Η δημόσια σφαίρα, μετά το καλοκαίρι, ζωντάνεψε από τον θάνατο μιας διασημότητας. Και, κυρίως, με τα επακόλουθα αυτού του θανάτου. Εάν είχε πεθάνει, με τον τρόπο που πέθανε ο Μαζωνάκης, ένας άλλος συνάνθρωπός μας, τα πράγματα θα ήταν τελείως διαφορετικά.
Για μια ακόμα φορά ο δημόσιος χώρος κατακλύστηκε σχεδόν από τον ιδιωτικό. Ο παραγκωνισμός και η παραμέληση των πολιτών, πάντα, οδηγούν αρκετούς να βρίσκουν έναν «χώρο συμμετοχής». Αλλά για μια ακόμα φορά, αυτός ο χώρος είχε όλα τα στοιχεία των αδιεξόδων της μεγάλης εικόνας. Η τραγικότητα και το άδοξο τέλος ενός συνανθρώπου μας ενεπλάκησαν με την επιστήμη αλλά και τον τσαρλατανισμό, τον πλούτο και τη φτώχεια, τους θεσμούς και την αποτελεσματικότητά τους, τη θρησκευτικότητα και τη μη θρησκεία, τις εξατομικευμένες στάσεις και αντιλήψεις, την έκφραση της λαϊκότητας και την υψηλή κουλτούρα, την πολιτική και την παραπολιτική… Ολα, μα όλα, πίσω από ένα έμμονο μοτίβο. Τη διασημότητα, το χρήμα και το παντοειδές κέρδος με κάθε αθέμιτο τρόπο και πέρα από κάθε πιθανή στάση εντιμότητας, ανθρωπιάς και κοινωνικής ενσυναίσθησης.
Ο Καναδός θεωρητικός των μέσων ενημέρωσης Μάρσαλ Μακ Λούαν (στο βιβλίο του «Media – Οι προεκτάσεις του ανθρώπου», εκδ. Κάλβος, 1990) είχε διατυπώσει τη θέση του για τις διαφορετικές επιδράσεις που ασκούν τα μίντια στην κοινωνία. Η θέση συνοψιζόταν στην περιβόητη φράση «Το Μέσο είναι το μήνυμα». Με άλλα λόγια, η κοινωνία επηρεάζεται πολύ περισσότερο από τη μορφή των μίντια (τηλεόραση, εφημερίδες, ραδιόφωνο, ψηφιακός Τύπος κ.λπ.) και όχι από το περιεχόμενο ή τα μηνύματα που μεταδίδουν. Ετσι, παρακολουθήσαμε τα λόγια μιας άλλης διασημότητας που έκαναν να λιώσουν όλοι όσοι βρέθηκαν στην κηδεία: «Δεν μπορώ να το πιστέψω».
Ο Μακ Λούαν είχε διατυπώσει επίσης την αισιόδοξη πρόβλεψη ότι, μέσω των μίντια, όλος ο κόσμος θα πάρει τη μορφή ενός «παγκόσμιου χωριού». Σε εμάς έχει μείνει μόνο το χωριό. Κι αυτό, γιατί ένα μεγάλο μέρος της μιντιόσφαιρας, του πρωινάδικου, του σκανδαλοθηρικού ταμπλόιντ, του ηλεκτρονικού Μέσου, αλλά και των σοβαρών εκπομπών, δεν ασχολείται με την παραγωγή ειδήσεων αλλά με τη διατήρηση της κουλτούρας διασημοτήτων για την καταπολέμηση της μειωμένης κυκλοφορίας, ακροαματικότητας και θεαματικότητας. Είναι το κλίμα που αρκετοί έχουν ονομάσει «βιομηχανία διασημοτήτων». Και ο ορισμός της διασημότητας, δυστυχώς, είναι ταυτοτικός: «Διασημότητα είναι το άτομο που είναι ήδη γνωστό για την αναγνωρισιμότητά του».
Το άλλο σημείο έχει να κάνει με τον «δημόσιο χώρο» και τις ατέλειές του. Ή μάλλον με την αλλοτρίωσή του από την κουλτούρα της διασημότητας. Δεν είναι το σαλόνι διαβούλευσης που θα οδηγούσε στον εκδημοκρατισμό – όπως το είχε σκεφτεί ο Χάμπερμας. Είναι ο ιδιωτικός χώρος που τα έχει όλα, τα αλέθει όλα και τα πουλάει όλα: από το σαλόνι, τον ορθολογισμό, τον τσαρλατανισμό, την παραπολιτική μέχρι το κέρδος της αγοράς ή και τον φασισμό.
Το μικροχάος δημιουργεί φραγμούς αποκωδικοποίησης του μεγαλύτερου χάους στην περιοχή μας –λόγου χάρη, του χάους που προκαλούν οι Τραμπ, Νετανιάχου, Ερντογάν–, με εμάς κάθε φορά να παρακολουθούμε σε «ζωντανή αναμετάδοση» την καταστροφή της ζωής μας.
«Στο μεταξύ, μας σκοτώνουν με μικρές δόσεις, πολύ ταχτικά, πολύ σιωπηλά, πολύ σοφά. Κάθε μέρα γυρίζουμε στο σπίτι μας για να θάψουμε ένα νεκρό: μια σκέψη, ένα αίσθημα. Σε λόγο δε θα ’χουμε τίποτε άλλο να κάνουμε παρά να κοιτάζουμε πώς να βρούμε το ταΐνι μας (σ.σ. το καθημερινό φαγητό μας στο σιτηρέσιο), σαν τα σκυλιά και σαν τις γάτες με μόνη τη διαφορά, το χειρότερο, πως θα κουβαλούμε μαζί μας τα υπολείμματα των ανθρώπων που ήμασταν». Πρόκειται για πικρή παράθεση αισθημάτων από το ημερολόγιο του Γιώργου Σεφέρη στο έργο του «Μέρες Γ΄» που γράφτηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιουλίου 1940, σε μια εξαιρετικά σκοτεινή περίοδο για την Ελλάδα και την Ευρώπη: λίγους μόλις μήνες πριν από την έκρηξη του Ελληνοϊταλικού Πολέμου.
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
