Συμπληρώθηκαν είκοσι πέντε χρόνια από τον θάνατο του Στέλιου Καζαντζίδη. Ενενήντα πέντε από τη γέννησή του. Κι όμως ο Καζαντζίδης είναι σαν να ζει ανάμεσά μας. Μας απασχολεί περισσότερο από τους ζώντες τραγουδιστές. Εχουν και μια ροπή οι Ελληνες στους λαϊκούς τραγουδιστές. Δεν τα ’δατε; Είκοσι πέντε χιλιάδες νοματαίοι στην αγρυπνία για τον Γιώργο Μαζωνάκη! Το λες υπερβολή αλλά ο μπαγάσας, χωρίς να είναι η φωνάρα, μας συγκίνησε με τον τρόπο που έζησε και τραγούδησε. Ομως σήμερα θα μιλήσω για τον Στελάρα. ΥΠΑΡΧΕΙ! Εχω γράψει ένα βιβλίο γι’ αυτόν και σήμερα μπορώ να τα πω νέτα σκέτα.
Δέκα απλά ερωτήματα
Πρέπει να απαντήσουμε σε μερικά βασικά ερωτήματα:
1. Ηταν μεγάλος τραγουδιστής ο Καζαντζίδης;
Δεν μας πέφτει και πολύς λόγος. Ολοι οι ειδικοί, όλοι οι δημιουργοί, έχουν εκφράσει τον απέραντο θαυμασμό τους για τη φωνή του. Οταν έχει αποφανθεί ο Τσιτσάνης, ο Παπαϊωάννου, ο Καλδάρας, ο Μίκης, ο Μάνος, ο Γκάτσος, ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, κυρίως η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, δεν υπάρχει κανένα περιθώριο κριτικής. Για όλους αυτούς και για μερικά εκατομμύρια Ελληνες, ο Καζαντζίδης ήταν ο μεγαλύτερος τραγουδιστής που γέννησε η φάρα μας. Εξάλλου, όλοι αυτοί που ανέφερα, είχαν εξάρει το ήθος του στο τραγούδι. Στο σύνολο σχεδόν της καλλιτεχνικής του παρουσίας, το ήθος του υπήρξε άμεμπτο.
2. Εχει αφήσει έργο ο Στέλιος Καζαντζίδης;
Τεράστιο. Η κληρονομιά του στο λαϊκό μας τραγούδι είναι γιγάντια. Επ’ ουδενί δεν μετριέται με τα εννιακόσια τόσα τραγούδια που τραγούδησε -κι όχι δύο χιλιάδες και πλέον που πιστεύουν όλοι. Η κληρονομιά του, λοιπόν, είναι βαρύτερη από όλων των συναδέλφων του και ισοϋψής με τις μεγάλες κληρονομιές δημιουργών όπως ο Τσιτσάνης, ο Μάρκος, ο Μίκης και ο Μάνος.
3. Ηταν καλός άνθρωπος ο Καζαντζίδης;
Ναι. Ο Καζαντζίδης αγάπησε τους ανθρώπους και αγαπήθηκε –για την ακρίβεια λατρεύτηκε– από αυτούς. Οταν τον πρωτογνώρισα, ήταν ένας ταπεινός λαϊκός άνθρωπος, παρά το ότι είχε αρχίσει να γίνεται θρύλος. Πώς εξηγούνται λοιπόν τα θλιβερά ξεσπάσματα στο τέλος της ζωής του; Για μένα, η εξήγηση είναι απλή. Ο Καζαντζίδης του τέλους έγινε νευρικός, με εμμονές και ακραίες συμπεριφορές. Πρέπει να λάβουμε υπόψη μας, ότι προϊούσης της ασθένειάς του μεγάλωνε η ανασφάλειά του.
4. Αδίκησε κάποιους ανθρώπους ο Καζαντζίδης;
Σίγουρα. Αλλά και ποιος δεν έχει αδικήσει ανθρώπους; Αδίκησε και τον Χρήστο Νικολόπουλο και τις κυρίες με τις οποίες συνδέθηκε, όπως την Καίτη Γκρέυ, όπως τη Μαρινέλλα, όπως τη Νίνα, για τις οποίες δεν έλεγε πάντα τα καλύτερα. Οι κρίσεις του δεν ήταν αμερόληπτες. Τόσο στη ζωή του, όσο και στη δουλειά του. Από κάποιο δηλαδή σημείο και πέρα, δεν έκρινε τους καλλιτέχνες γι’ αυτό που ήταν: φωνή – ήθος, αλλά για το με ποια πλευρά τάχθηκαν στη διαμάχη του με τον Μάτσα.
5. Τι χαρακτήρας ήταν;
Απλός, μονοκόμματος, καταδεκτικός, μονόχνωτος, αγοραφοβικός, επιφυλακτικός και στο τέλος καχύποπτος.
6. Είχε αρχές;
Ναι. Ο Καζαντζίδης ήταν άτομο με αρχές. Απαράβατες, θα έλεγα. Πίστευε στο δίκιο του ανθρώπου. Μισούσε την αδικία. Μισούσε τις διακρίσεις, ταξικές, φυλετικές, θρησκευτικές.
7. Ηταν αριστερός ο Καζαντζίδης;
Είχε αριστερές καταβολές. Ο πατέρας του ήταν ταγμένος στην Αριστερά, με το γνωστό τέλος. Αλλά ο Καζαντζίδης μπορούμε να πούμε πως ήταν δημοκράτης. Ποτέ δεν είχε αναφορές πολιτικές, πέραν του ΠΑΣΟΚ. Δεν αγαπούσε την πολιτική. Κάποια πρόσωπα τα αγάπησε, κάποια άλλα δεν του άρεσαν.
8. Πλεονεκτούσαν τα προτερήματα από τις αδυναμίες του;
Αναμφίβολα. Είχε πολύ περισσότερα χαρίσματα από αδυναμίες. Πάντως, ήταν ένα άλυτο σταυρόλεξο. Γενναιόδωρος; Ναι. Τσιγκούνης; Ναι. Σταθερός; Ναι. Ασταθής; Ναι. Δίκαιος; Ναι. Αδικος; Σπάνια. Οξύνους; Σε ορισμένα θέματα. Στα άλλα; Πόντιος. Φιλότιμος; Στο έπακρον. Λάτρης του ωραίου φύλου; Αναμφίβολα. Πάθη; Απεριόριστα. Εκανε κακό στους άλλους; Συνειδητά ποτέ. Ενθεος; Ναι. Θρήσκος; Οχι ιδιαίτερα. Αγαπούσε την πατρίδα; Αγαπούσε τον Πόντο, λάτρευε τα Κοτύωρα, λάτρευε τη Μικρά Ασία, δεν ήθελε ν’ ακούσει ούτε μια λέξη άσχημη για κανέναν Πόντιο. Και την Ελλάδα την αγαπούσε, αλλά όχι όσο τον Πόντο.
9. Φιλομαθής;
Απίστευτα φιλομαθής. Ισως από τα κυριότερα χαρακτηριστικά του. Διάβαζε εφημερίδες και περιοδικά. Ρωτούσε και μάθαινε. Κάποτε τον έψαχναν να τον βρουν, γιατί έλειψε μια-δυο μέρες από το μαγαζί. Μπήκε ένα στοίχημα. Ο Θεοδωράκης πίστευε αυτό που έλεγαν όλοι. Οτι ο Στέλιος «πήγε για κανένα τσιγαράκι». Ο Λαμπρόπουλος όμως, που τον ήξερε ακόμα καλύτερα, είχε μάθει από τη Μαρινέλλα ότι ο Καζαντζίδης πήγαινε συχνά τα βράδια στο Κιάτο. Εκεί, σε μια ψαροκαλύβα όπου έφτιαχνε τα απαραίτητα για το ψάρεμα. Μπήκε το στοίχημα και η κομπανία ξεκίνησε για να βρει τον Καζαντζίδη. Τον βρήκαν μέσα στην ψαροκαλύβα. Ο Καζαντζίδης δεν ψάρευε, ούτε κάπνιζε. Διάβαζε την εγκυκλοπαίδεια «Ηλιος».
10. Εντέλει, στη ζυγαριά τι μένει;
Μένει αυτό που έλεγε ο στρατηγός Μακρυγιάννης: «Αν ο άνθρωπος έχει κάνει πολύ καλό και λίγο κακό, τότε ο Θεός σε συγχωράγει».
Ο Στέλιος Καζαντζίδης (αριστερά) με τον Μίκη Θεοδωράκη δίπλα του, τη Μαρινέλλα και στα δεξιά της τον Μπιθικώτση
Επιστολή του Μίκη Θεοδωράκη για τον Στέλιο Καζαντζίδη
Με τον Στέλιο Καζαντζίδη οι δρόμοι μας συναντήθηκαν δύο φορές, κι έσμιξαν και τις δύο και γίνανε λεωφόροι! Οχι δύο. Αλλά μία! Οπως ήταν το «Σαββατόβραδο», το «Παράπονο», ο «Καημός», το «Βράχο-Βράχο» και άλλα την πρώτη φορά στη δεκαετία του 1960 ή ο δίσκος «Στην Ανατολή» τη δεύτερη φορά, αμέσως μετά την πτώση της Χούντας, τον Αύγουστο του 1974. Ο δίσκος που σκοτεινές δυνάμεις τον έπνιξαν στην κούνια του όταν ήταν ακόμη μωρό, γιατί τους φόβιζε μήπως γίνει άντρας και τους πάρει σβάρνα, όπως έγινε στην πρώτη μας συνάντηση.
Γιατί ο Στέλιος κι εγώ ήμαστε παράλληλα ποτάμια που έτρεχαν ορμητικά προς τη θάλασσα. Ο ένας λαϊκός του μόχθου, ο άλλος λαϊκός του ξεσηκωμού. Ο ένας στη μηχανουργία, ο δεύτερος στα βράχια! Γι’ αυτό όταν έσμιξαν τα «ποτάμια» μας, οι καρδιές και το τραγούδι μας, έγιναν χείμαρρος, με ήχο που έσφαζε γλυκά τις καρδιές του νταλικέρη και του επαναστάτη.
Οταν πρωτοήρθε στο στούντιο της οδού Λυκούργου ο Στέλιος για την πρώτη πρόβα, ρώτησε τον Μπιθικώτση (εγώ έπαιζα στο πιάνο με τον Χιώτη):
– Τι είναι τούτος;
Και ο Γρηγόρης του είπε:
– Φρέσκα κουλούρια!
Τώρα ποιος δεν ξέρει τον «Καημό» και το «Παράπονο»; Ποιος δεν ξέρει το «Βράχο-βράχο»; Κανείς όμως δεν θα μπορούσε να μας φανταστεί την ίδια ώρα που γράφαμε τα λαϊκά μας, να πηγαίνουμε με το αυτοκίνητο, εγώ στο τιμόνι κι ο Στέλιος δίπλα μου, στην Πάρνηθα και στον Υμηττό, για να τραγουδήσουμε χωρίς να μας ακούν τα τραγούδια της καρδιάς μας. Τα αντάρτικα! Τον άκουγα με έκπληξη να μου λέει: «Σε ζηλεύω, γιατί εσύ τα έζησες…».
Οταν αργότερα ήρθαν με τη Μαρινέλλα στο σπίτι μου στη Νέα Σμύρνη, κάθισα στο πιάνο και τους τραγούδησα το «Ενα το χελιδόνι».
– Τι είναι αυτό; με ρωτάει.
– Τώρα γράφω ένα έργο, το «Αξιον Εστί», για δύο ανδρικές φωνές. Θα έχει δύο βυζαντινά και δύο λαϊκά τραγούδια, να τα μοιραστείτε με τον Γρηγόρη.
Κι εκεί μείναμε… Ατυχη φυλή οι Ελληνες, με το σαράκι στην καρδιά να την τρυπάει άδικα. Ας είναι…
Μετά τη Χούντα, καθόμασταν μια μέρα μαζί στην ταράτσα του σπιτιού μου και βλέποντας την Ακρόπολη, θυμάμαι του είπα:
– Εχεις καταλάβει ποιος είσαι, Στέλιο; Σε βλέπω και δεν μπορώ να καταλάβω από που βγαίνει αυτή η φωνή. Για μένα είσαι φαινόμενο και μετά από σένα δεν θα υπάρξει άλλος…
Είναι κρίμα για μένα, γιατί είμαι βέβαιος ότι μαζί του θα πήγαινα τη μουσική μου ακόμα πιο μακριά και πιο βαθιά. Γιατί αυτή η φωνή δεν ήταν μονάχα όμορφη και επιβλητική. Είχε προπαντός ήθος! Ο πόνος και το ράγισμα που σε πονούσε γλυκά, είχε ταυτόχρονα το μεγαλείο και την περηφάνια του απλού, του αληθινού και του πάντα προδομένου λαού μας. Αυτού του λαού που είναι μισός στον αγώνα για τη ζωή κι ο άλλος μισός μπροστά στις κάννες του Εκτελεστικού.
Αθήνα, Νοέμβριος 2017
ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ
Ο Γιώργος Λιάνης με τον Στέλιο Καζαντζίδη
Οι αθάνατοι
Βγήκα μια τσάρκα στους ουρανούς να δω τι γίνεται με τους αθάνατους. Ο Καζαντζίδης, ο Τσιτσάνης, ο Mάνος, ο Μίκης και ο Μάρκος καλά κρατάνε. Η Κάλλας υπεράνω όλων! Και οι ποιητές καλά τα πάνε… Σεφέρης, Ελύτης, Ρίτσος.
Ο Στέλιος άδικα λυπήθηκε γιατί όσο λίγοι αγαπήθηκε. Οσο λίγοι τον μελέτησα, τον λόγο μου δεν τον αθέτησα. Εδώ στην «Εφ.Συν.» όλοι αγαπάμε το ευ ζην. Αλλά για τον Στέλιο συχνά μιλάμε, ο Τάσος ο Παππάς κι εγώ τον ξενυχτάμε. Με χρυσό κλειδί ανοίξαν οι ουρανοί και τραγουδάνε. Στων αγγέλων τα μπουζούκια όλοι τα σπάνε. Μάρκος, Τσίλας, Χατζιδάκης μα κι ο Μίκης Θεοδωράκης. Η ουσία είναι μία, δεν υπάρχει αθανασία.
Διαβάστε περισσότερα
