Είναι αυτές οι πρώτες μέρες του φθινοπώρου που η φύση αλλάζει μέρα με τη μέρα. Αν και το καλοκαίρι είναι ακόμη παρόν, οι πέτρες κρατούν τη ζέστη, τα ξερά χόρτα ξαποσταίνουν στις πλαγιές και το χώμα μοιάζει να έχει εξαντλήσει κάθε ίχνος υγρασίας, ώσπου έρχονται οι πρώτες φθινοπωρινές βροχές να αλλάξουν την καλοκαιρινή εικόνα. Το χώμα σκουραίνει, τα πρώτα πράσινα βλαστάρια εμφανίζονται και, ανάμεσα στις πέτρες ή κάτω από τα δέντρα, ξεπροβάλλουν άνθη που μοιάζουν σχεδόν εκτός εποχής.
Έχουμε συνδέσει το φθινόπωρο με τα πεσμένα φύλλα, την υποχώρηση του ήλιου, την προετοιμασία για τις κρύες νύχτες. Είναι μια πραγματική εικόνα για πολλά οικοσυστήματα, αλλά όχι ολόκληρη η ιστορία της Μεσογείου.
Στην Ελλάδα, το καλοκαίρι, πιστεύω, είναι η περίοδος της μεγαλύτερης δοκιμασίας για τη φύση. Η παρατεταμένη ζέστη και κυρίως η έλλειψη βροχών περιορίζουν τη ζωντάνια της. Όμως με τις πρώτες βροχές η γη ξαναβρίσκει το νερό που της έλειψε όλο το καλοκαίρι και η βλάστηση αρχίζει σιγά σιγά να ζωντανεύει ξανά.
Σε μεσογειακά οικοσυστήματα οι επιστήμονες έχουν καταγράψει ένα διπλό μοτίβο ανάπτυξης σε ορισμένα είδη: μια κύρια περίοδος την άνοιξη, μια περίοδος περιορισμένης ανάπτυξης μέσα στο ξηρό καλοκαίρι και μια μικρότερη επανεκκίνηση το φθινόπωρο.
Έχει παρατηρηθεί ότι μετά τις πρώτες φθινοπωρινές βροχές πολλά μεσογειακά φυτά ξαναρχίζουν να αναπτύσσονται, όχι όμως όλα με τον ίδιο τρόπο, ούτε κάθε χρονιά με τον ίδιο τρόπο. Όλα εξαρτώνται από το πόσο νερό έχει επιστρέψει στη γη και από το ίδιο το φυτό. Γι’ αυτό και δεν μπορούμε να μιλήσουμε κυριολεκτικά για μια δεύτερη άνοιξη. Μπορούμε όμως να τη δούμε σαν μια μικρή επιστροφή της ζωής μετά το καλοκαίρι. Κάτι που συμβαίνει κάθε χρόνο γύρω μας και συχνά το προσπερνάμε. Γιατί το ελληνικό φθινόπωρο δεν είναι μόνο μια εποχή που κάτι τελειώνει. Είναι και μια εποχή που κάτι αρχίζει ξανά.
Το πιο αγαπημένο μου σημάδι αυτής της εποχής είναι το κυκλάμινο. Μικρό, πάντα διακριτικό, με τα άνθη του να ξεπροβάλλουν πάνω από το έδαφος, εμφανίζεται σε δάση, θαμνώνες, πετρώδη και σκιερά σημεία. Το Cyclamen hederifolium, ένα από τα είδη που συναντούμε στην Ελλάδα, αρχίζει την ανθοφορία του το φθινόπωρο. Είναι ένα γεώφυτο, ένα φυτό που περνά ένα μέρος της ζωής του κρυμμένο κάτω από τη γη. Εκεί φυλάει ό,τι χρειάζεται για να αντέξει, περιμένοντας υπομονετικά να αλλάξει η εποχή και να έρθει ξανά η στιγμή να εμφανιστεί στο φως. Σαν μικρές νεράιδες…
Μαζί τους έρχονται και οι φθινοπωρινοί κρόκοι.
Ο Crocus cancellatus subsp. mazziaricus εξαπλώνεται σχεδόν σε ολόκληρη την Ελλάδα και ανθίζει από τον Σεπτέμβριο έως τον Νοέμβριο, σε φρύγανα, πετρώδεις τοποθεσίες, θαμνώνες και ξέφωτα δασών. Λίγο αργότερα, από τον Οκτώβριο και μέσα στον χειμώνα, μπορεί να συναντήσει κανείς τον Crocus cartwrightianus, ένα ελληνικό ενδημικό είδος που φύεται στη Στερεά Ελλάδα, στην Πελοπόννησο και σε νησιά του Αιγαίου. Θεωρείται μάλιστα πιθανός άγριος πρόγονος του καλλιεργούμενου κρόκου, του Crocus sativus. Αν και είναι φυτά χαμηλά, είναι δύσκολο να τα προσπεράσεις. Εντυπωσιακά, σαν μικρά θαύματα, ξεπετάγονται στο έδαφος.
Και κάπου εκεί το ελληνικό φθινόπωρο κρατά ακόμη μία μικρή έκπληξη: μια ορχιδέα. Η Spiranthes spiralis ανθίζει από τον Σεπτέμβριο μέχρι τον Νοέμβριο και τη συναντάμε σε διάφορες περιοχές της ηπειρωτικής και νησιωτικής Ελλάδας, από λιβάδια και ξέφωτα μέχρι ελαιώνες. Την ώρα που οι περισσότερες άγριες ορχιδέες έχουν ήδη ολοκληρώσει τον κύκλο τους, εκείνη μοιάζει να περιμένει υπομονετικά τη δική της εποχή. Τα μικρά, λευκοπράσινα άνθη της τυλίγονται σπειροειδώς γύρω από το στέλεχος, σχηματίζοντας αυτή την χαρακτηριστική κίνηση που χάρισε στο φυτό και το όνομά του.
Μετά τις πρώτες βροχές, το ξερό τοπίο αρχίζει σιγά σιγά να αλλάζει. Εμείς απολαμβάνουμε τα μοναδικά αρώματά του, τα χωράφια πρασινίζουν ξανά και μικροί βλαστοί εμφανίζονται εκεί όπου για μήνες αντικρίζαμε την ξηρασία.
Και μαζί με αυτό το πρώτο πράσινο χαλί επιστρέφει και μια πολύ παλιά συνήθεια της ελληνικής ζωής, το μάζεμα των άγριων χόρτων.
Για πολλές γενιές, η έκφραση «πάμε για χόρτα» δεν σήμαινε απλώς αναζήτηση τροφής. Ήταν η παλιά γνώση του κάθε τόπου. Να ξέρεις πού θα ψάξεις, ποιο φυτό συλλέγεται, πότε είναι τρυφερό, ποιο βράζεται και ποιο θα μπει σε μια πίτα. Μια γνώση που περνούσε και περνάει από γενιά σε γενιά. Και αυτή η γνώση παραμένει πλούσια μέχρι σήμερα. Στην Κρήτη, στην Κάρπαθο και σε πολλές ακόμη περιοχές της Ελλάδας έχουν καταγραφεί δεκάδες άγρια βρώσιμα φυτά που συνεχίζουν να έχουν θέση στην τοπική κουζίνα.
Ίσως και γι’ αυτό το ελληνικό φθινόπωρο θέλει έναν διαφορετικό τρόπο παρατήρησης. Δεν έχει τα εντυπωσιακά χρώματα της άνοιξης. Οι αλλαγές του είναι πιο διακριτικές.
Αυτό που θαυμάζω πάνω από όλα στη φύση είναι ότι οι εποχές δεν αλλάζουν από τη μια μέρα στην άλλη. Συνδέονται μεταξύ τους, αφήνουν ίχνη, επιστρέφουν με νέες εικόνες και ευωδιές κάθε χρόνο.
The post Φθινόπωρο, η δεύτερη άνοιξη appeared first on ελculture – Θέατρο, Μουσική, Τέχνη & Πολιτισμός.
Διαβάστε περισσότερα
