Η επίθεση στη νηπιαγωγό των Άνω Λιοσίων, η δημόσια φράση περί «μαλλί τσιμέντο» και η χορηγία προς σχολείο από καταδικασμένο πρώην στέλεχος της Χρυσής Αυγής είναι διαφορετικά περιστατικά, όμως φωτίζουν την ίδια επικίνδυνη μετατόπιση: την εξοικείωση με την ιδέα ότι, όταν κάποιος πιστεύει πως έχει δίκιο, όλα επιτρέπονται
Τρία περιστατικά, φαινομενικά ασύνδετα μεταξύ τους, βρέθηκαν μέσα σε λίγες ημέρες στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης γύρω από το σχολείο και, παρότι δεν έχουν ούτε το ίδιο νομικό βάρος ούτε την ίδια ηθική ή πολιτική διάσταση, αποκαλύπτουν μια ανησυχητική κοινή μετατόπιση: την ευκολία με την οποία η αγανάκτηση μετατρέπεται σε απειλή, η διαφωνία σε δημόσιο εξευτελισμό και η αίσθηση προσωπικού «δικαίου» σε άδεια για αυτοδικία.
Στα Άνω Λιόσια, η διευθύντρια νηπιαγωγείου καταγράφηκε σε βίντεο να απευθύνεται με έντονο και απειλητικό τρόπο σε μικρούς μαθητές και στη συνέχεια κατήγγειλε ότι δέχθηκε επίθεση από γονείς, ενώ για το περιστατικό κινήθηκαν τόσο αστυνομική έρευνα όσο και Ένορκη Διοικητική Εξέταση· η εκπαιδευτικός μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο και αργότερα αναφέρθηκε ότι νοσηλευόταν σε σοβαρή κατάσταση.
Η πρώτη αυτονόητη θέση θα έπρεπε να είναι και η πιο καθαρή: αν η συμπεριφορά μιας εκπαιδευτικού απέναντι σε παιδιά υπήρξε απαράδεκτη, προσβλητική ή αντίθετη προς τον παιδαγωγικό της ρόλο, αυτό πρέπει να διερευνηθεί μέχρι τέλους, να αποδοθούν οι προβλεπόμενες ευθύνες και να προστατευθούν οι μαθητές, όμως τίποτε από αυτά δεν μετατρέπει τον ξυλοδαρμό σε θεμιτή απάντηση ούτε δίνει σε οποιονδήποτε γονέα, συγγενή ή τρίτο το δικαίωμα να αναλάβει ρόλο δικαστή και τιμωρού.
Κι όμως, λίγες ώρες αργότερα, σε τηλεοπτική συζήτηση για το ίδιο περιστατικό, ο πρώην συνδικαλιστής της αστυνομίας Σταύρος Μπαλάσκας χρησιμοποίησε τη φράση ότι, αν επρόκειτο για το δικό του παιδί, η εκπαιδευτικός θα πήγαινε «μαλλί τσιμέντο», μια δημόσια τοποθέτηση που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις ακριβώς επειδή δεν αφορούσε απλώς την καταδίκη μιας συμπεριφοράς, αλλά εισήγαγε στη συζήτηση τη λογική της βίαιης ανταπόδοσης ως κάτι σχεδόν αυτονόητο.
Άλλο η ευθύνη και άλλο η εκδίκηση
Εδώ βρίσκεται ένα από τα πιο κρίσιμα όρια που φαίνεται να θολώνουν ολοένα περισσότερο στον δημόσιο λόγο: άλλο η απαίτηση λογοδοσίας και άλλο η εκδίκηση, άλλο η προστασία ενός παιδιού και άλλο η αποδοχή της σωματικής βίας, άλλο η αυστηρή κριτική και άλλο η νομιμοποίηση της απειλής.
Αν η κοινωνία αρχίσει να αποδέχεται ότι μια λεκτική εκτροπή «απαντιέται» με χτύπημα, ότι η δημόσια οργή αρκεί για να παραμερίσει τη διαδικασία, ότι κάποιος μπορεί να θεωρεί τον εαυτό του φορέα άμεσης απονομής δικαιοσύνης, τότε δεν υπερασπιζόμαστε ούτε τα παιδιά ούτε το σχολείο· απλώς αλλάζουμε μορφή στη βία και τη βαφτίζουμε δικαιοσύνη.
Και αυτή η λογική δεν εμφανίζεται πια μόνο στις άκρες του δημόσιου λόγου, αλλά περνά στα τηλεοπτικά πάνελ, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, στις σχολικές αυλές και στις συλλογικές ανακοινώσεις, όπου η οργή συχνά παρουσιάζεται ως επαρκής απόδειξη, η διαπόμπευση ως τιμωρία και η σκληρότητα ως ένδειξη αποφασιστικότητας.
Η υπόθεση της χορηγίας στα Μέγαρα
Στην ίδια συζήτηση, με εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο αλλά εξίσου ισχυρό συμβολισμό, εντάσσεται και η υπόθεση του 1ου Δημοτικού Σχολείου Μεγάρων, όπου ο Σύλλογος Γονέων και Κηδεμόνων αποδέχθηκε οικονομική δωρεά του Ηλία Κασιδιάρη και τον ευχαρίστησε δημόσια, προκαλώντας αντιδράσεις στην εκπαιδευτική κοινότητα· ο ίδιος έχει καταδικαστεί για τη συμμετοχή του στην εγκληματική οργάνωση Χρυσή Αυγή, ενώ ο Σύλλογος Γονέων εξήγησε αργότερα ότι στόχος του ήταν η κάλυψη αναγκών του σχολείου και όχι κάποια πολιτική τοποθέτηση. Athensmagazine
Το ζήτημα εδώ δεν είναι ότι μια οικονομική ανάγκη σχολείου ταυτίζεται με μια πράξη βίας· δεν ταυτίζεται. Το ερώτημα είναι τι συμβαίνει όταν η ανάγκη αποσυνδέεται πλήρως από τον συμβολισμό εκείνου που εμφανίζεται ως ευεργέτης, όταν το «μας βοήθησε» αρκεί για να σβήσει από τη δημόσια εικόνα το ποιος είναι, τι εκπροσωπεί και ποιο βάρος έχει η παρουσία του μέσα σε έναν εκπαιδευτικό χώρο.
Όταν το «έχω δίκιο» γίνεται λευκή επιταγή
Αυτό είναι τελικά το νήμα που ενώνει τα τρία περιστατικά, χωρίς να τα εξισώνει: η ιδέα ότι, όταν κάποιος νιώθει ότι έχει δίκιο, μπορεί να ξεπεράσει τα όρια, να προσβάλει, να απειλήσει, να χτυπήσει ή να νομιμοποιήσει συμβολικά μια παρουσία που υπό άλλες συνθήκες θα προκαλούσε σοβαρή συζήτηση.
Το σχολείο, όμως, δεν μπορεί να λειτουργήσει μέσα σε αυτή τη λογική, γιατί ο πυρήνας της εκπαιδευτικής διαδικασίας είναι ακριβώς ο αντίθετος: να μαθαίνει το παιδί ότι η σύγκρουση δεν επιλύεται με τον ισχυρότερο, ότι ακόμη και ο θυμός έχει όρια, ότι η τιμωρία δεν ανήκει σε εκείνον που φωνάζει περισσότερο, ότι οι θεσμοί υπάρχουν ακριβώς για να αποτρέπουν την αυτοδικία και ότι η δημοκρατία δεν δοκιμάζεται όταν συμφωνούμε, αλλά όταν διαφωνούμε χωρίς να καταργούμε την αξιοπρέπεια του άλλου.
Και ίσως αυτό να είναι το πραγματικό πρόβλημα που αποκαλύπτουν αυτές οι ιστορίες: όχι ότι έγιναν τρία ακραία περιστατικά, αλλά ότι ένα κομμάτι της κοινωνίας δείχνει να συνηθίζει όλο και περισσότερο στην ιδέα πως η βία, η απειλή και η δημόσια διαπόμπευση μπορούν να γίνουν αποδεκτές, αρκεί εκείνος που τις ασκεί να έχει πείσει πρώτα τον εαυτό του ότι βρίσκεται στη σωστή πλευρά.
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
