Τελευταία νέα
Στη Μονή Σινά ο Φαραντούρης για το ιδιοκτησιακό – «Να στηριχθεί ο Αρχιεπίσκοπος και η μοναστική κοινότητα» Το ενσταντανέ του γιου του Γιάννη Πάριου με την Πενέλοπε Κρουζ στο αεροπλάνο [εικόνες] Πώς βρέθηκε νεκρός ο διευθυντής της νευρολογικής του 424 Στρατιωτικού Νοσοκομείου – Κατέρρευσε ενώ άλλαζε ρούχα Κυβέρνηση και Καύσιμα: Αναλγησία ή Πολιτική Επιλογή; Θεσσαλονίκη: Τρεις συλλήψεις για επεισόδιο με πυροβολισμούς τον Ιανουάριο του 2025 στο Κορδελιό Πέταξαν δυναμίτη σε σπίτι στην Αμοργό: Υποβλήθηκε σε επέμβαση νεαρός – Καταγγέλλει ρατσιστικά κίνητρα η οικογένεια Άρθρο Μητσοτάκη στον Guardian: Στόχος η μόνιμη επανένωση των Γλυπτών – Η Βρετανία δεν θα διαμέλιζε την Ταπισερί της Μπαγιέ Τεράστια πρόκληση από τις 4 συστημικές τράπεζες Συνάντηση Μητσοτάκη – Νετανιάχου στον ΟΗΕ: Μόνο δύο Ευρωπαίοι ηγέτες περιλαμβάνονται στο πρόγραμμά του Η ψαλίδα μισθών και κερδών μεγάλωσε 70% από το 2019 – Τι αποκαλύπτει ο Καλλίτση Πραγματικά και ψεύτικα διλήμματα Πιέσεις εκ των έσω για μείωση του ΕΦΚ στα καύσιμα – Στα σκαριά ερώτηση από 11 «γαλάζιους» βουλευτές
Efsyn.gr

Μνήμη, τόπος, αφήγηση

«Το Εργο, αν το σκεφθεί κανείς ριζικά, είναι μια κίνηση του Ιδίου προς το Αλλο, το οποίο ουδέποτε επιστρέφει στο Ιδιο. Στον μύθο του Οδυσσέα που επιστρέφει στην Ιθάκη θα θέλαμε να αντιπαραθέσουμε την ιστορία του Αβραάμ, ο οποίος εγκαταλείπει για πάντα την πατρίδα του για μια χώρα που είναι ακόμη άγνωστη».
Με άξονα το άνωθι θραύσμα του Γάλλου φιλοσόφουΕμάνουελ Λεβινάς αποταθήκαμε στον κριτικό λογοτεχνίας και στον δοκιμιογράφο Βαγγέλη Χατζηβασιλείου και στον κριτικό λογοτεχνίας και φιλόλογο Αριστοτέλη Σαΐνη και τους ζητήσαμε να επιλέξουν από δύο μεταπολεμικούς σημαντικούς κατά την κρίση τους πεζογράφους στο έργο των οποίων συνομιλεί γόνιμα το Ιδιο και το Αλλο, ως πλάγια ή μετωπική αντανάκλαση του αρχετυπικού διπόλου Οδυσσέας/Αβραάμ.
Ο Χαζηβασιλείου επέλεξε τον Νίκο Καχτίτση και τον Γονατά και ο Σαΐνης τον Πεντζίκη και τον Πάνου.
Ετσι συνθέσαμε τέσσερις ευσύνοπτες αλλά μεστές λογοτεχνικές προσωπογραφίες. Τέσσερα καθοριστικά παραδείγματα μιας ανυποχώρητης αιρετικής πρόζας με διαφορετικές ωστόσο αφετηρίες, διαφορετικά κάτοπτρα (τεχνοτροπικά και οντολογικά) αλλά με την ίδια πάντα μέριμνα ανανέωσης της γραφής καθώς και τον επαναπροσδιορισμό του ρόλου του αναγνώστη.
Μισέλ Φάις

Ν. Γ. Πεντζίκης:
H «απέραντη ποικιλία του συγκεκριμένου»
Αυτή η δαιδαλώδης, αναρχική στη δόμησή της και μεταφυσική στη σύλληψη του κόσμου της γραφή άφησε ισχυρό αποτύπωμα σε μεταγενέστερους πεζογράφους, που κινήθηκαν στον χώρο του συνειρμικού μοντερνισμού, της αποσπασματικότητας ή της εσωτερικής γεωγραφίας· και συνεχίζει να προκαλεί νέες αναγνώσεις, όπως μαρτυρούν οι πρόσφατες επανεκδόσεις των έργων του.
Κοσμοκαλόγερος και κοσμοπολίτης, εκκεντρικός εστέτ και κυρίως «ώς τα μπούνια λογοτέχνης» (κατά τον Σεφέρη), ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης (1908-1993) σβάρνισε κυριολεκτικά την παγκόσμια λογοτεχνία αντλώντας συγκριτιστικά από ετερόκλητες παραδόσεις: από τη βυζαντινή δημώδη και εκκλησιαστική παράδοση, μέχρι τις αναζητήσεις της λογοτεχνικής πρωτοπορίας. Εχοντας βαθιές θεολογικές καταβολές, κατάφερε να μετακενώσει εις τα καθ’ ημάς τάσεις του μοντερνισμού (την προυστική κατάδυση στη μνήμη, τη συνειρμική ρευστότητα του Τζόις, τη ζιντική μεταμυθιστορηματική αφήγηση) μ’ ένα ιδιοσυγκρασιακό έργο που παραμένει εξακολουθητικά δραστικό.
Πατώντας γερά στη μελέτη των Βυζαντινών χρονογράφων («μια έκταση χώρου απλωμένου σε χίλια εκατό και είκοσι τρία χρόνια»), οικοδόμησε το «σπίτι των λόγων του» με τα πιο ταπεινά υλικά, προσθέτοντας διαρκώς νέες ψηφίδες σε μιαν αδιάλειπτη «χρονογραφία» της εποχής μας. Η τεχνική της κατάτμησης της επιφάνειας σε απειροελάχιστα τμήματα -χαρακτηριστικό γνώρισμα της ζωγραφικής του- μεταφέρεται και στην εικονοκλαστική πεζογραφία του, διαμορφώνοντας μια παλίμψηστη και πυκνή γραφή.
Οι ειδολογικοί χαρακτηρισμοί ελάχιστη σημασία έχουν. Ακόμα και στα πιο μυθοπλαστικά του κείμενα, απορρίπτονται «τα συνήθη τεχνάσματα των μυθιστοριογράφων». Αντίθετα, παρατηρείται κατακερματισμός και ασυνέχεια, έντονη διακειμενικότητα και έμφαση στην υλική διάσταση του κειμένου. Τα κείμενά του, βασισμένα σε αλληλουχίες συνειρμικών εικόνων, είναι ανοιχτά σε κάθε ενδεχόμενο ή εναλλακτική επιλογή, ακολουθώντας με ευκολία κάθε νέα διακλάδωση στην πλοκή τους, συχνά διηγούμενα -όπως στο «Μυθιστόρημα της κυρίας Ερσης» (1966) που αποδομεί το ομότιτλο ρομαντικό σύνθεμα του Γ. Δροσίνη- ταυτόχρονα πολλές ετερόκλητες ιστορίες. Εξίσου πορώδες και ευέλικτο και το Εγώ που πρωταγωνιστεί -ως αφηγητής, ήρωας ή συγγραφέας- στην πλειονότητα των πεντζικικών κειμένων.
Πολύ συχνά, αρθρώνονται ως πραγματικές οδοιπορίες ή φανταστικές, μνημονικές περιπλανήσεις κατά τις οποίες ο συγγραφέας τους επιδιώκει «να σχετιστεί» και «να αδελφωθεί» με τα πράγματα του κόσμου. Στην αφετηρία, η «γνώση» των απτών και ταπεινών πραγμάτων: μια «αγάπη για την ύλη, που αρχινάμε να τη μαθαίνουμε […] τρέχοντας, πέφτοντας, χτυπώντας και ματώνοντας»· στην πορεία, τα πράγματα αυτονομούνται και περιγράφονται εξονυχιστικά, πριν απίθανοι και απροσδόκητοι συνειρμοί αποκαλύψουν τη σημασία της συνύπαρξής τους, αλλά και το οντολογικό τους βάθος. Και να, η πορεία της πεντζικικής γραφής, από την «ποιητική του ελάχιστου», όπως έδειξε η Θεοχαρούλα Νιφτανίδου, που αρχίζει με την αποσπασματική πρόζα της «Πραγματογνωσίας» (1950) και το σχεδόν περεκικό εγχείρημα της εξαντλητικής περιγραφής των ενοίκων μιας πολυκατοικίας, μέχρι τη θεματοποίηση της συγγραφικής διαδικασίας και των προβλημάτων της κατασκευαστικής λογικής, όπως ανέλυσε υποδειγματικά ο Ηλίας Γιούρης, αρχικά στην «Αρχιτεκτονική της σκόρπιας ζωής» (1963), όπου κυριαρχεί η περιπλάνηση στα θραύσματα των εμπειριών, κι έπειτα στο «Αρχείον» (1974), όπου ο αρχειοθέτης-συγγραφέας με την ταξινομική βουλιμία απογράφει εμμονικά τα τεκμήρια της μνήμης.
Ισως η καλύτερη εισαγωγή στη γραφή του ν’ αποτελεί ο πρόσφατος τόμος «Κείμενα μυθοπλασίας γεωγραφικής» (Δόμος, 2025). Καθόλου τυχαία ο Πεντζίκης αναπαύεται στη χαρτογραφία («λογική κατάληξη αρχαιοτάτων κατά τόπους εμπειριών»), παθιάζεται με τη γεωγραφία και αποστηθίζει γεωγραφικούς όρους «ως μάθημα αυτογνωσίας». Στη συγγραφική του πράξη, «βλέπει διά της μνήμης», η οποία υπερβαίνει τα στεγανά του χρόνου, κινούμενη αδιάκοπα μπρος-πίσω: «Θυμάμαι θα πει βλέπω ότι είμαι, ταυτόχρονα με ό,τι προϋπήρξε και θα υπάρξει μετά». Μέσα από αυτή τη διαδικασία, τα ετερόκλητα στοιχεία συμφύρονται, τα αντίθετα συνυφαίνονται και οι επιμέρους περιπτώσεις χάνουν την ιδιαιτερότητά τους και «σβήνουν», «κατεβαίνοντας την απύθμενη σκάλα της ύπαρξης». Αν η ύπαρξη «πρέπει να αποβεί μια επανάληψη του βίου των προ εμού», τότε η γραφή δεν επιβεβαιώνει έναν κυρίαρχο δημιουργό, αλλά είναι μια διαδικασία οντολογικής μεταμόρφωσης και αυτοκένωσης.
Κάπως έτσι προκύπτει αυτός ο «παραμυθάς της απέραντης ποικιλίας του συγκεκριμένου, έστω και μόνο αναφορικώς με τον τόπο» του («Ομιλήματα», 1972), τη Βόρεια Ελλάδα δηλαδή, «που επικάθεται σαν πνεύμα ή τόνος […] επί του υπολοίπου ελλαδικού σώματος» («Ψιλή ή περισπωμένη», 1995). Ισως κορυφαία στιγμή αυτής της ανθρωπογεωγραφικής αναδίφησης ν’ αποτελεί η εμβληματική «Μητέρα Θεσσαλονίκη» (1970). Στα πεζά της συλλογής, η γενέτειρά του γίνεται εφαλτήριο για την απειρότητα, μήτρα που εσωκλείει ολόκληρη την Ιστορία, ενώ το συγγραφικό εγώ διαλύεται μέσα στην απειρία των μορφών και του Κόσμου.
Κι όμως, αυτή η δαιδαλώδης, αναρχική στη δόμησή της και μεταφυσική στη σύλληψη του κόσμου της γραφή άφησε ισχυρό αποτύπωμα σε μεταγενέστερους πεζογράφους, που κινήθηκαν στον χώρο του συνειρμικού μοντερνισμού, της αποσπασματικότητας ή της εσωτερικής γεωγραφίας· και συνεχίζει να προκαλεί νέες αναγνώσεις όπως μαρτυρούν οι πρόσφατες επανεκδόσεις των έργων του.

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...

Άμμος στα πόδια

Το «Ανοιχτό βιβλίο», από καταβολής του, φιλοξενεί στις σελίδες του […]