Σε ποιον κοινωνικό κόσμο είναι δυνατόν να δημιουργούνται καταστάσεις ανάλογες με αυτές που προκάλεσαν τα τελευταία τραγικά περιστατικά στον χώρο της υγείας;
Ποιος τύπος κοινωνικών σχέσεων επιτρέπει τη δημιουργία κοινωνικών συνθηκών μέσα στις οποίες από ορισμένες ιατρικές πρακτικές καθίστανται ταυτόχρονα επιστημονικά νομιμοποιημένες, οικονομικά αγοραία εκμεταλλεύσιμες, κοινωνικά επιθυμητές και άνισα προσβάσιμες; Μια τέτοια προοπτική ερωτήσεων θα μπορούσε να επαναφέρει τα ουσιαστικά ζητήματα που χάνονται στη δημόσια συζήτηση σαν το νερό πάνω στη πέτρα, για να παραφράσω τον Καρούζο.
Θα πρέπει να έχουμε στον νου μας πως η ιατρική, ως ιδιαίτερο επιστημονικό και επαγγελματικό πεδίο, συγκροτήθηκε ιστορικά μέσα από τη σταδιακή απόκτηση μιας σχετικής αυτονομίας σε σχέση με τις διάφορες μορφές εξουσίας. Η αυτονομία αυτή της επέτρεψε να επιβάλει στον τρόπο λειτουργίας της αρχές αξιολόγησης της ιατρικής πράξης οι οποίες να προέρχονται από την επιστημονική γνώση, την επαγγελματική δεοντολογία και την ίδια τη λογική της θεραπείας, και όχι από εξωτερικά κριτήρια, θρησκευτικά, πολιτικά και οικονομικά… Η υπεράσπιση της αυτονομίας αυτής αποτελούσε και αποτελεί πάντα διακύβευμα αγώνων, τόσο ενδογενών, μεταξύ των μελών της, μεταξύ των θεσμών της, με αντικείμενο τον ίδιο τον νόμιμο ορισμό της ιατρικής δραστηριότητας και των λειτουργιών της, όσο και εξωγενών, ενάντια σε δυνάμεις άλλων κοινωνικών συστημάτων, με τα οποία, εξ αντικειμένου, συνδέεται, με σκοπό την υπεράσπιση της αυτονομίας της.
Εδώ και καιρό, η ιδιαιτερότητα του σύγχρονου μετασχηματισμού του ιατρικού πεδίου χαρακτηρίζεται από τη μεταφορά μεγάλου μέρους των ιδιοτήτων κανονικοποίησής του στους «νόμους της αγοράς», από την αυξανόμενη δυνατότητα του οικονομικού κεφαλαίου να επιβάλλει τα δικά του κριτήρια αναγνώρισης μέσα στο ίδιο το ιατρικό πεδίο, καταλύοντας τους μηχανισμούς αντίστασης που είχαν ιστορικά συγκροτηθεί απέναντί της.
Η περίοδος της κυριαρχίας των σχημάτων της νεοφιλελεύθερης σκέψης –αυτής που, εξαγνισμένη στην κολυμβήθρα του «πολιτισμικού οικουμενισμού» και του «οικονομιστικού καπιταλισμού», κατέληξε να αναδιαμορφώσει τις κοινωνικές σχέσεις και τις πολιτισμικές πρακτικές των περισσότερων κοινωνιών στη βάση του υποδείγματος της απόσυρσης του Κράτους, της εμπορευματοποίησης των δημοσίων αγαθών και της γενίκευσης της κοινωνικής ανασφάλειας– συνεχίζει να έχει καταστροφικές επιπτώσεις και στην ιατρική: η ιατρική υπηρεσία μετατρέπεται, σταδιακά όλο και περισσότερο, σε εμπορεύσιμο αγαθό, η θεραπευτική σχέση τείνει να προσλάβει τη μορφή σχέσης προμηθευτή και πελάτη, η πρόληψη, η ευεξία, η αισθητική και η μακροζωία, με τη συνδρομή των τεχνολογικών καινοτομιών, συγκροτούν νέες αναπτυσσόμενες αγορές. Δεν διαπιστώνεται σήμερα απλώς ποσοτική διεύρυνση του ιδιωτικού τομέα στις ιατρικές υπηρεσίες αλλά μεταβολή του ίδιου του κανόνα αξιολόγησης της ιατρικής πράξης, καθώς η αποτελεσματικότητα τείνει να συνυπάρξει με την εμπορικότητα, η επιστημονική ανακάλυψη με την εμπορική καινοτομία, η θεραπεία με τη χρηματοοικονομική αποδοτικότητα.
Ωστόσο, από μόνη της αυτή η διάσταση του φαινομένου δεν αρκεί για να μας επιτρέψει να κατανοήσουμε όσα παρατηρούμε. Οφείλουμε να θυμόμαστε πως η προσφορά αυτής της οικονομίας του σώματος συναντά και την κατάλληλη ζήτηση, καθώς τα αγαθά και οι υπηρεσίες βρίσκουν όλο και περισσότερο άτομα προδιατεθειμένα να τα αναγνωρίσουν ως αναγκαία και επιθυμητά.
Σε αντίθεση με ό,τι πιστεύει η πανοπτική οικονομιστική θεώρηση, η οποία αντιλαμβάνεται το άτομο ως παθητικό άτομο-καταναλωτή ή, αντίθετα, πράγμα που υπό μία έννοια είναι το ίδιο, ως ορθολογιστή-ωφελιμιστή χρήστη που προσέρχεται στην αγορά υπηρεσιών και αγαθών ως εντελώς ελεύθερο υποκείμενο που αποφασίζει εκ του μηδενός τι χρειάζεται, οι ανάγκες των ανθρώπων είναι κοινωνικά διαμορφωμένες. Εν προκειμένω, δεν πρέπει να ξεχνούμε πως οι τρόποι με τους οποίους αντιλαμβανόμαστε το σώμα και τη χρήση του, τη νεότητα, την υγεία, τη φθορά και τον θάνατο είναι προϊόντα μιας κοινωνικά και ιστορικά συγκεκριμένης κοινωνικής εργασίας διαμόρφωσης των διαθέσεων και των αντιλήψεών μας. Αν έχουμε και αυτό στον νου, μπορούμε να κατανοήσουμε γιατί η τεράστια βιομηχανία της απομίμησης που έχει αναπτυχθεί γύρω από το σώμα συναντά όλο και περισσότερο άτομα τα οποία έχουν διαμορφωθεί από ένα κοινωνικό σύστημα μέσα στο οποίο, μέσω ενός τεράστιου πλέον αριθμού θεσμών και μηχανισμών παραγωγής συλλογικών και ατομικών παραστάσεων, έχει παραχθεί μια νέα δόξα για το σώμα· μια νέα πίστη στο νόημα της ύπαρξής του και των λειτουργιών του, ένα σύστημα αυτονόητων παραδοχών, μέσα στο οποίο γίνεται σχεδόν αυταπόδεικτο ότι το σώμα πρέπει να βελτιώνεται, να συντηρείται, να ανανεώνεται, να καθυστερεί τη φθορά του και να τίθεται υπό ολοένα μεγαλύτερο τεχνολογικό-επιστημονικό έλεγχο.
Έτσι, σταδιακά, η κυρίαρχη αντίληψη διαχειρίζεται τη φθορά του σώματος όχι ως όριο της βιολογικής ύπαρξης, αλλά σαν έλλειμμα που απαιτεί παρέμβαση για να διορθωθεί και καλυφθεί. Το σώμα μετατρέπεται σε αντικείμενο διαρκούς επένδυσης, επιτρέποντας στην οικονομική λογική να συναντά μια βαθύτερη μεταβολή πολλών ατομικών πλέον διαθέσεων, αυτών που γεννούν την επιθυμία για κατανάλωση των νέων ιατρικών υπηρεσιών και αγαθών. Με δυο λόγια, μέσα και μέσω της αντικειμενικής ενορχήστρωσης μεταξύ μηχανισμών και διαθέσεων, η επιθυμία για διαρκές νεανικό σώμα βιώνεται ως ελεύθερη ατομική επιλογή, και τα άτομα, όλο και περισσότερο, όλο και περισσότερα, τείνουν να κατοικούν και να κατοικούνται σε και από έναν κοινωνικό κόσμο ο οποίος έχει καταστήσει πλήρως το σώμα αντικείμενο οικονομικής επένδυσης και κοινωνικής διάκρισης. Η σωματική κατάσταση δεν αποτελεί πλέον μόνο ζήτημα βιολογίας ή υγείας αλλά και τόπο και τρόπο κοινωνικής ταξινόμησης.
Βέβαια, ούτε η επιθυμία αυτή ούτε η δυνατότητα ικανοποίησής της κατανέμεται ισότιμα στα μέλη των διαφόρων κοινωνικών τάξεων και ομάδων. Η νέα οικονομία του σώματος, παρά τον συνεχώς μαζικότερο χαρακτήρα της φύσης και της διάχυσης των υπηρεσιών και αγαθών της, δεν είναι ούτε προσβάσιμη ούτε αντιληπτή, με τον τρόπο που επιδιώκει να αναγνωριστεί, από όλους και όλες. Η δυνατότητα να γίνει χρήστης κανείς, λιγότερο ή περισσότερο, εξελιγμένων υπηρεσιών πρόληψης, ευεξίας, αισθητικής ή μακροζωίας προϋποθέτει οικονομικούς πόρους, χρόνο, πληροφόρηση, κοινωνικές διασυνδέσεις, εξοικείωση με τη γλώσσα της σύγχρονης ιατρικής, με δυο λόγια, ένα βιοτικό ύφος που να μπορεί να (ανα)γνωρίζει τη νομιμοποίηση αυτών των υπηρεσιών και να ικανοποιεί τις προϋποθέσεις της δυνατότητας των χρήσεών τους.
Συνεπώς, έχουμε με μια αγορά που παράγει ιατρικές υπηρεσίες επειδή υπάρχει ζήτηση, και, ταυτόχρονα (μέσω των σύγχρονων μέσων διάχυσης μηνυμάτων, των οποίων ο τρόπος λειτουργίας επικαθορίζεται και αυτός από τους νόμους της αγοράς) συμβάλλει στην επίρρωση της ζήτησης, η οποία, με τη σειρά της, επιστρέφει, με κοινωνικά άνισα κατανεμημένο τρόπο, συχνότητα και χρήση, στο πεδίο των ιατρικών αυτών υπηρεσιών ως νομιμοποίηση της προσφοράς. Πρόκειται για έναν ακόμη κυκλικό κοινωνικό μηχανισμό, μέσω και μέσα στον οποίο καταδεικνύεται, άλλη μια φορά, ότι η πιο αποτελεσματική μορφή (οικονομικής) κυριαρχίας δεν είναι εκείνη που επιβάλλει διά της βίας στους ανθρώπους τι να κάνουν, αλλά εκείνη που κατορθώνει να διαμορφώσει τις ίδιες τις διαθέσεις τους έτσι ώστε να επιθυμούν αυτό που οι υπηρεσίες και τα αγαθά που τα διάφορα υπό την κηδεμονία της πεδία παράγουν και προσφέρουν, και, ταυτόχρονα, να παρουσιάζει την άνιση δυνατότητα πρόσβασης σε αυτά ως αποτέλεσμα ατομικών διαφορών και όχι ενός συστήματος σχέσεων δύναμης μεταξύ κοινωνικών ομάδων.
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
