Μια ιδιαίτερα παράξενη και όπως τη χαρακτήρισε «θρίλερ» εμπειρία από τα χρόνια που έζησε στο Λονδίνο αποκάλυψε η Λένα Διβάνη, μιλώντας στην εκπομπή «Στούντιο 3».
Η συγγραφέας περιέγραψε τη συγκατοίκησή της με μια γυναίκα από τη Χίο, η οποία, όπως υποστήριξε, είχε φτάσει να πιστεύει ότι ήταν η ίδια.
Η Λένα Διβάνη εξήγησε αρχικά το οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο είχε μεγαλώσει η συγκάτοικός της, αναφερόμενη στις αυστηρές συνθήκες που αντιμετώπιζαν παλαιότερα οι γυναίκες στη Χίο, ιδιαίτερα όταν οι άνδρες της οικογένειας απουσίαζαν για μεγάλα χρονικά διαστήματα.
«Είχα μια συγκάτοικο στο Λονδίνο που ήταν από τη Χίο, καπετανοπαίδι. Ξέρετε, εκεί στη Χίο, οι γυναίκες μένουν μόνες τους για τρία χρόνια, τώρα μένουν για ενάμιση. Τα παιδιά τα μεγάλωναν οι γυναίκες και συχνά είχαν την πεθερά μέσα στο σπίτι, η οποία έπαιζε τον αντ’ αυτού. Επομένως, τα κορίτσια ήταν στη δυσάρεστη θέση να μην μπορούν να βγουν από το σπίτι χωρίς να έχουν έναν συγγενή να τους συνοδεύσει, γιατί λείποντος του πατρός έπρεπε να έχουν καθαρό όνομα. Τα αγόρια έκαναν ό,τι ήθελαν», ανέφερε.
«Στα μισά του χρόνου κατάλαβα ότι ήταν τρελή»
Στη συνέχεια περιέγραψε πώς η συμπεριφορά της συγκάτοικού της άρχισε σταδιακά να την προβληματίζει. Όπως είπε, αρχικά πίστευε ότι επρόκειτο απλώς για μια γυναίκα που ήταν αδιάκριτη και προσπαθούσε να γνωρίζει λεπτομέρειες από την προσωπική της ζωή.
«Είχα μια τέτοια συγκάτοικο, και δεν θα σας πω πολλά, γιατί είναι θρίλερ αυτό που έζησα. Αυτή πίστευε ότι είμαι εγώ. Είχε μεγαλώσει με τέτοιο τρόπο που είχε τρελαθεί, όπως αποκαλύφθηκε. Είχε ένα πολύ συγκεκριμένο σαλτάρισμα, δεν ξέρω την επιστημονική ορολογία, όπου πίστευε ότι είναι εγώ», ανέφερε.
Οι δύο γυναίκες έμειναν μαζί για έναν χρόνο και, σύμφωνα με τη συγγραφέα, περίπου στα μισά της συγκατοίκησης αντιλήφθηκε ότι η κατάσταση ήταν πολύ διαφορετική από αυτή που αρχικά είχε θεωρήσει.
«Ήμασταν έναν χρόνο συγκάτοικοι. Στα μισά του χρόνου κατάλαβα ότι ήταν τόσο τρελή, στην αρχή νόμιζα ότι θέλει να με εκμεταλλευτεί οικονομικά. Νόμιζα ότι ήταν λίγο κουτσομπόλα και άκουγε τα τηλεφωνήματά μου με το αμόρε μου της εποχής, διάβαζε τα γράμματά μου. Δεν ήταν κουτσομπόλα, έγινε θρίλερ», είπε.
Η ίδια περιέγραψε ακόμη πως, παρά τον έντονο χαρακτήρα της, αισθανόταν ότι δεν μπορούσε να αντιδράσει στη συμπεριφορά της συγκάτοικού της.
«Ο ψυχασθενής έχει κάτι γοητευτικό, γιατί εμένα που με ξέρετε, είμαι τσαούσα, με είχε “υπνωτίσει” και δεν κουνούσα ρούπι από εκεί. Δεν μπορούσα και να αντιλέξω, να της πω “τι είναι αυτά που κάνεις και λες;”. Αυτό το κορίτσι οδηγήθηκε στην τρέλα επειδή το είχαν υποτιμήσει τόσο σκληρά», κατέληξε.
Efsyn.gr
