Τελευταία νέα
Νέες απειλές Μπαχτσελί προς την Ελλάδα: «Καμία συμμαχία και κανένας εξοπλισμός δεν εγγυάται την ασφάλειά της» Αύξηση του επιδόματος θέρμανσης κατά 30% ανακοίνωσε ο Πιερρακάκης Πιερρακάκης: Ανακοίνωσε αύξηση του επιδόματος θέρμανσης κατά 30% Επίτιμος διδάκτορας του ΕΜΠ ο Σταμάτης Κριμιζής –  «Καθοριστική η συμβολή του στην εξερεύνηση του διαστήματος» Ερώτηση Αρναούτογλου στην Κομισιόν για την οσμή σκανδάλου τύπου ΟΠΕΚΕΠΕ στην αλιεία Ο ΣΥΡΙΖΑ φέρνει στη Βουλή το επίδομα παιδιού: 6.000 οικογένειες χωρίς τα χρήματα που δικαιούνται Μαρινάκης για Γκιλφόιλ: Δεν υπάρχει σχετικό αίτημα στο υπουργείο Εξωτερικών Παύλος Μαρινάκης για Κίμπερλι Γκιλφόιλ: Δεν υπάρχει σχετικό αίτημα στο υπουργείο Εξωτερικών Live η συνέντευξη Τύπου του ΠΑΣΟΚ για το ιδιωτικό χρέος Χατζηδάκης: Τριπλή στήριξη στο πετρέλαιο θέρμανσης με επιδότηση, εκπτώσεις από διυλιστήρια, επίδομα θέρμανσης Τέμπη: «Μου τον έφεραν γυμνό, σε μια σακούλα με φερμουάρ» – Η σπαρακτική κατάθεση της μητέρας του 23 χρόνου Κύπριου φοιτητή Τσίπρας από Ρέθυμνο: Η πολιτεία πρέπει να σταθεί δίπλα στους παραγωγούς που επλήγησαν
Efsyn.gr

Νόμπελ Οικονομίας 2026 στη νεοκεϊνσιανή αντεπίθεση: Ηχηρό μήνυμα ότι η αυτορρύθμιση των αγορών δεν αρκεί

Σε μια περίοδο που η παγκόσμια οικονομία κλυδωνίζεται από διαδοχικά σοκ, η Βασιλική Σουηδική Ακαδημία Επιστημών έστειλε χθες σαφές μήνυμα προς τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής της υφηλίου. Η απόφαση απονομής του Βραβείου Νόμπελ Οικονομικών Επιστημών 2026 στους Αμερικανούς οικονομολόγους Μάικλ Γούντφορντ και Ρόμπερτ Χολ δεν αποτελεί απλώς μια ακαδημαϊκή αναγνώριση. Συνιστά μια ηχηρή επιβεβαίωση της νεοκεϊνσιανής σχολής σκέψης που αυτοί πρεσβεύουν σε μια εποχή παγκόσμιας οικονομικής αβεβαιότητας.
Η βράβευσή τους για τη συνεισφορά τους στα «μικροοικονομικά θεμέλια της μακροοικονομικής σταθεροποίησης» επαναφέρει στο προσκήνιο τη θεμελιώδη σύγκρουση της σύγχρονης οικονομικής επιστήμης: τη διαμάχη ανάμεσα στον νεοκεϊνσιανισμό και τον νεοφιλελευθερισμό για το αν οι αγορές μπορούν να αυτορρυθμίζονται ή χρειάζονται το «ορατό χέρι» της κρατικής παρέμβασης. «Με τα μοντέλα τους, είμαστε πλέον καλύτερα εξοπλισμένοι να αντιμετωπίσουμε σοκ στην οικονομία, όπως οι ενεργειακές κρίσεις ή οι ξαφνικές αλλαγές στην καταναλωτική συμπεριφορά» τόνισε στις δηλώσεις του ο Τζον Χάσλερ, πρόεδρος της Επιτροπής των Νόμπελ.
Η αναφορά του δεν ήταν τυχαία. «Φωτογράφισε» τις πρόσφατες περιπέτειες της παγκόσμιας οικονομίας μετά την πανδημία και την ενεργειακή κρίση, στέλνοντας όμως παράλληλα και μήνυμα ότι σε έναν κόσμο που προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στις πληθωριστικές πιέσεις, τις γεωπολιτικές αναταράξεις και την ανάγκη για πράσινη μετάβαση, η τυφλή πίστη στην αυτορρύθμιση των αγορών δεν επαρκεί. Η οικονομία είναι ένας ζωντανός οργανισμός γεμάτος ατέλειες και το κράτος οφείλει να έχει το χέρι του στο τιμόνι για να αποφεύγεται η πρόσκρουση.
Προτάσσοντας το δόγμα των απόλυτα ελεύθερων αγορών, της απορρύθμισης και του «ελάχιστου κράτους», οι «απόγονοι» των κλασικών οικονομολόγων, οι νεοφιλελεύθεροι οικονομολόγοι της Σχολής του Σικάγου υπό τον Μίλτον Φρίντμαν (επονομαζόμενοι -για γεωγραφικούς λόγους- και «οικονομολόγοι του γλυκού νερού») κυριάρχησαν από τη δεκαετία του 1980 στο πεδίο της οικονομικής πολιτικής. Οι παραδοσιακοί κεϊνσιανοί οικονομολόγοι που βλέπουν την οικονομία από την πλευρά της ζήτησης και δίνουν έμφαση στην κρατική παρέμβαση παρέμειναν αντίθετα στο περιθώριο, καθώς μεταξύ άλλων δεν κατάφεραν να εξηγήσουν επαρκώς τη συμπεριφορά των μονάδων της οικονομίας, δηλαδή των καταναλωτών και των επιχειρήσεων.
Οι Γούντφορντ και Χολ ανέτρεψαν ωστόσο με το έργο τους αυτή την ισορροπία.
Ο Μάικλ Γούντφορντ (Πανεπιστήμιο Κολούμπια, Νέα Υόρκη), μέσα από το μνημειώδες έργο του Interest and Prices, δημιούργησε το «Βασικό Νεοκεϊνσιανό Μοντέλο». Απέδειξε επιστημονικά αυτό που οι νεοφιλελεύθεροι αρνούνταν, ότι οι δηλαδή αγορές παρουσιάζουν δομικές ακαμψίες. Οι νεοφιλελεύθεροι υποστηρίζουν ότι οι αγορές είναι απόλυτα ευέλικτες. Αν μια οικονομία δεχτεί σοκ, οι τιμές και οι μισθοί θα πέσουν αυτόματα, αποκαθιστώντας την ισορροπία. Ο Γούντφορντ απέδειξε ότι στην πραγματικότητα υπάρχουν ονομαστικές ακαμψίες (nominal rigidities), οι οποίες δεν επιτρέπουν την άμεση προσαρμογή τιμών και μισθών. Το «κόστος τιμοκαταλόγου» (τα έξοδα και το ρίσκο της διαδικασίας αλλαγής των τιμών) εμποδίζει τις επιχειρήσεις να αλλάζουν διαρκώς τιμές, ενώ οι μισθοί παραμένουν από τη άλλη πλευρά καθηλωμένοι λόγω μακροχρόνιων συμβάσεων εργασίας. Συνεπώς, μια πτώση της ζήτησης δεν οδηγεί άμεσα σε φτηνότερα προϊόντα, αλλά σε μείωση παραγωγής, απολύσεις και λουκέτα.
Το έργο του Γούντφορντ έδωσε σε μεγάλες κεντρικές τράπεζες της υφηλίου -όπως η Fed και η ΕΚΤ- το μαθηματικό υπόβαθρο παρέμβασης για την αποτροπή καταστροφικών υφέσεων. Για τους νεοφιλελεύθερους μονεταριστές, η παρέμβαση των κεντρικών τραπεζών οφείλει να περιορίζεται αυστηρά στη διατήρηση μιας σταθερής ποσότητας χρήματος στη οικονομία. Ο Γούντφορντ, αντίθετα, έφερε επανάσταση στη νομισματική πολιτική δείχνοντας ότι οι κεντρικές τράπεζες πρέπει να διαχειρίζονται ενεργά τα επιτόκια και, κυρίως, να καθοδηγούν τις μελλοντικές προσδοκίες των αγορών (forward guidance) προκειμένου να αποτρέπουν τις υφέσεις.
Ο Ρόμπερτ Χολ (Πανεπιστήμιο Στάνφορντ, Καλιφόρνια) επικεντρώθηκε από τη δική του πλευρά στις δυσλειτουργίες της αγοράς εργασίας. Ανέδειξε ότι η ανεργία δεν είναι πάντα μια «εθελούσια» επιλογή των εργαζομένων. Στο νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα, η ανεργία παρουσιάζεται συχνά ως μια «εθελούσια» κατάσταση: αν κάποιος δεν έχει δουλειά, φταίει η άρνησή του να δεχτεί χαμηλότερο μισθό ή φταίνε τα υπερβολικά κρατικά επιδόματα που του στερούν το κίνητρο.
Aκούσια ανεργία
Η έρευνα του Χολ κατέρριψε αυτό το αφήγημα. Απέδειξε ότι οι τριβές και οι αποτυχίες συντονισμού στην αγορά εργασίας εγκλωβίζουν εκατομμύρια ανθρώπους στην ακούσια ανεργία. Υπάρχουν περίοδοι που οι εργαζόμενοι θέλουν να δουλέψουν με τον τρέχοντα μισθό, αλλά το σύστημα αδυνατεί να απορροφήσει το εργατικό δυναμικό. Σε αυτές τις περιπτώσεις, σύμφωνα με τον Χολ, η αγορά δεν αυτοδιορθώνεται. Χρειάζεται κρατική υποστήριξη.
Θέση η οποία αναδεικνύει την ευρύτερα διαφορετική θέαση και φιλοσοφία των δύο σχολών στις οικονομικές κρίσεις, με τους νεοκεϊνσιανούς να προκρίνουν ότι η δημοσιονομική τόνωση και οι κρατικές επενδύσεις είναι οι μοναδικοί μηχανισμοί που μπορούν να αναπληρώσουν το κενό της ιδιωτικής ζήτησης σε περιόδους βαθιάς ύφεσης έναντι της δημοσιονομικής πειθαρχίας, της μείωσης των κρατικών δαπανών και των ιδιωτικοποιήσεων που αντιτείνουν οι νεοφιλελεύθεροι, θεωρώντας ότι το κράτος «εκτοπίζει» την ιδιωτική πρωτοβουλία.

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...