Πολλές οι ταινίες της εβδομάδας, αλλά μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχει η νέα και εν μέρει αυτοβιογραφική ταινία της Μαρί Κρόιτσερ, με ηρωίδα μια πιανίστα που ανακαλύπτει ότι ο άνδρας της εμπλέκεται σε σκάνδαλο παιδικής πορνογραφίας
Τρυφερό Κτήνος ★★★☆☆
(GentleMonster, Αυστρία, Γαλλία, 2026, 114’)
• Σκηνοθεσία: Μαρί Κρόιτσερ
• Ηθοποιοί: Λέα Σεϊντού, Γέλα Χάασε, Λόρενς Ρουπ
Η Μαρί Κρόιτσερ, τέσσερα χρόνια μετά το επιτυχημένο «Corsage» (2022), επιστρέφει με ένα κοινωνικό δράμα που καταπιάνεται με ένα ιδιαίτερα δύσκολο θέμα, το οποίο μοιάζει εν μέρει να αντανακλά και τη δική της ιστορία με τον ηθοποιό Φλόριαν Ταϊχτμάιστερ, πρωταγωνιστή στην προηγούμενη ταινία της, ο οποίος καταδικάστηκε για το ίδιο έγκλημα. Η ταινία της εξερευνά τις έννοιες της αγάπης, της εμπιστοσύνης και της ηθικής.
Η Λούσι, μια πιανίστρια, μετακομίζει με την οικογένειά της στην εξοχή, ελπίζοντας ότι η αλλαγή θα βοηθήσει τον σύζυγό της, Φίλιπ, να ξεπεράσει την επαγγελματική του εξουθένωση. Όταν όμως η αστυνομία συλλαμβάνει τον Φίλιπ για κατοχή και διάδοση παιδικής πορνογραφίας, η ζωή της ανατρέπεται. Έχοντας μείνει μόνη, πρέπει να προστατεύσει τον γιο της και να αντιμετωπίσει τον φόβο για όσα μπορεί να έχει κάνει ο άντρας που αγαπά.
Η Κρόιτσερ δείχνει από την πρώτη στιγμή ότι δεν ενδιαφέρεται να στρέψει τον φακό της στον Φίλιπ ή στις νομικές διαδικασίες, αλλά στη Λούσι και στο πώς αυτό το συνταρακτικό γεγονός αλλάζει σταδιακά την άποψή της για τον άντρα που αγάπησε και εμπιστευόταν. Ίσως αυτό είναι και το πιο ενδιαφέρον κομμάτι της ταινίας, καθώς η Κρόιτσερ σιγά σιγά αποδομεί τη σχέση τους και επικεντρώνεται στην εύθραυστη ψυχολογία της Λούσι, μιας γυναίκας που προσπαθεί να συμφιλιωθεί με την ιδέα ότι ο άντρας της είναι ένα τέρας.
Αυτή η διαδρομή στην συνειδητοποίηση, καταγράφεται μέσα από σιωπές, μινιμαλιστικούς διαλόγους και συναισθήματα που η Λούσι συνεχώς καταπιέζει. «Δεν υπάρχει κουμπί που πατάς και σταματάς να αγαπάς», λέει κάποια στιγμή η Λούσι στη μητέρα της, και πράγματι η ίδια αδυνατεί να προχωρήσει παρακάτω, πιστεύοντας τελικά τον άντρα της, όταν εκείνος δικαιολογεί τις πράξεις του, λέγοντας ότι απλώς μοιραζόταν τα αρχεία για τα χρήματα.
Όμως, το να πιστεύεις κάποιον δεν σημαίνει ότι τον εμπιστεύεσαι κιόλας. Η Λούσι προσπαθεί να επαναπροσδιορίσει τη σχέση της με τον Φίλιπ, έχοντας όμως πάντα στο μυαλό της τον γιο της και διερωτώμενη αν ο άντρας της του έκανε κάποιο κακό. Η Κρόιτσερ δείχνει αυτή τη σχέση αγάπης-μίσους, εμπιστοσύνης-καχυποψίας, όχι μέσα από υπερβολικές συναισθηματικές σκηνές, αλλά μέσα από μια παγερή απεικόνιση του συναισθήματος. Η Λούσι μοιάζει σαν να έχει παγώσει μέσα στον χρόνο. Είναι τέτοια η ανατροπή στη ζωή της που φαίνεται ότι δεν έχει χωνέψει ακόμα τι έχει συμβεί. Η σύγκρουση που συντελείται μέσα της είναι τέτοια, που αδυνατεί να εξωτερικεύσει τα συναισθήματά της. Το ίδιο συμβαίνει και με τον Φίλιπ. Δεν υπάρχουν φωνές, αντίσταση, παρά μόνο ένα «ευγενικό τέρας», ένας φυσιολογικός, φαινομενικά, άνθρωπος. Την Κρόιτσερ δεν την ενδιαφέρει να δημιουργήσει ένα δράμα με εντάσεις ή ένα ψυχολογικό θρίλερ, αλλά να αποτυπώσει ρεαλιστικά τα ρήγματα που δημιουργεί ένα τέτοιο γεγονός στη ζωή μιας γυναίκας.
Η σκηνοθέτις διαλύει κατά διαστήματα τη γραμμική αφήγηση και με flashback σκηνές αποκαλύπτει προβληματικές συμπεριφορές του Φίλιπ. Αυτές οι σκηνές, αν και δεν ενσωματώνονται πάντα φυσιολογικά στη ροή της αφήγησης και επαναλαμβάνονται αρκετά, μοιάζουν περισσότερο με αναμνήσεις της Λούσι, που αναζητά πια, γεμάτη τύψεις, σημάδια από το παρελθόν.
Η Κρόιτσερ όμως, ποτέ δεν καταφέρνει να ξεπεράσει το επίπεδο της εσωστρέφειας που διατρέχει όλη την ταινία της. Η ενοχή που κουβαλάει η Λούσι εγκλωβίζεται μονάχα στη σιωπηλή και μετρημένη ερμηνεία της Λέα Σεϊντού, ενώ η αλληλεπίδρασή της με τη Γέλα Χάασε, που υποδύεται την αστυνομικό Έλσα Κουν, και τους άλλους χαρακτήρες μένει σε ένα πρώτο επίπεδο, χωρίς ποτέ να εμβαθύνει.
Η Έλσα Κουν και η δική της προσωπική ιστορίαμε τον πατέρα της (η οποία μοιάζει γραμμένη επιπόλαια), ποτέ δεν αναλύεται σε βάθος. Η προσπάθεια να δημιουργηθούν δυο εκ διαμέτρου αντίθετοι χαρακτήρες, η Λούσι είναι πιο εξωστρεφής και εμπιστεύεται πιο εύκολα ενώ η Κουν λόγω της δουλειάς της έχει υψώσει ένα τεράστιο τοίχο απέναντι στους άλλους, δεν αξιοποιείται τελικά και μοιάζει απλώς να γεμίζει τον κινηματογραφικό χρόνο.
ResidentEvil ★1/2☆☆☆
(ΗΠΑ, 2026, 90’)
• Σκηνοθεσία: Ζακ Κρέγκερ
• Ηθοποιοί: Οστιν Έιμπραμς, Ζακ Τσέρι, Κάλι Ρέις
Το «Resident Evil» επιστρέφει με την 8η κινηματογραφική μεταφορά του δημοφιλούς video game της Capcom, που άλλαξε για πάντα το survival horror. Αυτή τη φορά, στη σκηνοθετική καρέκλα κάθεται ο σκηνοθέτης του «Barbarian», (2022) και του πρόσφατου «Weapons», 2025, Ζακ Κρέγκερ. Η ταινία ακολουθεί τον Μπράιαν, έναν κούριερ ιατρικού υλικούπου, χωρίς να το θέλει, βρίσκεται μπλεγμένος σε έναν ασταμάτητο αγώνα επιβίωσης, καθώς μια μοιραία, φρικιαστική νύχτα διαλύει τα πάντα γύρω του και το χάος επικρατεί.
Κινηματογραφικά, το «Resident Evil» είναι ένα ξεκάθαρο προϊόν του Κρέγκερ. Έχει όλα τα στοιχεία της φιλμογραφίας του: ατμόσφαιρα, αξιόλογα jump scares, μπόλικο αίμα και αρκετά κωμικά στοιχεία. Καταφέρνει σε μεγάλο βαθμό να «παντρέψει» αυτά τα στοιχεία και όντως δημιουργεί μια ταινία καθαρού survival horror, όπως είναι κυρίως το πρώτο παιχνίδι της σειράς, ενώ αξιοποιεί στοιχεία και από τις πιο καινούργιες προσθήκες (R.E. 7 & R.E. 8), όπου η σειρά μετακινήθηκε από το action horror ξανά στις ρίζες της (π.χ. μερικά πλάνα έχουν γυριστεί από την οπτική του πρώτου προσώπου (firstperson).
Ο Κρέγκερ «χτίζει» μια ταινία που περικλείει μέσα της πολλά κρυφές αναφορές (eastereggs) και συνδυάζει δυστυχώς άνευρη δράση με προβλέψιμο τρόμο. Σεναριακά, όλα είναι τόσο γραμμικά και προβλέψιμα, ενώ η ταινία μοιάζει με μια χαμηλού προϋπολογισμού παραγωγή, που γίνεται περισσότερο για να δοκιμαστούν τα νερά και να διαπιστωθεί αν αξίζει να επενδυθούν περισσότερα στην επόμενη ταινία (αν υπάρξει επόμενη).
Μοιάζει περισσότερο να θέλει να εκμεταλλευτεί το όνομα του «Resident Evil» παρά να δημιουργήσει κάτι αξιόλογο. Προσεγγίζει εξ’ αρχής την ταινία ως μια ανόητη ιδέα, διακωμωδώντας συνεχώς τον ήρωά του, που είναι απίστευτα μονοδιάστατος και ρηχός, αλλά και τις συνθήκες στις οποίες βρίσκεται και κατ’ επέκταση, τους μηχανισμούς του ίδιου του παιχνιδιού.
Μοιάζει σαν να πιστεύει ότι η μεταφορά ενός video game στη μεγάλη οθόνη είναι κάτι ανούσιο, οπότε προσπαθεί να το αποδομήσει.
Σίγουρα, ένα βιντεοπαιχνίδι δεν ακολουθεί τους κανόνες ενός ρεαλιστικού κόσμου, πώς θα μπορούσε, άλλωστε; ούτε το «Resident Evil» φημίζεται πάντα για τα καλογραμμένα σενάριά του. Υπάρχει, όμως, άφθονο υλικό, όπως η βιοτρομοκρατία, που αποτελεί βασικό στοιχείο της σειράς, ώστε να συνδεθεί το υλικό των παιχνιδιών με μια ταινία που θα κατάφερνε να συνδυάσει αφήγηση και δράση ώστε διατηρήσει το ενδιαφέρον τόσο του θεατή όσο και των θαυμαστών της σειράς.
Στη συγκεκριμένη ταινία, και οι δύο θα φύγουν απογοητευμένοι. Δεν μπορεί να λειτουργήσει ούτε ως guilty pleasure, όπως ήταν τουλάχιστον οι προηγούμενες ταινίες (κυρίως οι τρεις πρώτες, τις υπόλοιπες καλό είναι να τις ξεχάσουμε). Αντίθετα, μοιάζει με μια άχρωμη, περιττή ταινία που απλώς προετοιμάζει το έδαφος για μια άλλη.
Παράλληλες Ιστορίες ★1/2☆☆☆
(ParallelTales, Γαλλία, 2026, 139’)
• Σκηνοθεσία: Ασγκάρ Φαραντί
• Ηθοποιοί: Ιζαμπέλ Ιπέρ, Βιρζινί Εφιρά, Βενσάν Κασέλ
Αναζητώντας υλικό για το νέο της μυθιστόρημα, μια εσωστρεφής συγγραφέας παρακολουθεί κρυφά τους γείτονές της στην απέναντι πολυκατοικία. Όταν προσλαμβάνει έναν νεαρό για να τη βοηθά στην καθημερινότητά της, δεν φαντάζεται πως η παρουσία του θα ανατρέψει τις ζωές όλων τους.
Ο Ιρανός σκηνοθέτης Ασγκάρ Φαραντί, του εξαιρετικού «Ένας χωρισμός» (2011), επιστρέφει στο σινεμά πέντε χρόνια μετά την τελευταία του ταινία («A Hero», 2021), με μια απογοητευτική ταινία που δεν θυμίζει σε τίποτα τη σκηνοθετική και σεναριακή του δεξιοτεχνία.
Εμπνευσμένος από τη μικρού μήκους ταινία του Κριστόφ Κισλόφσκι «Μικρή Ιστορία για Έναν Έρωτα», 1988, ο Φαραντί κατασκευάζει μια ταινία που διερευνά, μέσα από στοιχεία ψυχολογικού θρίλερ, την έννοια του δημιουργού, το ηδονοβλεπτικό βλέμμα, αλλά και τα όρια μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας, τα οποία, όταν μπερδεύονται, μπορούν να οδηγήσουν σε καταστροφικά αποτελέσματα.
Με μια αναποφασιστικότητα εκ μέρους του Φαραντί για το πώς θα διαχειριστεί το υλικό του, η ταινία ισορροπεί ανάμεσα στην προσπάθεια αποτύπωσης, με ρεαλιστικούς όρους, των σχέσεων που διέπουν τους χαρακτήρες και στην προσπάθεια χτισίματος ενός σασπένς που όμως κινηματογραφικά δεν λειτουργεί.
Το τελευταίο συμβαίνει κυρίως γιατί η ταινία μοιάζει άτονη, αποκομμένη από οποιοδήποτε συναίσθημα. Η Ιζαμπέλ Ιπέρ, που παίζει τον ρόλο της Σιλβί, μιας γερασμένης πια συγγραφέα που αναζητά την έμπνευση κατασκοπεύοντας το απέναντι διαμέρισμα, μοιάζει με στερεοτυπικό χαρακτήρα, με την ίδια να δίνει εδώ μια πολύ μέτρια ερμηνεία. Ταυτόχρονα, ο Άνταμ (Άνταμ Μπέσα) σκιαγραφείται στην αρχή ως ένας συμπαθητικός νέος, για να αποκαλυφθεί ότι κρύβει μέσα του μια σκοτεινή πλευρά. Ο χαρακτήρας του όμως είναι τόσο σχηματικός, που ποτέ δεν εισχωρούμε σε βάθος στον διαταραγμένο ψυχισμό του.
Ο Φαραντί μοιάζει να αντιμετωπίζει όλους τους χαρακτήρες του ως λέξεις γραμμένες πάνω σε ένα σενάριο. Μοιάζουν όλοι ψεύτικοι. Ο ρεαλισμός με τον οποίο προσπαθεί να κινηματογραφήσει διάφορες σκηνές έρχεται να συγκρουστεί με αυτούς τους ψεύτικους, σχηματικούς χαρακτήρες, που μοιάζουν σαν να «γεννήθηκαν» εκείνη τη στιγμή, χωρίς να έχουν μια ανθρώπινη διάσταση και να υπάρχουν στον έξω κόσμο.
Η ταινία προσπαθεί συνεχώς να θολώνει τα όρια μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας και να κάνει σεναριακές συνδέσεις ώστε να οδηγηθεί στο τελικό αποτέλεσμα, που μοιάζει περισσότερο κωμικό παρά συγκλονιστικό. Η δήθεν πολυπλοκότητα του σεναρίου δεν έχει κάποια ουσιαστική δύναμη. Όλα είναι ξεκάθαρα για τον θεατή και προβλέψιμα. Μια επαναληπτικότητα έρχεται να συμπληρώσει τη νωθρότητα των σκηνών. Ακόμη και το σημαντικό γεγονός της κακοποίησης μοιάζει με μια αμήχανη προσθήκη, που ο σκηνοθέτης διαχειρίζεται τελείως επιπόλαια.
Τίποτα από αυτό το έργο δεν θυμίζει την ικανότητα του Φαραντί να εξιστορεί σημαντικές ιστορίες, με αληθινούς ανθρώπους.
Tennis Maestro ★★☆☆☆
(Il Maestro, Ιταλία, 2025, 125’)
• Σκηνοθεσία: Αντρέα Ντι Στέφανο
• Ηθοποιοί: Πιερφραντσέσκο Φαβίνο, Τιτσιάνο Μενικέλι, Τζοβάνι Λουντέν
Ο Αντρέα Ντι Στέφανο («Η Τελευταία Νύχτα του Φράνκο Αμόρε», 2023) σκηνοθετεί την τέταρτη μεγάλου μήκους ταινία του, η οποία έκανε πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Βενετίας και διαδραματίζεται στην Ιταλία στα τέλη της δεκαετίας του ’80. Ο 13χρονος Φελίτσε, μεγαλωμένος κάτω από την πίεση του πατέρα του να διακριθεί στο τένις, γνωρίζει τον Ραούλ Γκάτι, έναν αντισυμβατικό πρώην πρωταθλητή. Μαζί διασχίζουν την ιταλική ακτογραμμή, σε ένα καλοκαιρινό ταξίδι που θα αλλάξει τη ζωή και των δύο.
Δύο εξαιρετικοί πρωταγωνιστές (Πιερφραντσέσκο Φαβίνο & Τιτσιάνο Μενικέλι) δεν αξιοποιούνται ποτέ σε μια ταινία που έχει σκηνοθετική ματιά και ένα ευρηματικό μοντάζ (Τζότζιο Φρανκίνι), αλλά λίγα να προσφέρει. Στην αρχή, η ταινία σε κρατάει και προμηνύει ότι θα δεις μια ταινία ενηλικίωσης που όχι μόνο θα εξερευνήσει τους δύο κεντρικούς χαρακτήρες, αλλά θα καταπιαστεί και με τη σχέση του μικρού αγοριού με την πίεση για επιτυχία. Δυστυχώς, όσο η ταινία κυλάει, η σχέση των δύο πρωταγωνιστών καταλήγει να συμπληρώνει όλα τα κλισέ κουτάκια μιας coming-of-age ταινίας, με στερεοτυπικές ιδέες που στοιβάζονται η μία πάνω στην άλλη, οδηγώντας σε μια προβλέψιμη ανάπτυξη των χαρακτήρων.
Ήδη στα μισά, η ταινία μοιάζει να έχει κρατήσει πολύ περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται, εξαντλώντας τις θεματικές της. Στη δεκαετία του ’00, σίγουρα μια τέτοια ταινία θα είχε την τιμητική της. Τώρα μοιάζει απίστευτα παρωχημένη.
Κότα ★☆☆☆☆
(Hen, Ελλάδα, Ουγγαρία, 2025, 96’)
• Σκηνοθεσία: Γκιόργκι Πάλφι
• Ηθοποιοί: Γιάννης Κοκκιασμένος, Αργύρης Πανταζάρας, Μαρία Διακοπαναγιώτου
Αφού δραπετεύει από μια φάρμα, μια κότα βρίσκει καταφύγιο σε ένα υπό διάλυση εστιατόριο, όπου ανακαλύπτει τον έρωτα και παλεύει να προστατεύσει τα αυγά της από τον άπληστο ιδιοκτήτη.
Η νέα ταινία του Γκιόργκι Πάλφι («Taxidermia», 2006) έχει για πρωταγωνίστρια… μια κότα, όπως μας πληροφορεί και ο τίτλος. Αυτή η ιδιοσυγκρασιακή ταινία προσπαθεί να δημιουργήσει, μέσα από τις περιπέτειες μιας κότας, άλλοτε διανθισμένες με κωμικά στοιχεία και άλλοτε με δραματικά, μια αλληγορία για τον σύγχρονο κόσμο και το human trafficking (;).
Αν κάτι μπορούμε να κρατήσουμε από την ταινία είναι η σκηνοθεσία. Μετά από αυτή, το απόλυτο χάος. Τίποτα το αξιοσημείωτο δεν συμβαίνει και οι σοβαρές θεματικές της ταινίας υπονομεύονται, όταν τελικά το επίκεντρό της είναι μια αξιαγάπητη, κατ’ άλλα, κότα. Η ιδέα μοιάζει περισσότερο με τέχνασμα για να τραβήξει το βλέμμα των θεατών και να προκαλέσει συζήτηση,καθώς δεν υπάρχει αφηγηματική συνοχή, με το σενάριο να αποτελεί ένα ασύνδετο συνονθύλευμα από σκηνές που προσπαθούν να δώσουν και έναν τόνο αστυνομικού θρίλερ. Η ταινία μοιάζει να διαρκώς να προσπαθεί να δικαιολογήσει την διάρκειά της, με το μοντάζ να επιμηκύνει τα πάντα, ώστε να ξεπεράσει τη διάρκεια μιας μικρού μήκους ταινίας.
Ακόμη, θα παραμείνει το ερώτημα γιατί να χρησιμοποιηθεί μια κανονική κότα (κότες για την ακρίβεια καθώς χρησιμοποιήθηκαν περισσότερες από μια); Δεν προσφέρει τίποτα στην ιστορία, ίσα ίσα που αποδυναμώνει ένα από τα κεντρικά μηνύματα της ταινίας, που είναι η εκμετάλλευση των ζώων από των άνθρωπο. Μια χαρά θα λεγόταν η ιστορία και με μια Cgiκότα, με λιγότερους κιόλας περιορισμούς στο γύρισμα.
Ράλλυ από το Παρίσι στις Πυραμίδες
(Rally from Paris to the Pyramids, Νορβηγία, 2025, 78’)
• Σκηνοθεσία: Ράσμους Α. Σίβερτσεν
• Με τις φωνές των: Τόνια Μαράκη, Τάκης Σακελλαρίου, Κώστας Τερζάκης
Στο εκκεντρικό χωριό Φλάκλιπα, ο φιλόδοξος Σόλαν και ο ντροπαλός φίλος του, Λούντβιχ, αποφασίζουν να αποκαταστήσουν τη φήμη του εφευρέτη Ρίοντορ, μετά από ένα πείραμα που πήγε στραβά. Έτσι, παίρνουν μέρος σε έναν τρελό διεθνή αγώνα αυτοκινήτων από το Παρίσι μέχρι την Αίγυπτο, με το θρυλικό «Il Tempo Gigante». Μια ξέφρενη περιπέτεια γεμάτη ταχύτητα, σαμποτάζ και απρόοπτα.
Κωδικός Τεχεράνη
(TheFix, ΗΠΑ, 2026, 142’)
• Σκηνοθεσία: Γκάι Μόσε
• Ηθοποιοί: Ζάκαρι Λέβι, Λίαμ Νίσον, Γουές Τσάταμ
Ύστερα από μια αποτυχημένη αποστολή, ο Τάκερ, πρώην πράκτορας της CIA, οδηγεί μια ομάδα απογοητευμένων πρώην κατασκόπων στην αναζήτηση εκατομμυρίων δολαρίων σε μετρητά, που χάθηκαν κατά την κατάληψη της αμερικανικής πρεσβείας στην Τεχεράνη το 1979.
Η Επέλαση
(Onslaught, ΗΠΑ, 2026, 92’)
• Σκηνοθεσία: Άνταμ Γουίνγκαρντ
• Ηθοποιοί: Αντρια Αρχόνα, Νταν Στίβενς, Αλεξ Περέιρα
Στην έρημο του Νέου Μεξικού, μια πρώην ελεύθερη σκοπεύτρια του στρατού θα χρειαστεί να επιστρατεύσει όλες τις ικανότητές της για να προστατεύσει την κόρη της, όταν τρεις γενετικά τροποποιημένοι super-soldiers δραπετεύουν από μια μυστική κυβερνητική εγκατάσταση και πολιορκούν την απομονωμένη κοινότητά τους.
ΕΠΑΝΕΚΔΟΣΕΙΣ
Ο θάνατος ενός Γραφειοκράτη ★★★1/2☆
(DeathofaBureaucrat, Κούβα, 1966, 85’)
• Σκηνοθεσία: Τομάς Γκουτιέρες Αλέα
• Ηθοποιοί: Σαλβαδόρ Γουντ, Σίλβια Πλάνας, Μανουέλ Εστανίγιο
Όταν ένας σταχανοβίτης εργάτης χάνει τη ζωή του εν ώρα καθήκοντος, οι σύντροφοί του τον θάβουν μαζί με το εργατικό του βιβλιάριο. Η χήρα του όμως δεν μπορεί να πάρει τη σύνταξή του χωρίς αυτό. Ο αφελής ανιψιός της προσφέρεται να το ανακτήσει και μπλέκει σε έναν απίστευτο γραφειοκρατικό λαβύρινθο, έναν κόσμο εχθρικό και σχεδόν καφκικό, όπου η παράνοια συναντά την ιλαρότητα και το τραγικό το γελοίο. Μια κωμικοτραγική ταινία που σατιρίζει εύστοχα τον γραφειοκρατικό παραλογισμό και το αδιέξοδο του συστήματος, με τον Αλέα να δημιουργεί μια καφκική ατμόσφαιρα που εντείνεται από την εξαιρετική ασπρόμαυρη φωτογραφία του Ραμόν Φ. Σουάρες.
Διαβάστε περισσότερα
