟΣΑ. Παράλληλα, η ψηφιακή υποδομή των σχολείων ενισχύεται, συγκλίνοντας με τους διεθνείς μέσους όρους, ενώ η χρήση των αποτελεσμάτων αξιολόγησης για τον σχεδιασμό σχολικών δράσεων ενισχύθηκε περισσότερο από κάθε άλλη χώρα του ΟΟΣΑ.
Οι μαθητές στην Ελλάδα εκφράζουν ισχυρότερη αναπτυξιακή νοοτροπία, θέτουν στόχους και εμφανίζονται αισιόδοξοι για τη συνέχιση των σπουδών και τις επαγγελματικές προοπτικές τους. Βελτίωση παρατηρείται επίσης στη χώρα μας στο αίσθημα ασφάλειας των μαθητών στο σχολείο, στις αδικαιολόγητες ωριαίες απουσίες και στην αίσθηση του ανήκειν των μαθητών στη σχολική κοινότητα.
Οι προκλήσεις βέβαια για το ελληνικό σχολείο παραμένουν. Πολλοί μαθητές δεν κατακτούν το βασικό επίπεδο επάρκειας, τα αγόρια εμφανίζουν ιδιαίτερα χαμηλές επιδόσεις στην Κατανόηση Κειμένου και το χάσμα γηγενών και μεταναστών παραμένει μεγάλο. Οι μαθητές δηλώνουν περιορισμένη υποστήριξη από τους εκπαιδευτικούς και χαμηλή γνωστική ενεργοποίηση.
Το μήνυμα, επομένως, είναι σαφές: η Ελλάδα δεν έχει ακόμη αναστρέψει την πορεία της, αλλά διαθέτει πλέον σαφείς ενδείξεις σταθεροποίησης και συγκεκριμένα σημεία προόδου.
Η επόμενη φάση απαιτεί καλύτερη αξιοποίηση του προσωπικού, συστηματική καλλιέργεια της ανάγνωσης σε όλα τα μαθήματα, ενίσχυση της ενεργού μάθησης και έγκαιρη υποστήριξη των μαθητών με κενά. Ετσι, η σχετική σύγκλιση μπορεί να μετατραπεί σε σταθερή βελτίωση.
*Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, Εθνικός Συντονιστή του διαγωνισμού PISA στην Ελλάδα

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...