Οι περισσότεροι πιτσιρικάδες που ξεκινούν να παίζουν μπάσκετ κάνουν πρόβες και ονειρεύονται να βάλουν το νικητήριο καλάθι που θα χαρίσει στην ομάδα τους έναν μεγάλο τίτλο. Γι’ αυτό άλλωστε και οι περισσότερες φάσεις που μένουν ανεξίτηλες στην ιστορία του μπάσκετ είναι μεγάλα τελευταία σουτ. Στην Ευρωλίγκα όλοι μνημονεύουν το τρίποντο του Σάσα Τζόρτζεβιτς που χάρισε στην Παρτίζαν το τρόπαιο του 1992 στην Πόλη κόντρα στην Μπανταλόνα. Ή το «πεταχτάρι» του Γιώργου Πρίντεζη στον τελικό του 2012, πάλι στην Πόλη, που «ξέρανε» την πανίσχυρη ΤΣΣΚΑ και έδωσε στον Ολυμπιακό το δεύτερο ευρωπαϊκό. Το καλάθι του Γιουλ το 2023 στο Κάουνας, που άρπαξε την μπουκιά από το στόμα του Ολυμπιακού και έστειλε την κούπα στη Μαδρίτη.
Αλλά υπάρχει και μια εξαίρεση: η θρυλική πλέον τάπα του Στόγιαν Βράνκοβιτς στον τελικό του 1996 στο Παρίσι. Εκεί που όλοι είχαν παγώσει, βλέποντας τον Μοντέρο της Μπαρτσελόνα να φεύγει μόνος προς το καλάθι του Παναθηναϊκού και να ετοιμάζεται να αρπάξει τη νίκη και μαζί τον τίτλο, ο θηριώδης Κροάτης σέντερ (2,17) ήρθε από το… πουθενά με ένα μυθικό σπριντ για να κολλήσει την μπάλα στο ταμπλό. Ηταν αυτός που διαφύλαξε την κατάκτηση του πρώτου Κυπέλλου Πρωταθλητριών στην ιστορία της Ελλάδας και άνοιξε τον λογαριασμό του «τριφυλλιού». Κι αν δεν είχε προλάβει ο Ντιέγκο Μαραντόνα στο Μουντιάλ του 1986, τότε η περίφημη φράση «mano de dios» («το χέρι του θεού») σίγουρα θα είχε κατοχυρωθεί στον Στόικο.
Η φάση αυτή, πέρα από τη συζήτηση που σήκωσε, μπήκε ως επικεφαλίδα στην καριέρα ενός μετρ της τάπας, που έγινε κάτι περισσότερο από ίνδαλμα για τους φίλους του Παναθηναϊκού για τον οποίο έπαιξε από το 1992 ώς το 1996, όταν κι έφυγε για να πάει στο ΝΒΑ και τη Μινεσότα.
Από την πρόσφατη εκδήλωση στη Χαλκίδα, μαζί με τη σύζυγό του | Stereabasket
Την περασμένη εβδομάδα που ο 62χρονος πλέον Βράνκοβιτς ήρθε στη Χαλκίδα (μαζί με τη σύζυγό του, Λόλα) για να τιμήσει τη 10η εκδήλωση των Sterea Basket Awards και να τιμηθεί από τους διοργανωτές για την προσφορά του στο μπάσκετ, ο τότε φροντιστής του Παναθηναϊκού, Αντώνης Γεροντίτης και η σύζυγός του, σύσσωμη η οικογένεια του φυσικοθεραπευτή Ακη Παναγιωταρά και ο «αδελφός του», όπως τον αποκαλεί, τόσο τη σεζόν που έπαιξε στον Αρη (1989-90) όσο και στον Παναθηναϊκό τη χρονιά του θριάμβου, Παναγιώτης Γιαννάκης, ήταν εκεί για να θυμηθούν με συγκίνηση τα παλιά.
«Εχουν περάσει τριάντα χρόνια από τότε που έφυγα από την Ελλάδα, αλλά κάθε φορά που επιστρέφω νιώθω πως δεν έφυγα ποτέ. Σέβομαι τους τίτλους που έχω κατακτήσει στην καριέρα μου, αλλά αυτή η αγάπη που εισπράττω από τους Ελληνες είναι κάτι το ανατριχιαστικό. Για μένα αυτό είναι τρόπαιο ζωής» εξομολογήθηκε.
«Πριν από δύο χρόνια που ήρθα για να δω τον Παναθηναϊκό σε ντέρμπι με τον Ολυμπιακό αποδείχθηκα “μαύρη γάτα” (τα κατάλοιπα της συνεργασίας με τον αείμνηστο Ιωαννίδη). Χάσαμε. Ερχονταν να φωτογραφηθούν μαζί μου παιδιά που δεν είχαν γεννηθεί το 1996. Τους ρωτούσα πού με ξέρουν και μου έλεγαν ότι έχουν ακούσει τόσα πολλά από τους γονείς τους».
Το ύψος σε έστειλε στο μπάσκετ;
Γεννήθηκα στο Ντρνις. Ενας φίλος μου έπεισε τους γονείς μου να πάω να παίξω στη Ζαντάρ που απέχει μισή ώρα. Ετσι ξεκίνησαν όλα…
Ποιον θεωρείς μπασκετικό μέντορά σου;
Είχα την τύχη να έχω προπονητή τον μεγάλο Κρέζιμιρ Τσόσιτς, τον οποίο θαύμαζα από την εποχή που ήταν παίκτης. Ηταν το κάτι άλλο.
Ποια ήταν η καλύτερη ομάδα που έχεις παίξει ποτέ;
Η Εθνική της ενωμένης Γιουγκοσλαβίας του 1989. Σας νικήσαμε στον τελικό του Ευρωμπάσκετ του Ζάγκρεμπ με 20 πόντους και συμφωνώ ότι αυτή η ομάδα θα μπορούσε να κοντράρει την πρώτη Dream Team στους Ολυμπιακούς της Βαρκελώνης του 1992. Σκεφτείτε, στις μέρες μας, μια ομάδα με Γιόκιτς, Ντόντσιτς, Ζούμπατς…
Μετά από εκείνο το τουρνουά ήταν που πήρες τη μεταγραφή στον Αρη.
Ναι, με έψηναν στο ξενοδοχείο ο Γιαννάκης και ο Γκάλης. Δεν μιλούσα καλά αγγλικά, δεν καταλάβαινα και πολλά, αλλά τους έλεγα όλο «ναι». Ο Αρης ήταν η πρώτη μου ομάδα στο εξωτερικό και έζησα μεγάλες στιγμές. Στην αρχή δυσκολεύτηκα, αλλά ο Γιαννάκης ήταν δίπλα μου και με βοήθησε να προσαρμοστώ. Ο Σούμποτιτς έκανε τον μεταφραστή μου και μου μετέφερε τις εντολές του Ιωαννίδη. Εμεινα έναν χρόνο γιατί με ζήτησαν οι Μπόστον Σέλτικς και ήταν πρόκληση.
Τι περίπτωση ήταν ο Γκάλης;
Του έκανα μεγάλες πλάκες, μαζί με τον Φιλίππου. Στο παρκέ, αν δεν τον θύμωνες, θα σου έβαζε 30 πόντους. Αν έκανες το λάθος να τον αγριέψεις, θα έτρωγες 50.
Μία από τις πιο εμβληματικές του φωτογραφίες στην Ελλάδα και σίγουρα ο πιο έξαλλος πανηγυρισμός του, μετά την αλήστου μνήμης νίκη 42-40 επί του Ολυμπιακού στο Σπόρτιγκ | EUROKINISSI
Αλλά το 1992 επέστρεψες στη χώρα μας, για τον Παναθηναϊκό…
Μετά τους Ολυμπιακούς της Βαρκελώνης με έπεισε ο τότε προπονητής, Ζέλικο Παβλίσεβιτς. Μου είπε ότι η οικογένεια Γιαννακόπουλου είχε όραμα να φτιάξει μια μεγάλη ομάδα. Μου έλεγε τους παίκτες που αγόραζε εκείνο το καλοκαίρι. Γκάλης, Κόμαζετς, Σοκ, Κούζμα, ήταν και οι μικροί Αλβέρτης και Οικονόμου. Τότε βέβαια δεν θα παίζαμε Ευρωλίγκα.
Η τάπα ήταν το αποκορύφωμα της καριέρας σου στους «πράσινους»;
Οχι απλά. Είναι η φάση της καριέρας μου. Είδα τον Μοντέρο να φεύγει και από ένστικτο άρχισα να τρέχω, πηδώντας πάνω από κάτι κορμιά που ήταν στο παρκέ. Ο Μάλκοβιτς πολλές φορές μας κράταγε στην προπόνηση. Εβαζε τους κοντούς στο φάουλ, τους ψηλούς στην base line και μας έλεγε να τρέχουμε να τους προλάβουμε για να τους σταματήσουμε.
Πόσες φορές την έχεις δει αυτή τη φάση;
Και να μην ήθελα, κάθε χρόνο στις 11 Απριλίου που είναι η επέτειος, οι φίλοι του Παναθηναϊκού μού στέλνουν τη φάση σε βίντεο στο κινητό. Θέλω-δεν θέλω, τη βλέπω. Αυτή τη μέρα δέχομαι πιο πολλά μηνύματα απ’ ό,τι στη γιορτή και στα γενέθλιά μου μαζί!
Κι όμως, μόλις τελείωσε εκείνη η σεζόν έφυγες για τη Μινεσότα…
Στους Σέλτικς έμεινα δύο χρόνια και δεν έπαιξα πολύ. Σκέφτηκα ότι ήταν η τελευταία μου ευκαιρία για το ΝΒΑ. Ο αείμνηστος Παύλος Γιαννακόπουλος ερχόταν στο σπίτι μου και με παρακαλούσε να μείνω. Στη ζωή παίρνεις αποφάσεις. Αλλες βγαίνουν σωστές και άλλες όχι. Εκ των υστέρων κατάλαβα ότι έκανα λάθος. Μετάνιωσα που έφυγα από τον Παναθηναϊκό. Επρεπε να τον είχα ακούσει.
Εχεις παίξει τόσο τα ντέρμπι Αρης-ΠΑΟΚ όσο και τα Παναθηναϊκός-Ολυμπιακός. Ποιο θεωρείς πιο σκληρό;
Στην εποχή που τα έπαιξα εγώ, ήταν τα Αρης-ΠΑΟΚ. Μικρότερη πόλη, γήπεδο με οπαδούς και των δύο ομάδων, μεγάλη ένταση και αντιπαλότητα. Είναι πολύ σημαντικό που και οι δυο αρχίζουν να δυναμώνουν πάλι.
Εχεις περάσει δύο πολύ σκληρές εμπειρίες στη ζωή σου. Η μία ήταν ο εμφύλιος που έγινε αφορμή να διαμελιστεί η Γιουγκοσλαβία…
Ημουν στη Βοστόνη και δεν μπορούσα να βοηθήσω, κι αυτό ήταν το χειρότερο. Πέρασα ένα δράμα. Για δυο μήνες δεν ήξερα αν ζούσε η μάνα μου. Δεν μπορούσα να επικοινωνήσω…
Η άλλη ήταν ο θάνατος του Ντράζεν Πέτροβιτς, του κολλητού σου…
Από τις πιο δύσκολες στιγμές της ζωής μου. Ημασταν με την Εθνική για τουρνουά στο Βρότσλαβ. Ηταν Δευτέρα 7 Ιουνίου του 1993. Γυρίζαμε στο Ζάγκρεμπ με στάση στη Φρανκφούρτη. Ο Ντράζεν δεν ακολούθησε. Μου άφησε τα πράγματά του και εγώ, μόλις φτάσαμε, τα έδωσα στον αδελφό του, τον Αζα. Πήγα στο ξενοδοχείο. Κατά τις 8 το βράδυ, με πήρε ο πατέρας του, ο Γιόλε, και με ρώταγε «πού είναι ο Ντράζεν;». Ακουγα από μέσα τη μάνα του, την Μπιζέρκα, να κλαίει. Μου κόπηκαν τα πόδια. Πήρα τηλέφωνο τον Ράτζα και μου είπε τι είχε συμβεί. Ξεκινήσαμε για το σπίτι τους. Στην κηδεία δεν μπορούσα να σταθώ όρθιος.
Ας αλλάξουμε θέμα και να κλείσουμε με κάτι πιο ευχάριστο. Εχεις δυο κόρες και έναν 28χρονο γιο, τον Αντόνιο, που αποφοίτησε από το Duke και το καλοκαίρι έκανε προπονήσεις με τον Αρη. Εχεις διατελέσει και πρόεδρος της κροατικής ομοσπονδίας μπάσκετ. Τι συμβουλή θα έδινες σε έναν νέο που θέλει να γίνει μπασκετμπολίστας;
Μόνο μία: σκληρή δουλειά. Ο,τι κι αν θέλει να γίνει στη ζωή του. Μπορεί να ακούγεται παραίνεση παλιάς σχολής, αλλά νομίζω ότι είναι η μόνη που μπορεί να σε οδηγήσει κάπου.
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
