Στο «Τελευταίο Debate ή Το Μενού της Επανάστασης», ο Νίκος Καμτσής επιστρέφει στη Γαλλική Επανάσταση, όχι όμως για να ανασυστήσει επί σκηνής το 1789. Επιστρέφει εκεί για να μιλήσει για τη βία σήμερα: την πολιτική και κοινωνική βία, εκείνη που νομιμοποιείται στο όνομα μιας μεγάλης ιδέας, αλλά και την πιο ιδιωτική, που ασκείται μέσα στο σπίτι, στις σχέσεις, στο σχολείο. Η Επανάσταση, ο Μαρά και Μαρκήσιος ντε Σαντ αποτελούν το όχημα για να τεθούν ξανά ορισμένα άβολα ερωτήματα: Μπορεί η βία να γίνει αναγκαιότητα; Ποιος αποκτά το δικαίωμα να την ονομάσει «επαναστατική»; Πότε η εξέγερση μετατρέπεται σε εκδίκηση και πότε η επανάσταση αρχίζει να μοιάζει με την εξουσία που επιχείρησε να ανατρέψει;
«Δεν ξεκινάμε πάντοτε από ένα έτοιμο θεατρικό έργο, όσο καλό κι αν είναι, με τη σκέψη “αυτό θέλω τώρα να ανεβάσω”», μας εξηγεί ο κ. Καμτσής. «Πολλές φορές συμβαίνει το ανάποδο. Υπάρχει κάτι γύρω σου, ένα κοινωνικό ή πολιτικό θέμα που γίνεται πολύ έντονο, σε ενοχλεί, σε θυμώνει, σε αναγκάζει να το σκέφτεσαι. Και τότε αρχίζεις να ψάχνεις: ποιο υλικό μπορεί να το μεταφέρει στη σκηνή; Ποια πρόσωπα, ποια ιστορική στιγμή, ποια σύγκρουση;». Κάπως έτσι οδηγήθηκε σε εκείνη την ιστορική περίοδο στη Γαλλία κατά την οποία η πολιτική βία εμφανίζεται σχεδόν γυμνή: ως κοινωνική έκρηξη, καταστολή, εκδίκηση και «επαναστατική αναγκαιότητα». Ο Μαρά πιστεύει ότι χωρίς βία, η Επανάσταση θα συντριβεί. Ο Σαντ υπονομεύει διαρκώς αυτή τη βεβαιότητα, οδηγώντας τον αντίπαλό του στο επόμενο και δυσκολότερο ερώτημα: Τι συμβαίνει όταν εκείνος που πολεμά την εξουσία βρίσκεται ξαφνικά να την κρατά ο ίδιος;
Ο Καμτσής αποφεύγει μια απόλυτη απάντηση για το αν η βία μπορεί να νομιμοποιηθεί. «Η Ιστορία είναι γεμάτη κατοχές, δικτατορίες, δουλεία και καθεστώτα που δεν άφηναν κανέναν πραγματικά ειρηνικό δρόμο αντίδρασης. Σε τέτοιες περιπτώσεις δεν μπορώ να βάλω στο ίδιο επίπεδο τη βία εκείνου που καταπιέζει με τη βία εκείνου που αντιστέκεται. Εκεί αρχίζουν τα δύσκολα. Γιατί από τη στιγμή που κάποιος ονομάσει τη βία «αναγκαία», ανοίγει μια πολύ επικίνδυνη πόρτα. Ποιος αποφασίζει πόση βία είναι αναγκαία; Εναντίον ποιου; Και, κυρίως, πότε τελειώνει;», μας λέει.
«Η βία μπορεί να περάσει μέσα από μια οθόνη και να εγκατασταθεί σιγά σιγά στη γλώσσα μας, στο βλέμμα μας, στον τρόπο που αντιμετωπίζουμε τον άλλον»
Βέβαια, δεν χρειάζεται να επιστρέψει κανείς στη Γαλλική Επανάσταση για να συναντήσει τη βία. Είναι παρούσα στις ερωτικές σχέσεις, στο bullying, στην ενδοοικογενειακή κακοποίηση. «Εκεί δεν υπάρχει κάποια μεγάλη ιδέα ή ιστορική δικαιολογία, αλλά ένας άνθρωπος που χρησιμοποιεί τον φόβο, την εξάρτηση ή τη δύναμή του για να επιβληθεί σε έναν άλλον. Γι’ αυτό, το ερώτημα δεν είναι μόνο εάν η βία μπορεί κάποτε να δικαιολογηθεί, αλλά και πόσο εύκολα τη συνηθίζουμε, πόσο συχνά δεν αντιδρούμε στην παρουσία της και εάν τη θεωρούμε ακόμη και αναγκαία στις σχέσεις μας, προκειμένου να ικανοποιήσουμε δικά μας ένστικτα», μας λέει και συνεχίζει: «Για μένα, πάντως, η ρήξη δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην βία.
Μπορεί να σημαίνει ανυπακοή, άρνηση, απεργία, σύγκρουση με έναν νόμο που θεωρείς άδικο, μαζική πολιτική πίεση. Η Ιστορία είναι γεμάτη από τέτοιες ρήξεις. Εκεί όπου ο Μαρά γίνεται επικίνδυνος είναι όταν κάνει το επόμενο βήμα: όταν θεωρεί ότι επειδή ο σκοπός είναι δίκαιος, δικαιώνονται και τα μέσα. Εκεί ακριβώς αρχίζει η δική μας διαφωνία μαζί του. Γιατί από τη στιγμή που κάποιος πιστέψει ότι κατέχει μόνος του το δίκαιο, πολύ εύκολα αρχίζει να θεωρεί περιττό και τον ίδιο τον διάλογο. Και τότε η επανάσταση μπορεί να αρχίσει να μοιάζει με αυτό που ήθελε να ανατρέψει. Ωστόσο η ρήξη δεν μπορεί να παρουσιάζεται αυτομάτως ως ηθικό καθήκον κάθε φορά που κάποιος θεωρεί ότι αδικείται. Ούτε όμως πρέπει να έχουμε και την αφέλεια ότι επειδή ένας θεσμός είναι δημοκρατικός κατ’ όνομα, λειτουργεί πάντοτε δημοκρατικά. Υπάρχουν στιγμές όπου οι θεσμοί αρχίζουν να προστατεύουν περισσότερο τον εαυτό τους παρά τους ανθρώπους για τους οποίους δημιουργήθηκαν».
Εξίσου επικίνδυνη είναι η εξουσία της ονοματοδοσίας. Ποιος δικαιούται να χαρακτηρίσει έναν φόνο «επαναστατική πράξη» και όχι απλώς δολοφονία; Μια εξουσία, ένα κόμμα, ένας ηγέτης, μια επαναστατική ομάδα, ο λαός ή η Ιστορία; Ποιος «γράφει την Ιστορία» τελικά; «Ο νικητής επηρεάζει πάντα την αφήγηση. Επιλέγει λέξεις, ήρωες, προδότες, ακόμη και ποια γεγονότα θα μείνουν στη μνήμη. Αλλά δεν σημαίνει ότι μπορεί να αλλάξει τα πάντα. Υπάρχουν πράξεις που, όποιος κι αν τις περιγράψει μετά, παραμένουν πράξεις ακραίας βίας απέναντι σε ανυπεράσπιστους ανθρώπους. Και αυτό ακριβώς με ενδιαφέρει στην παράσταση. Αυτό ήταν το ερέθισμα για να γίνει η παράσταση. Διότι στους καιρούς μας αυτό συμβαίνει κατά κόρον σε όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη. Το θέμα είναι να δούμε πότε αρχίζει να χάνεται ο αρχικός λόγος της εξέγερσης. Πότε η βία παύει να υπηρετεί έναν σκοπό και αρχίζει να τρέφεται από τον εαυτό της. Και μην ξεχνάμε: Την Ιστορία μπορεί να τη γράφουν οι νικητές, τον λογαριασμό όμως συνήθως τον πληρώνουν άλλοι», μας απαντά.
Ο Μαρά εμφανίζεται με την τρομακτική βεβαιότητα ότι γνωρίζει ποιοι είναι οι εχθροί της Επανάστασης και ότι η εξόντωσή τους είναι νόμιμη και επιβεβλημένη. Ο Σαντ έρχεται να του χαλάσει αυτή τη βεβαιότητα, ρωτώντας ουσιαστικά ποιος του παραχώρησε ένα τέτοιο δικαίωμα. Η παράσταση δεν αναλαμβάνει να αποφασίσει ποιος από τους δύο έχει δίκιο. «Ενας νεκρός παραμένει νεκρός είτε τον ονομάσεις θύμα είτε εχθρό της Επανάστασης», παρατηρεί ο Καμτσής. «Το όνομα το δίνουν μετά οι ζωντανοί και πολύ συχνά το δίνει εκείνος που επικρατεί. Εχει, δε, άπειρα ονόματα στη διάθεσή του.
Από την άλλη έχουμε και όσους παρουσιάζουν αυτά τα “ονόματα”: στην τηλεόραση, σε μια εφημερίδα, σε έναν ενημερωτικό οργανισμό υπάρχει, καλώς ή κακώς, ένα αναγνωρίσιμο φίλτρο. Υπάρχει μια πολιτική γραμμή, μια ιδεολογική τοποθέτηση, μια επιλογή θεμάτων, ένας τρόπος με τον οποίο ένα μέσο αποφασίζει τι θα δείξει και πώς θα το αφηγηθεί. Μπορείς να συμφωνήσεις ή να διαφωνήσεις, αλλά περίπου ξέρεις απέναντι σε τι βρίσκεσαι.
Στα social media τα πράγματα είναι πολύ πιο ασαφή, ασύδοτα και πολύ πιο επικίνδυνα. Η βία περνά μέσα από χιλιάδες μικρές αφηγήσεις, εικόνες, βίντεο, σχόλια. Αναπαράγεται χωρίς ιδιαίτερο πλαίσιο, πολλές φορές χωρίς καν να ξέρουμε τι προηγήθηκε ή τι ακολούθησε. Και δίπλα στην πραγματική βία υπάρχει και μια άλλη, πιο υπόγεια: ο εξευτελισμός, η δημόσια διαπόμπευση, η οργανωμένη επίθεση σε έναν άνθρωπο, η ευκολία με την οποία ένα πλήθος μπορεί μέσα σε λίγες ώρες να αποφασίσει ποιος είναι ένοχος και ποιος πρέπει να τιμωρηθεί. Αυτό με ενδιαφέρει πολύ σε σχέση με την παράσταση. Γιατί η βία δεν χρειάζεται πια μόνο ένα όπλο ή έναν δρόμο γεμάτο συγκρούσεις. Μπορεί να περάσει μέσα από μια οθόνη και να εγκατασταθεί σιγά σιγά στη γλώσσα μας, στο βλέμμα μας, στον τρόπο που αντιμετωπίζουμε τον άλλον», εξηγεί.
Στην παράσταση εισβάλλουν, με τη βοήθεια της Τεχνητής Νοημοσύνης, μορφές όπως ο Γκάντι, ο Τσε Γκεβάρα και ο Γκέμπελς. Ο Καμτσής δεν φοβάται την Τεχνητή Νοημοσύνη, αλλά τη χρησιμοποιεί ως θεατρικό εργαλείο, όπως τον φωτισμό, για να ανοίξει νέες οπτικές πάνω στο ίδιο ζήτημα. Και φυσικά έχουμε το μεγάλο ερώτημα: Ποιος κάθεται στο τραπέζι και ποιος καταβροχθίζεται. «Αυτό το ερώτημα είναι και ο λόγος που κάνω την παράσταση. Στο τραπέζι κάθονται εκείνοι που έχουν τη δύναμη να αποφασίζουν χωρίς να πληρώνουν οι ίδιοι το κόστος των αποφάσεών τους. Στο μενού βρίσκονται συνήθως εκείνοι που έχουν τα λιγότερα μέσα να προστατευτούν: άνθρωποι που χάνουν τη δουλειά τους, άνθρωποι που ξεριζώνονται από έναν πόλεμο και μπαίνουν σε σαπιοκάραβα για να βρουν μια καλύτερη ζωή, άνθρωποι που μετατρέπονται σε αριθμούς, σε εικόνες τραγωδίας σε μια οθόνη. Αυτό είναι, με έναν τρόπο, και το τραπέζι της παράστασης», καταλήγει.
info: Από 13/11, στο Θέατρο ΤΟΠΟΣ ΑΛΛΟΥ (Κεφαλληνίας 17, Κυψέλη, τηλ.: 2108656004). Προπώληση: more.com. Με τους: Μιχαήλ Ανθη, Λαμπρινή Θάνου, Δημήτρη Φραγκιόγλου, Νίνα Φραντζεσκάκη, Νίκο Καμτσή και Μανώλη Γλαντζίνα.
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
