–Θεσσαλονίκη: λίγα βήματα από το λιμάνι, πόσα από το ολοκληρωμένο προϊόν;
Γράφει η Δρ. Λεμονιά Παπαδοπούλου-Κελίδου
Χρόνια τώρα, μόλις πλησιάζει το τέλος του καλοκαιριού, ανοίγουμε την ίδια συζήτηση. Πώς θα επιμηκύνουμε την τουριστική περίοδο; Πώς θα έχουμε τουρισμό τον Οκτώβριο και τον Νοέμβριο; Πώς θα αυξήσουμε την κατά κεφαλήν δαπάνη και όχι απλώς τις αφίξεις; Και την ώρα που επαναλαμβάνουμε τα ίδια ερωτήματα, στους περισσότερους εποχικούς προορισμούς τα ρολά αρχίζουν να κατεβαίνουν.#money-grid-35365{list-style:none;margin:0;padding:0;overflow:hidden;}#money-grid-35365>li{float:left;width:49%;min-width:250px;list-style:none;margin:0 1% 1% 0;;padding:0;overflow:hidden;}#money-grid-35365>li.last{margin-right:0;}#money-grid-35365>li.last+li{clear:both;}@media only screen and (max-width:768px) {#money-grid-35365>li{width:100%;}}
Παράλληλα ξεκινά η συζήτηση για την επόμενη χρονιά, ιδίως στην κρουαζιέρα, με ακόμη πιο φιλόδοξους αριθμητικούς στόχους. Περισσότερα πλοία, περισσότεροι επιβάτες, περισσότερες αφίξεις. Συχνά όμως χωρίς να έχει προηγηθεί το βασικό ερώτημα: αν ο επισκέπτης έρθει, τι ακριβώς θα του δώσουμε να κάνει;
Η επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου δεν είναι πρωτίστως ζήτημα marketing. Δεν αρκεί μια ακόμη καμπάνια που θα εξηγεί ότι στην Ελλάδα έχει καλό καιρό και τον Οκτώβριο. Δεν είναι ούτε τόσο απλό όσο να ζητήσουμε από τα ξενοδοχεία να παραμείνουν ανοιχτά. Γιατί να μείνει ανοιχτό ένα ξενοδοχείο όταν γύρω του ο προορισμός έχει κλείσει; Και γιατί να παραμείνει ανοιχτό ένα εστιατόριο επτά ημέρες την εβδομάδα όταν έχει έναν ή δύο πελάτες; Γιατί να κρατήσει προσωπικό ένας επιχειρηματίας, να οργανώσει δραστηριότητες ένας επαγγελματίας ή να ανοίξει ένα επισκέψιμο εργαστήριο ένας τοπικός παραγωγός χωρίς να γνωρίζει αν θα υπάρχει σταθερή ζήτηση;
Εδώ βρίσκεται κάτι που συχνά παραβλέπουμε. Η εποχικότητα είναι και πρόβλημα συντονισμού. Η μία επιχείρηση περιμένει την άλλη να κινηθεί πρώτη. Αν κλείσουν οι περισσότεροι, είναι απολύτως ορθολογικό να κλείσει και ο επόμενος. Το αποτέλεσμα όμως είναι συλλογικά χειρότερο για όλους. Ο προορισμός πέφτει κάτω από μια κρίσιμη μάζα υπηρεσιών και παύει να λειτουργεί ως προορισμός, παρότι τα ξενοδοχεία, τα μνημεία, η φύση και η γαστρονομία εξακολουθούν να υπάρχουν. Με απλά λόγια, χρειάζεται ένα ελάχιστο λειτουργικό οικοσύστημα. Ένας επισκέπτης δεν αγοράζει ένα ανοιχτό ξενοδοχείο. Αγοράζει έναν προορισμό που λειτουργεί.
Αυτό είναι destination management. Και εδώ αρχίζει η πραγματική διαπραγμάτευση μεταξύ των φορέων. Όχι άλλη μία συνάντηση στην οποία όλοι συμφωνούν ότι πρέπει να επιμηκυνθεί η περίοδος. Αυτό είναι ευχή. Συμφωνία σημαίνει ότι ξενοδόχοι, εστίαση, εμπορικός κόσμος, μουσεία, πολιτιστικοί φορείς, μεταφορείς, ξεναγοί, τοπικοί παραγωγοί, λιμένες και αυτοδιοίκηση αποφασίζουν τι ακριβώς μπορεί να κάνει ένας επισκέπτης που φτάνει στον προορισμό στις 10 Νοεμβρίου. Πού θα πάει το πρωί, τι θα επισκεφθεί, πού θα φάει, ποια εμπειρία θα αγοράσει, τι θα κάνει όταν σκοτεινιάσει νωρίς, τι θα είναι ανοιχτό και τι θα τον κάνει να παραμείνει άλλη μία ημέρα.
Αν η απάντηση είναι «έχουμε βουνό», έχουμε φυσικό πόρο. Αν λέμε «έχουμε μνημεία», έχουμε πολιτιστικό κεφάλαιο. Αν λέμε «έχουμε υπέροχο φαγητό», έχουμε γαστρονομικό πλεονέκτημα. Δεν έχουμε ακόμη τουριστικό προϊόν. Το ίδιο ισχύει για την ιστορία, τη μυθολογία, τα ήθη και τα έθιμα, το κρασί, την τοπική παραγωγή και τις τέχνες. Συνεχίζω ακόμη και το 2026 να ακούω «μα έχουμε μνημεία, έχουμε παραλίες, έχουμε καλό φαγητό». Βεβαίως τα έχουμε. Αλλά το υδρογόνο και το οξυγόνο επίσης υπάρχουν χωριστά. Νερό έχουμε όταν ενωθούν με συγκεκριμένο τρόπο.
Το τουριστικό προϊόν είναι ακριβώς αυτή η ένωση. Είναι η σύνθεση των επιμέρους στοιχείων σε μια εμπειρία με αρχή, συνέχεια και αφήγημα. Χρειάζεται storytelling και, γιατί όχι, λίγο μυστήριο, κάτι που να δημιουργεί την επιθυμία στον επισκέπτη να ανακαλύψει τι υπάρχει μετά. Ο ταξιδιώτης δεν αγοράζει μόνο ένα μνημείο, ένα πιάτο φαγητό ή μια παραλία. Αγοράζει τον τρόπο με τον οποίο θα περάσει τον χρόνο του. Και αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό στην κρουαζιέρα, όπου ο χρόνος είναι ίσως το πολυτιμότερο νόμισμα του επισκέπτη.
Γι’ αυτό η Θεσσαλονίκη αποτελεί τόσο ενδιαφέρουσα περίπτωση. Διαθέτει ένα πλεονέκτημα που συχνά αναφέρουμε χωρίς να αντιλαμβανόμαστε πλήρως την οικονομική του αξία: το λιμάνι βρίσκεται μέσα στον αστικό ιστό. Ο επιβάτης δεν χρειάζεται να χάσει μεγάλο μέρος της παραμονής του σε λεωφορεία για να φτάσει στην πόλη. Κάθε λεπτό μετακίνησης που εξοικονομείται είναι δυνητικά περισσότερος χρόνος για επίσκεψη, κατανάλωση, εστίαση, πολιτισμό και αγορά μέσα στον προορισμό. Για την κρουαζιέρα, αυτό το «χρονικό πλεονέκτημα» μπορεί να είναι εξίσου σημαντικό με ένα μνημείο. Παρόλο που η Θεσσαλονίκη έχει καταγράψει σημαντική πρόοδο στην κρουαζιέρα η σημερινή κίνηση δεν φαίνεται ακόμη να αντανακλά το πλήρες εύρος των δυνατοτήτων του προορισμού. Με τα συγκριτικά πλεονεκτήματα που διαθέτει, η πόλη θα μπορούσε να έχει πολύ ισχυρότερη και σταθερότερη θέση στον διεθνή χάρτη της κρουαζιέρας. Αυτό δείχνει ότι ο προορισμός βρίσκεται ακόμη σε φάση ωρίμανσης ως προς το cruise product, με σημαντικό περιθώριο για καλύτερο συντονισμό, σαφέστερη ταυτότητα και πιο ολοκληρωμένη αξιοποίηση των εμπειριών που μπορεί να προσφέρει.
Και η Θεσσαλονίκη έχει πολύ περισσότερα. Διαθέτει μνημεία UNESCO, ισχυρή γαστρονομική ταυτότητα, βυζαντινή, ρωμαϊκή, οθωμανική, σεφαραδίτικη και προσφυγική ιστορία, ενώ λειτουργεί ως πύλη προς την Κεντρική Μακεδονία. Υπάρχει η Βεργίνα, υπάρχουν σημαντικοί αρχαιολογικοί και πολιτιστικοί προορισμοί και, στην ευρύτερη γεωγραφική αφήγηση, υπάρχει ο Όλυμπος και η μυθολογία των δώδεκα θεών. Λίγοι προορισμοί διαθέτουν τέτοιο συνδυασμό αστικής εμπειρίας, ιστορίας, γαστρονομίας, μυθολογίας και άμεσης πρόσβασης από το πλοίο.
Η πρόοδος της Θεσσαλονίκης στην κρουαζιέρα είναι υπαρκτή και πρέπει να αναγνωρίζεται. Ακριβώς όμως επειδή οι πρώτες ύλες είναι τόσο ισχυρές, η προσδοκία εύλογα είναι μεγαλύτερη. Αυτό που χρειάζεται ακόμη περισσότερο είναι η σύνθεσή τους σε ένα σαφές, κοινά συμφωνημένο cruise product. Υπάρχουν ενδιαφέρουσες δράσεις και αξιόλογες πρωτοβουλίες, όμως αρκετές φορές εμφανίζονται διαφορετικά αφηγήματα και αποσπασματικές προσεγγίσεις. Τι είναι τελικά η Θεσσαλονίκη για τον επιβάτη κρουαζιέρας; Η πόλη των βυζαντινών μνημείων; Η γαστρονομική πόλη; Η πολυπολιτισμική Θεσσαλονίκη; Η πύλη προς τη Βεργίνα και την Κεντρική Μακεδονία; Η αφετηρία μιας αφήγησης προς τον Όλυμπο; Μπορεί να είναι όλα αυτά. Αλλά πρέπει να ενωθούν. Διαφορετικά έχουμε πολλές καλές ιστορίες, όχι μία καθαρή πρόταση αξίας.
Εδώ συνδέεται και η θεωρία του Destination Life Cycle. Οι τουριστικοί προορισμοί δεν αναπτύσσονται επ’ αόριστον επειδή απλώς διαθέτουν ωραίες παραλίες, ιστορία ή νέες κλίνες. Στο κλασικό μοντέλο του Butler περνούν από στάδια εξερεύνησης, εμπλοκής, ανάπτυξης, εδραίωσης και στασιμότητας. Από εκεί και πέρα χρειάζεται αναζωογόνηση, διαφορετικά μπορεί να ακολουθήσει υποχώρηση. Η αναζωογόνηση δεν σημαίνει μόνο περισσότερες υποδομές. Σημαίνει νέο προϊόν, νέες αγορές, νέες εμπειρίες και νέους λόγους επίσκεψης. Πολλοί ελληνικοί προορισμοί έχουν αυξήσει θεαματικά την προσφορά και τις αφίξεις, αλλά παραμένουν εγκλωβισμένοι στην ίδια χρονική περίοδο λειτουργίας. Αυτό είναι ένδειξη ότι η ανάπτυξη σε αριθμούς δεν ταυτίζεται πάντοτε με την εξέλιξη του προορισμού.
Γι’ αυτό χρειάζεται προσοχή και στη σειρά με την οποία σχεδιάζουμε. Οι υποδομές είναι αναγκαίες, αλλά δεν είναι από μόνες τους στρατηγική προορισμού. Πρώτα πρέπει να γνωρίζουμε ποια ζήτηση θέλουμε να δημιουργήσουμε, σε ποια αγορά απευθυνόμαστε και ποιο προϊόν θα την προσελκύσει. Καθώς η ζήτηση μεγαλώνει, οι υποδομές ακολουθούν και προσαρμόζονται. Διαφορετικά υπάρχει ο κίνδυνος να κατασκευάζουμε πρώτα και μετά να ψάχνουμε ποιος θα χρησιμοποιήσει αυτό που φτιάξαμε.
Η εποχικότητα έχει τέλος και μια ανθρώπινη διάσταση που δεν λύνεται με επιδόματα. Ένας εργαζόμενος που γνωρίζει ότι θα δουλεύει τέσσερις ή πέντε μήνες και μετά θα περιμένει την επόμενη σεζόν έχει κάθε λόγο να αναζητήσει έναν πιο σταθερό κλάδο. Όταν υπάρχουν ενοίκια, λογαριασμοί και παιδιά που πρέπει να μεγαλώσουν, κανένα επίδομα δεν μπορεί να αντικαταστήσει μακροχρόνια την ασφάλεια μιας εργασίας με μεγαλύτερη διάρκεια. Η επιμήκυνση της περιόδου είναι συνεπώς και πολιτική ανθρώπινου δυναμικού, απασχόλησης και περιφερειακής ανάπτυξης.
Ίσως λοιπόν είναι καιρός να σταματήσουμε να ρωτάμε κάθε Σεπτέμβριο αν θέλουμε να επιμηκύνουμε τη σεζόν. Αυτό το ξέρουμε εδώ και χρόνια. Το πραγματικό ερώτημα είναι πολύ πιο συγκεκριμένο και πολύ πιο δύσκολο: τι ακριβώς μπορεί να αγοράσει, να κάνει και να ζήσει ένας επισκέπτης στον κάθε ελληνικό προορισμό τον Νοέμβριο, και ποιοι έχουν συμφωνήσει να το προσφέρουν;
Γιατί προορισμός δεν είναι απλώς ο τόπος στον οποίο έφτασε ο τουρίστας. Προορισμός είναι αυτό που μπορεί να ζήσει όταν φτάσει εκεί. Και τουριστικό προϊόν δεν είναι όσα έχουμε. Είναι όσα καταφέρνουμε να ενώσουμε.
(*) Η Δρ. Λεμονιά Παπαδοπούλου-Κελίδου είναι Ειδική στις Διαπραγματεύσεις, www.lambdanegotiations.com
#money-grid-34887{list-style:none;margin:0;padding:0;overflow:hidden;}#money-grid-34887>li{float:left;width:49%;min-width:250px;list-style:none;margin:0 1% 1% 0;;padding:0;overflow:hidden;}#money-grid-34887>li.last{margin-right:0;}#money-grid-34887>li.last+li{clear:both;}@media only screen and (max-width:768px) {#money-grid-34887>li{width:100%;}}The post Η επιμήκυνση της σεζόν δεν είναι ημερολόγιο, είναι διοίκηση appeared first on ΧΡΗΜΑ & ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ money-tourism.gr.
Διαβάστε περισσότερα
