Τελευταία νέα
Π. Μαρινάκης: Η Ελλάδα είναι μία ισχυρή και αξιόπιστη χώρα που θέτει στόχους και τους πετυχαίνει Επικοινωνία Γεραπετρίτη με τον Αιγύπτιο ομόλογό του: Στο επίκεντρο η στρατηγική συνεργασία Αθήνας – Κάιρου Ερώτηση Ακρίτα και πέντε βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση: «Σε ποιες χώρες σχεδιάζει να μεταφέρει αιτούντες άσυλο;» Μυστήριο με νεκρό ζευγάρι στη Θεσπρωτία: Αυτοκτονία δείχνουν τα πρώτα στοιχεία – Το σημείωμα που άφησαν Γαλλία: Πυροβολισμοί σε σχολείο – Τραυματίστηκαν δύο εκπαιδευτικοί, συνελήφθη 14χρονος ως ύποπτος Τέλος τα social media για παιδιά κάτω των 15 ετών: Ποιες πλατφόρμες αφορά, πώς θα ελέγχεται η ηλικία Θεώνη Κουφονικολάκου (ΕΛ.Α.Σ.): Η Ελλάδα τελευταία σε 7 κατηγορίες αναγκών των πολιτών Ιράν: Θα απαντήσουμε στην πρόταση των ΗΠΑ για τα Στενά του Ορμούζ μόλις την αξιολογήσουμε Στους Ρόμπερτ Ε. Χολ και Μάικλ Γούντφορντ το Νόμπελ Οικονομίας Τσουκαλάς: Ο Μητσοτάκης βάζοντας τον πήχη στο 25% ομολογεί την ήττα και στέλνει μήνυμα στους εσωκομματικούς αντιπάλους του «Ακούς τα τραγούδια τους… Άκου και τη φωνή τους»: Την Τρίτη η εκδήλωση Αρβανίτη στην Ευρωβουλή για τα δικαιώματα των καλλιτεχνών Πάτρα: Ξανάνοιξε το 6ο Λύκειο, 12 ημέρες μετά την πτώση σοβάδων σε αίθουσα
Efsyn.gr

Τα κλειδιά της βαρβαρότητας

Στην καρδιά της ευρωπαϊκής μητρόπολης, η βία μεταμφιέζεται σε ψυχρή γραφειοκρατική κανονικότητα.
Στη Μαδρίτη, η 87χρονη Μαρία ντελ Κάρμεν Αμπασκάλ, γνωστή ως Μαρικάρμεν, πέθανε στις 7 Οκτωβρίου, έπειτα από περίπου δύο εβδομάδες νοσηλείας. Λίγες ημέρες νωρίτερα, στις 23 Σεπτεμβρίου, οι δυνάμεις ασφαλείας την είχαν απομακρύνει με φορείο από το διαμέρισμα όπου ζούσε επί 71 χρόνια. Το «έγκλημά» της ήταν ότι αδυνατούσε να ανταποκριθεί σε μια υπέρογκη αύξηση ενοικίου, την οποία επιδίωξε η εταιρεία ακινήτων Urbagestión μετά την απόκτηση του ακινήτου. Η αύξηση που απαιτήθηκε έφτανε περίπου το πενταπλάσιο του προηγούμενου ενοικίου.
Η Μαρικάρμεν δεν επέστρεψε ποτέ στο σπίτι της. Η υγεία της επιβαρύνθηκε μέσα σε αυτή τη δραματική περιπέτεια και απεβίωσε. Ωστόσο, η ιστορία της συμπυκνώνει τη βία ενός συστήματος που μπορεί να μετατρέψει επτά δεκαετίες ζωής σε μια υπόθεση προς διεκπεραίωση. Η Μαρικάρμεν, που ενδεχομένως δεν άντεξε το βάρος αυτού του βίαιου ξεριζωμού, κληροδότησε μια πολιτική παρακαταθήκη που αντηχεί ήδη στα ελευθεριακά κινήματα: «Δεν κατάφερα να υπερασπιστώ το σπίτι μου, αλλά πάλεψα για να μάθουν οι άλλοι να παλεύουν».
Η υπόθεσή της δεν αφορά απλώς μια έξωση: αποτελεί το ανάγλυφο σύμπτωμα της δομικής βαρβαρότητας που χαρακτηρίζει τον ύστερο καπιταλισμό της χρηματοπιστωτικής ασυδοσίας. Αναδεικνύει την εγγενώς εγκληματική φύση ενός συστήματος που θεσμοθετεί την προτεραιότητα του κέρδους έναντι της ανθρώπινης επιβίωσης. Για την κυρίαρχη νομική τάξη, η ιδιοκτησία προστατεύεται από κανόνες, συμβάσεις και δικαστικές αποφάσεις. Για την κοινωνική συνείδηση, όμως, η πράξη αυτή καταγράφεται ως μια εν ψυχρώ κρατική και εταιρική δολοφονία, εκτελεσμένη με το προπέτασμα του αστικού δικαίου.
Η στεγαστική κρίση δεν είναι μια παροδική αρρυθμία της αγοράς αλλά η πραγμάτωση της αγοράς στην πιο καθαρή, απογυμνωμένη της μορφή. Όταν ο ζωτικός χώρος της κατοικίας αποσπάται από το πεδίο των βασικών ανθρωπίνων αναγκών και μετατρέπεται σε επενδυτικό asset για διεθνή funds, η κοινωνική πλειοψηφία υποδουλώνεται σε ένα καθεστώς σύγχρονου οικονομικού φεουδαρχισμού. Οι αστικοί ιστοί αποψιλώνονται βίαια από το ανθρώπινο δυναμικό τους, προκειμένου να μετατραπούν σε αποστειρωμένες ζώνες τουριστικής κατανάλωσης. Η εργατική τάξη, η νεολαία, οι συνταξιούχοι εκτοπίζονται, καταδικασμένοι στην περιθωριοποίηση.
Η περίπτωση της Μαρικάρμεν ανέδειξε με δραματικό τρόπο αυτή την αντίφαση. Η κοινωνική κατακραυγή και η κινητοποίηση αλληλέγγυων οδήγησαν, στις 28 Σεπτεμβρίου, σε συμφωνία για την επιστροφή της στο διαμέρισμα, με νέο οκταετές συμβόλαιο και ενοίκιο προσαρμοσμένο στα εισοδήματά της. Η συμφωνία ήρθε, όμως, όταν εκείνη βρισκόταν ήδη στο νοσοκομείο. Η κατοικία της δεν διασώθηκε από την αυθόρμητη ευαισθησία των μηχανισμών της αγοράς. Χρειάστηκε η δημόσια κατακραυγή, η συλλογική παρουσία και η κοινωνική πίεση. Χρειάστηκε, με άλλα λόγια, η αντίσταση ανθρώπων που αρνήθηκαν να αντιμετωπίσουν την έξωση ως μια συνηθισμένη διοικητική πράξη.
Απέναντι σε αυτή τη συντονισμένη ταξική επίθεση, η θεσμική διαχείριση αποκαλύπτει τα όρια της. Οι κυβερνήσεις, εγκλωβισμένες στις νεοφιλελεύθερες συμπληγάδες, περιορίζονται σε ρητορικά ευχολόγια ή ψηφίζουν ανίσχυρα ημίμετρα που εξαϋλώνονται στην πρώτη πίεση των αγορών. Στην Ισπανία, η αδυναμία της κυβέρνησης να συγκρουστεί με αυτού του είδους τα οικονομικά συμφέροντα, πυροδότησε μια βαθιά πολιτική κρίση, αποδεικνύοντας περίτρανα ότι συχνά η πολιτική βούληση είναι δομικά ανίκανη να εγγυηθεί την κοινωνική προστασία όταν αυτή απειλεί τα συμφέροντα της οικονομικής ολιγαρχίας ενώ, στο τέλος της ημέρας, η στέγη εξακολουθεί να λειτουργεί ως πεδίο συσσώρευσης πλούτου και η ανάγκη για ένα αξιοπρεπές σπίτι μετατρέπεται σε ατομικό πρόβλημα, σε προσωπική αποτυχία, σε έναν διαρκή αγώνα επιβίωσης.
Αυτή η συστημική βαρβαρότητα δεν αποτελεί ισπανική ιδιαιτερότητα, αλλά μια ενιαία ευρωπαϊκή στρατηγική που βρίσκει την πλήρη εφαρμογή της και στην εγχώρια πραγματικότητα. Στην Ελλάδα, η βίαιη αναδιανομή του πλούτου εκτελείται καθημερινά στις γειτονιές μας μέσω των servicers, των funds και των ηλεκτρονικών πλειστηριασμών, μετατρέποντας το δικαίωμα στη στέγη σε αντικείμενο εκβιασμού. Η απάντηση της εγχώριας άρχουσας τάξης είναι η ποινικοποίηση της αλληλεγγύης και η επιστράτευση του κρατικού μονοπωλίου της βίας για την περιφρούρηση των τραπεζικών κερδών, αποδεικνύοντας ότι το κεφάλαιο δεν γνωρίζει σύνορα όταν πρόκειται να κατασπαράξει τον κοινωνικό ιστό.
Μέσα σε αυτή τη συνθήκη, η αλληλεγγύη δεν μπορεί να περιορίζεται σε μια στιγμιαία έκφραση συμπόνιας. Όταν η αστική νομιμότητα ταυτίζεται με την αστεγία, η οργανωμένη κοινωνική ανυπακοή καθίσταται κατηγορική προσταγή(τα έχει πει και ο Καντ, μουστάκια!).Οι «παράνομες» καταλήψεις άδειων κτιρίων, οι μαχητικοί αποκλεισμοί των δικαστικών επιμελητών στις λαϊκές γειτονιές και οι δυναμικές παρεμβάσεις ενάντια στους πλειστηριασμούς δεν αποτελούν απλώς συμβολικές τακτικές διαμαρτυρίας. Είναι οι μοναδικές αυθεντικές εστίες αντίστασης, καθώς στρέφονται ευθέως ενάντια στον ιδεολογικό πυρήνα του καπιταλιστικού οικοδομήματος: την ιερότητα της ατομικής ιδιοκτησίας επί των κοινωνικών αγαθών.
Όταν η αστική νομιμότητα αδυνατεί να προστατεύσει τον άνθρωπο από τον εκτοπισμό και την εξαθλίωση, η κοινωνία έχει κάθε λόγο να αμφισβητεί τις προτεραιότητες που αυτή υπηρετεί. Η υπεράσπιση της κατοικίας δεν είναι φιλανθρωπία, ούτε παραχώρηση προς τους αδύναμους. Είναι πολιτική σύγκρουση γύρω από το ποιος δικαιούται να ζει με αξιοπρέπεια και ποιος αποφασίζει για τους όρους της ζωής του. Η συλλογική δράση στους δρόμους των ευρωπαϊκών μητροπόλεων δεν αναζητά νομιμοποίηση από τους θεσμούς που την καταδυναστεύουν, αλλά επιβάλλει το δίκαιο της επιβίωσης, αναδεικνύοντας την οριζόντια, ακηδεμόνευτη αλληλεγγύη της γειτονιάς ως το μοναδικό ανάχωμα στη βαρβαρότητα.
Ο θάνατος της Μαρικάρμεν δεν πρέπει να εξαντληθεί σε μια στείρα ηθική θλίψη. Ούτε να μετατραπεί σε ακόμη μία ιστορία που θα συγκινήσει για λίγες ημέρες και ύστερα θα χαθεί κάτω από την επόμενη είδηση. Η φράση της είναι μια παρακαταθήκη προς όσους αρνούνται να αποδεχτούν τη βαρβαρότητα ως κανονικότητα: ακόμη κι όταν ένας άνθρωπος δεν καταφέρνει να σώσει το δικό του σπίτι, μπορεί να συμβάλει στον αγώνα για να μη χάσουν οι άλλοι το δικό τους. Για να μην υπάρξει άλλη Μαρικάρμεν. Για να μη γίνει η έξωση μια ακόμη συνηθισμένη εικόνα στις ευρωπαϊκές μητροπόλεις. Για να μην επιτρέψουμε καμία άλλη θυσία στον βωμό των δεικτών της αγοράς. Γιατί η στέγη, η τροφή και η ελευθερία δεν μπορούν να εξαρτώνται από την κερδοφορία κανενός. Είναι κοινωνικά αγαθά και δικαιώματα που απαιτούν συλλογική διεκδίκηση, αλληλεγγύη και ανυποχώρητο αγώνα. Και όταν η εξουσία απαιτεί από τους ανθρώπους να αποδεχτούν τον ξεριζωμό ως νόμιμη συνέπεια της φτώχειας, η άρνηση να υπακούσουν μπορεί να γίνει η αρχή ενός άλλου κόσμου.
 
 

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...