Ερωτήματα αναπάντητα, απαντήσεις που μεταφέρονται στην αχλή ενός κάποιου μέλλοντος χρόνου, λεκτικά λάθη(;) που διορθώθηκαν αλλά αντικαταστάθηκαν από νέες λεκτικές ιστορικές ασυνέπειες και μπόλικος επικοινωνιακός θόρυβος συνέθεσαν το σκηνικό της έκθεσης στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού Θεσσαλονίκης των 48 εκκλησιαστικών κειμηλίων που επιστράφηκαν στην Ελλάδα κατόπιν -αγνώστου περιεχομένου- συμφωνίας ή «μνημονίου κατανόησης» με τη Βουλγαρία, στην οποία παραδώσαμε τα οστά του τσάρου Συμεών που είχαν ανακαλυφθεί στην Πρέσπα.
Για την ανισοβαρή «συμφωνία» έχουν ήδη εκδηλωθεί ποικίλες αντιδράσεις στις οποίες προστίθεται η πληροφορία ότι μία τουλάχιστον λειψανοθήκη, αυτή της Αγίας Ματρώνας, είναι… κενή, δεν περιέχει δηλαδή τα λείψανα της Αγίας τα οποία είναι άγνωστο πού βρίσκονται! Αγνωστο αν το ίδιο ισχύει και για τις υπόλοιπες λειψανοθήκες.
Το μόνο που «διορθώθηκε» στην τελετή ήταν η αλλαγή διατύπωσης στη λέξη «μεταφορά»(!) των κειμηλίων το 1917 στη Βουλγαρία («Εφ.Συν.», 1.10.2026, «Σφοδρές αντιδράσεις για τη συμφωνία Ελλάδας – Βουλγαρίας για τα κλεμμένα κειμήλια») που αντικαταστάθηκε επί το διπλωματικότερο σε κειμήλια «που αποσπάστηκαν, το 1917, από Ιερές Μονές της Μακεδονίας και μεταφέρθηκαν στη Βουλγαρία»! Ομως η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη, που προχώρησε στη διόρθωση, δεν έμεινε σε αυτήν αλλά «διολίσθησε» σε κάτι ακόμη χειρότερο, αφού, όπως είπε, «επιστρέψαμε»(!) τα οστά του Συμεών. Οπως χαρακτηριστικά είπε αναφερόμενη στις αντιδράσεις «ποιος άλλος πέτυχε επιστροφή τέτοιων κειμηλίων; Το ΥΠΠΟ είχε τα οστά του Σαμουήλ και επειδή τα επιστρέψαμε θεωρήθηκε ότι χάνουμε το διαπραγματευτικό μας χαρτί. Αυτά τα οστά λένε κάτι στον ελληνικό λαό; Λένε κάτι σε κάποιον από εμάς; Υπήρχαν στο εργαστήριο του Πολυτεχνείου και αργότερα στο σπίτι του καθηγητή Μουτσόπουλου, ο οποίος τα παραχώρησε στο ΜΒΠ μετά από δική μου προτροπή. Πήραμε πολύτιμα εκκλησιαστικά και ιστορικά κειμήλια και δώσαμε τα οστά του Σαμουήλ. Θεωρώ ότι ο πραγματικά κερδισμένος είναι η πατρίδα ως κράτος και η Εκκλησία μας γιατί αυτά ανήκουν στην Εκκλησία και θα πάνε στην Εκκλησία»! Το γεγονός ότι τα οστά ούτε τα κλέψαμε, ούτε τα αρπάξαμε για να τα επιστρέψουμε είναι προφανώς λεπτομέρεια.
H λειψανοθήκη του 1821 με εικόνα της Παναγίας και τμήμα ξύλου και ένθετο μεταλλικό σταυρό
Στην ομιλία της η κ. Μενδώνη, επιχειρώντας απάντηση στη σφοδρή κριτική που δέχθηκε, είπε ότι «αυτή η συμφωνία μας φέρνει πιο κοντά από ποτέ στη διεκδίκηση και των υπολοίπων. Η επιστροφή τους αναγνωρίζει έμμεσα ιδιοκτησία τους από την Ελλάδα. Ας κρατήσουμε αυτό: Μετά από 109 χρόνια, πέρα από την επιστροφή αυτών των κειμηλίων, η συμφωνία προβλέπει ότι αυτή είναι η πρώτη φάση, διότι πλέον αυτό το οποίο δεν μπορούσε να γίνει με τρόπο επιστημονικά δεοντολογικό, δηλαδή δικοί μας επιστήμονες να πάνε στα καθιδρύματα και στα μουσεία της Βουλγαρίας, να δουν και να τεκμηριώσουν περαιτέρω έργα, αντικείμενα και χειρόγραφα, τώρα μπορούν να το κάνουν. Δεν είναι εύκολες διαδικασίες, όμως η εντολή του πρωθυπουργού είναι το υπουργείο Πολιτισμού να εξαντλήσει κάθε δυνατότητα τεκμηρίωσης αυτών των κειμηλίων. Και εγώ, εδώ, θέτω το ερώτημα: Ποιος άλλος πέτυχε τον επαναπατρισμό, όλα αυτά τα χρόνια, έστω και ενός από αυτά τα κλεμμένα κειμήλια; Οσα επαναπατρίστηκαν τα προηγούμενα χρόνια ήταν από την αγορά της τέχνης». Η παράγραφος δίνει λαβή δεκάδων σχολίων και ερωτήσεων, αλλά ας μας πει η υπουργός ή ο πρωθυπουργός, μετά την παράδοση των οστών του Συμεών, με ποιο διαπραγματευτικό χαρτί θα διεκδικήσουμε τα υπόλοιπα -εκατοντάδες ή χιλιάδες- κλεμμένα κειμήλια και χειρόγραφα; Και βεβαίως καλό θα ήταν να δοθεί μια καθαρή απάντηση αν στα αντικείμενα που οι Βούλγαροι επέστρεψαν, ειδικότερα στις λειψανοθήκες, υπήρχαν και… τα λείψανα.
Εγκυρες πληροφορίες της «Εφ.Συν.» θέλουν τα λείψανα να απουσιάζουν από την εντυπωσιακή λειψανοθήκη τη Αγίας Ματρώνας. Το ίδιο συμβαίνει άραγε και με τις υπόλοιπες;
Τη φιλοσοφία της έκθεσης και τα εκτιθέμενα 48 αντικείμενα από τις μονές προέλευσής τους παρουσίασε η διευθύντρια του Βυζαντινού Μουσείου Θεσσαλονίκης, Φλώρα Καραγιάννη. Ξεχωρίζουν η λειψανοθήκη με ημερομηνία Παρασκευή 25 Μαρτίου 1821 με ζωγραφική απεικόνιση της Παναγίας Γλυκοφιλούσας, η λειψανοθήκη της Αγίας Ματρώνας, ένα 8πλευρο κειμήλιο του 1811 από τη Μονή Σωτήρος της Νάουσας, η νεκρική μάσκα του Αγίου Διονυσίου, Οικουμενικού Πατριάρχη και δεύτερου κτήτορα της Μονής Παναγίας Εικοσιφοίνισσας, οι δύο μεγάλοι σταυροί λιτανείας και σταυροί ευλογίας με έναν από αυτούς (1615 μ.Χ.) με αφιέρωση στον ιερομόναχο Αβέρκιο, ενώ ο άλλος (1618 μ.Χ.) φέρει επιγραφή για το μετόχι της Μονής Εικοσιφοίνισσας, της Παναγίας της Ηλιοκάλλου.
Τα αντικείμενα προέρχονται από τη Μονή Τιμίου Προδρόμου Σερρών και Παναγίας Εικοσιφοινίσσης και είναι μεταξύ άλλων εκκλησιαστικά σκεύη, δισκάρια, δισκοπότηρο, λειψανοθήκες, εικόνες, ριπίδια, άμφια, ένας ολόκληρος επισκοπικός θρόνος (με χρονολόγηση από τον 16ο έως τον 19ο αιώνα).
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
