Την ώρα που η Αθήνα προσελκύει ολοένα περισσότερα κεφάλαια και οι τιμές των ακινήτων συνεχίζουν να αυξάνονται, ο Γιάννης Στουρνάρας έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου για το κόστος στέγασης και τις υποδομές της πρωτεύουσας, τονίζοντας ότι απαιτούνται άμεσα μέτρα για την αύξηση της προσφοράς κατοικιών και την αντιμετώπιση του κυκλοφοριακού.
Στις μεγάλες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Αθήνα, αλλά και στη δυναμική που παρουσιάζει η οικονομία της πρωτεύουσας, αναφέρθηκε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, στο συνέδριο του «Βήματος» με θέμα «Διάλογοι για την Αθήνα».
Όπως ανέφερε, η συγκέντρωση πληθυσμού, επιχειρήσεων, επενδύσεων και εκατομμυρίων επισκεπτών αυξάνει τις ανάγκες για κατοικίες, μεταφορές, ενέργεια, δημόσιους χώρους και υποδομές. Κατά τον ίδιο, αρκετές από τις σημερινές δυσκολίες της πρωτεύουσας αποτελούν παράλληλα αποτέλεσμα της οικονομικής της ανάπτυξης.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην αγορά ακινήτων, επισημαίνοντας ότι «Η Αθήνα βρίσκεται στο επίκεντρο ενός νέου επενδυτικού κύκλου με σημαντικές εισροές κεφαλαίων ειδικότερα ξένων κεφαλαίων και αυξημένη ζήτηση για κατοικίες και επαγγελματικά ακίνητα όπως αποτυπώνεται στη συνεχή ανοδική πορεία των τιμών. Το 2025 οι τιμές των διαμερισμάτων στην Αθήνα αυξήθηκαν κατά μέσο όρο 6,5% ενώ το δεύτερο τρίμηνο του ’26 η ετήσια αύξηση διαμορφώθηκε σε 5%.»
Η άνοδος αυτή, σύμφωνα με τον διοικητή της ΤτΕ, αποτυπώνει τη δυναμική της Αθήνας ως επενδυτικού προορισμού, δημιουργεί όμως παράλληλα μεγαλύτερες πιέσεις στην προσιτή κατοικία, κυρίως για νέους και νοικοκυριά με χαμηλά και μεσαία εισοδήματα.
Το στοίχημα της στεγαστικής κρίσης
Ο Γιάννης Στουρνάρας υπογράμμισε ότι το κόστος της κατοικίας αυξάνεται ταχύτερα από τα εισοδήματα, με αποτέλεσμα το πρόβλημα να μην περιορίζεται μόνο στην κοινωνική του διάσταση.
«Το κόστος κατοικίας αυξάνεται ταχύτερα από τα εισοδήματα το πρόβλημα δεν είναι μόνο κοινωνικό», σημείωσε, εξηγώντας ότι η κατάσταση επηρεάζει την αγορά εργασίας, καθώς δυσκολεύει τις επιχειρήσεις να προσελκύσουν και να διατηρήσουν εργαζομένους και αυξάνει το κόστος διαβίωσης.
Ως βασική κατεύθυνση πολιτικής έθεσε την αύξηση της προσφοράς κατοικιών, διευκρινίζοντας ότι αυτό δεν σημαίνει αποκλειστικά νέες κατασκευές.
«Βασικό στοιχείο πολιτικής πρέπει να αποτελέσουν επίσης τα μέτρα για την αύξηση της προσφοράς κατοικίας και δεν εννοώ μόνο να χτίσουμε νέα σπίτια αλλά και να ανοίξουν αυτά που είναι κλειστά σήμερα.»
«Καμπανάκι» για το κυκλοφοριακό
Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος στάθηκε ιδιαίτερα και στο κυκλοφοριακό πρόβλημα της Αθήνας, το οποίο χαρακτήρισε χαρακτηριστικό παράδειγμα του οικονομικού κόστους που προκαλεί η συμφόρηση.
«Ο χρόνος που χάνεται καθημερινά στις μετακινήσεις δεν αποτελεί απλώς ταλαιπωρία για τους πολίτες. Μειώνει τις διαθέσιμες παραγωγικές ώρες διογκώνει το κόστος μεταφοράς εργαζομένων και αγαθών επιβαρύνει τις επιχειρήσεις αυξάνει την κατανάλωση ενέργειας και την ατμοσφαιρική ρύπανση και τελικά περιορίζει την παραγωγικότητα και υποβαθμίζει την ελκυστικότητα της πόλης.»
Για την αντιμετώπιση του προβλήματος, τάχθηκε υπέρ ενός νέου κύκλου επενδύσεων στις μητροπολιτικές υποδομές, με έμφαση στην επέκταση και αναβάθμιση του Μετρό, την καλύτερη αξιοποίηση του Προαστιακού και την ενίσχυση των δημόσιων συγκοινωνιών.
Παράλληλα, έθεσε στο τραπέζι επενδύσεις σε ψηφιακές και ενεργειακές υποδομές, δίκτυα ύδρευσης και διαχείρισης αποβλήτων, αντιπλημμυρικά έργα και αστικό πράσινο, επισημαίνοντας ότι η κλιματική αλλαγή καθιστά ορισμένες από αυτές τις παρεμβάσεις ακόμη πιο επείγουσες.
Από την ανάπτυξη των ακινήτων σε ένα νέο παραγωγικό μοντέλο
Ο κ. Στουρνάρας υποστήριξε ότι οι υποδομές δεν πρέπει απλώς να ακολουθούν την οικονομική ανάπτυξη της Αθήνας, αλλά να σχεδιάζονται εγκαίρως ώστε να την ενισχύουν.
Παρά τη δυναμική της πρωτεύουσας, προειδοποίησε ότι δεν υπάρχει περιθώριο εφησυχασμού. Η Αθήνα διαθέτει σημαντικά πλεονεκτήματα, όπως ανθρώπινο δυναμικό, πανεπιστήμια, ερευνητικά ιδρύματα, τουρισμό, επιχειρηματική δραστηριότητα και αυξανόμενο επενδυτικό ενδιαφέρον.
Ωστόσο, όπως υπογράμμισε, το επόμενο βήμα θα πρέπει να είναι η μετάβαση από ένα μοντέλο που στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στον τουρισμό και τα ακίνητα σε ένα περισσότερο παραγωγικό και καινοτόμο πρότυπο, με μεγαλύτερη έμφαση στην τεχνολογία, την πράσινη και ψηφιακή μετάβαση και τις δραστηριότητες υψηλής προστιθέμενης αξίας.
Παράλληλα, προειδοποίησε για τον κίνδυνο διεύρυνσης των περιφερειακών ανισοτήτων, εάν τα οφέλη της ανάπτυξης παραμείνουν συγκεντρωμένα στην Αττική.
Κλείνοντας, ο διοικητής της ΤτΕ έθεσε ως προϋποθέσεις για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας αποτελεσματικότερους θεσμούς, ταχύτερη δικαιοσύνη, απλούστερες διαδικασίες και σταθερό επιχειρηματικό περιβάλλον.
«Το ζητούμενο όμως δεν είναι μία ισχυρή Αθήνα και μία ασθενέστερη περιφέρεια. Είναι μία περισσότερο παραγωγική και διεθνώς ανταγωνιστική Αθήνα καλύτερα συνδεδεμένη με μία περισσότερο παραγωγική και εξωστρεφή Ελλάδα», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Διαβάστε περισσότερα
